[ἑδώλιο] ε-δώ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {εδωλίου} (λόγ.): θέση, κάθισμα συνήθ. σε δικαστήριο ή αρχαίο θέατρο: το ~ του εφετείου (πβ. έδρανο).|| Λίθινα/μαρμάρινα ~α του κοίλου. ● ΦΡ.: στο εδώλιο (του κατηγορουμένου): για να δηλωθεί ότι κάποιος οδηγείται σε δίκη, δικάζεται ή γενικότ. κατηγορείται: Βρέθηκε/κάθισε ~ ~ για ανθρωποκτονία/δωροδοκία. Πβ. καθίζω κάποιον/κάθομαι στο σκαμνί. [< αρχ. ἑδώλιον]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.