| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 14475 | ΕΕΥ | (η): Ευρωπαϊκή Εθελοντική Υπηρεσία. | |
| 14476 | ΕΕΧ | (ο): Εθνικός Εναέριος Χώρος. | |
| 14477 | ΕΖΕΣ | (η): Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελευθέρων Συναλλαγών (EFTA, European Free Trade Association). | |
| 14479 | ΕΗΠΚ | (οι): Ευρωπαϊκές Ημέρες Πολιτιστικής Κληρονομιάς. | |
| 14480 | ΕΘΑΑΕ | : (η) Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης (2020). | |
| 14481 | εθεάθη | ρ. βλ. θεώμαι | |
| 14482 | ΕΘΕΓ | (ο): Εθνικός Θησαυρός Ελληνικής Γλώσσας. Βλ. ΙΕΛ. | |
| 14484 | εθελο- & εθελό- | (λόγ.): λεξικό πρόθημα που δηλώνει σκόπιμη ενέργεια ή συνειδητή επιλογή: (ουσ.) εθελο-θυσία/~κακία.|| (επίθ.) εθελό-δουλος|| (ρ.) εθελο-τυφλώ. | |
| 14485 | εθελοδουλία | [ἐθελοδουλία] ε-θε-λο-δου-λί-α ουσ. (θηλ.), (συχνότ.) εθελοδουλεία (λόγ.): εκούσια υποδούλωση, δουλικότητα: συμβιβασμός/υποταγή και ~. Πβ. δουλοπρέπεια, δουλοφροσύνη, ραγιαδισμός. ΑΝΤ. ελευθεροφροσύνη [< αρχ. ἐθελοδουλεία, μεσν. εθελοδουλία] | |
| 14486 | εθελόδουλος | , η, ο [ἐθελόδουλος] ε-θε-λό-δου-λος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από εθελοδουλία: ~η: πολιτική. Ηττοπαθής και ~η στάση (= δουλική, δουλοπρεπής). Πβ. δουλόφρων. ΑΝΤ. ελευθερόφρων [< αρχ. ἐθελόδουλος] | |
| 14487 | εθελοθυσία | [ἐθελοθυσία] ε-θε-λο-θυ-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συνειδητή αυτοθυσία: ηρωική ~. ~ των αγωνιστών. Πνεύμα/σύμβολο ~ας (υπέρ των άλλων). Βλ. αλτρουισμός. ΣΥΝ. αυταπάρνηση | |
| 14488 | εθελοντής, εθελόντρια | [ἐθελοντής] ε-θε-λο-ντής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {εθελοντών, εθελοντριών} 1. άτομο με μη αμειβόμενη, ανιδιοτελή συμμετοχή σε δράσεις που εξυπηρετούν το κοινό όφελος: εγγραφή/ομάδα ~ών. Οι ~ές κοινωνικής εργασίας. Γίνε ~/~α!|| (ως επίθ.) ~ής: γιατρός/πυροσβέστης. 2. που κατατάσσεται στις Ένοπλες Δυνάμεις οικειοθελώς: ~ές μακράς θητείας/πενταετούς υποχρέωσης (ΕΠΥ).|| (ως επίθ.) ~ές/~ες υπαξιωματικοί. ● ΣΥΜΠΛ.: εθελοντής αιμοδότης βλ. αιμοδότης, αιμοδότρια [< 1: αρχ. ἐθελοντής, γαλλ. volontaire] | |
| 14489 | εθελοντικός | , ή, ό [ἐθελοντικός] ε-θε-λο-ντι-κός επίθ. 1. που γίνεται οικειοθελώς ή είναι αποτέλεσμα αυτόβουλης προσφοράς: ~ή: αιμοδοσία/αναδάσωση/βοήθεια/δράση/δραστηριότητα/ενέργεια/εργασία (= αφιλοκερδής)/προσπάθεια (= ανιδιοτελής)/προσφορά/συμμετοχή (βλ. προαιρετικός)/συνεργασία (πβ. αυτοπροαίρετος)/υπηρεσία. ~ό: έργο/κίνηµα. ~ές: εισφορές/πρωτοβουλίες. ~ά: μέτρα. Δράσεις ~ού χαρακτήρα.|| (NΟΜ.-ΟΙΚΟΝ.) ~ός: κώδικας συμπεριφοράς (: προσυμβατική ενημέρωση του καταναλωτή για στεγαστικό δάνειο).|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ή κατάταξη στις Ένοπλες Δυνάμεις. Πβ. εθελούσιος, εκούσιος, θεληματικός. ΑΝΤ. ακούσιος, αναγκαστικός, υποχρεωτικός (1) 2. που απαρτίζεται ή στελεχώνεται από εθελοντές: ~ός: (μη κερδοσκοπικός) οργανισμός. ~ή: ομάδα. ~ό: κλιμάκιο (πολιτικής προστασίας)/σώμα. ~ές: οργανώσεις. ● επίρρ.: εθελοντικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: Ευρωπαϊκή Εθελοντική Υπηρεσία (ακρ. ΕΕΥ): πρόγραμμα που χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς και δίνει την ευκαιρία σε νέους δεκαοκτώ ως είκοσι πέντε ετών να εργαστούν οικειοθελώς σε ξένη χώρα. [< αγγλ. European Voluntary Service (EVS)] ● ΦΡ.: σε εθελοντική βάση: εκούσια: εφαρμογή προγράμματος ~ ~. [< γαλλ. volontaire] | |
| 14490 | εθελοντισμός | [ἐθελοντισμός] ε-θε-λο-ντι-σμός ουσ. (αρσ.): ανιδιοτελής συμμετοχή σε οργανωμένη δράση κοινωνικού χαρακτήρα: εταιρικός/ευρωπαϊκός/συμπεριληπτικός ~. Πρόγραμμα ~ού. Εθνικό σύστημα ~ού πολιτικής προστασίας. Βλ. κοινωνία των πολιτών, -ισμός. [< γαλλ. volontarisme, 1909] | |
| 14491 | εθελοτυφλία | [ἐθελοτυφλία] ε-θε-λο-τυ-φλί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συνειδητή παράβλεψη ή άρνηση μιας συνήθ. δυσάρεστης κατάστασης: γενικευμένη ~. ~ μπροστά στην πραγματικότητα. Πβ. στρουθοκαμηλισμός. | |
| 14492 | εθελότυφλος | , η, ο [ἐθελότυφλος] ε-θε-λό-τυ-φλος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από εθελοτυφλία. Πβ. κοντόφθαλμος. | |
| 14493 | εθελοτυφλώ | [ἐθελοτυφλῶ] ε-θε-λο-τυ-φλώ ρ. (αμτβ.) {εθελοτυφλ-είς ..., -ώντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.): αρνούμαι να δω μια κατάσταση στις πραγματικές της διαστάσεις, προσποιούμαι ότι δεν καταλαβαίνω: Κοινωνία/πολιτική που ~εί. ~ούν μπροστά στα περιβαλλοντικά προβλήματα (= κλείνουν τα μάτια). ~ούν όσοι δεν αντιλαμβάνονται ότι ... Πβ. κάνω τα στραβά μάτια, κρύβομαι πίσω από το δάχτυλό μου, παραβλέπω, στρουθοκαμηλίζω. Βλ. αυταπατώμαι, βαυκαλίζομαι. | |
| 14494 | εθελούσιος | , α, ο [ἐθελούσιος] ε-θε-λού-σι-ος επίθ. {(λόγ.) θηλ. εθελουσία} (λόγ.): που γίνεται εκούσια, θεληματικά, που δεν είναι αποτέλεσμα εξαναγκασμού: ~ος: θάνατος (= αυτοκτονία). ~α: ανάκληση (προϊόντος)/απόσυρση/απόφαση (βλ. αβίαστος, συνειδητός)/παραμονή/παύση/συμμετοχή. ~ες: συμφωνίες (ιδιωτικού δικαίου). Η διαδικασία έχει ~ο χαρακτήρα. ~α προσφορά εργασίας σε κοινωνικά ιδρύματα. ~α διακοπή της κύησης (= άμβλωση, έκτρωση). Πβ. εθελοντικός, ηθελημένος, οικειοθελής. ΑΝΤ. αθέλητος (1), ακούσιος, αναγκαστικός, υποχρεωτικός (1) ● επίρρ.: εθελουσίως ● ΣΥΜΠΛ.: εθελουσία/εθελούσια έξοδος & εθελούσια αποχώρηση: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. εκούσια αποχώρηση εργαζομένου από υπηρεσία με κίνητρο οικονομικά κυρ. οφέλη: πρόγραμμα ~ας ~ου. ~ ~ και μετατάξεις προσωπικού.|| (ουσιαστικοπ., προφ.) Έφυγε (από τον οργανισμό) με εθελουσία. [< αρχ. ἐθελούσιος, γαλλ. volontaire] | |
| 14495 | έθερνετ | [ἔθερνετ] έ-θερ-νετ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. τύπος δικτύωσης υπολογιστών: σύνδεση μέσω ~. Βλ. διαδικτύωση, LAN. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Ethernet, 1976] | |
| 14496 | έθεσα | βλ. θέτω |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ