Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [15360-15380]

IDΛήμμαΕρμηνεία
14497εθίζω[ἐθίζω] ε-θί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {εθί-στηκα, -στεί, -σμένος, εθίζ-οντας} (θετ. κ. αρνητ. συνυποδ.): εξοικειώνω κάποιον με κάτι σε βαθμό που του γίνεται συνήθεια: Η λογοτεχνία ~ει τους νέους στο διάβασμα. Πβ. μυώ.|| Εικόνες που ~ουν τα παιδιά στη βία. Πβ. μαθαίνω, συνηθίζω.|| H νικοτίνη ~ει (: προκαλεί εθισμό). ● Παθ.: εθίζομαι (+ σε) (αρνητ. συνυποδ.): εξαρτώμαι σωματικά ή ψυχικά από κάτι: Έχει ~στεί στο αλκοόλ. Ο ασθενής δεν ~εται στο φάρμακο.|| (μτφ.) Έχουν ~στεί στο διαδίκτυο/στην υποκρισία. ● βλ. εθισμένος, είθισται [< αρχ. ἐθίζω]
14498εθιμικός, ή, ό [ἐθιμικός] ε-θι-μι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τα έθιμα: ~ός: κύκλος/κώδικας. ~ή: αργία/εκδήλωση/ζωή/λατρεία/παράδοση/τελετουργία. ~ό: τυπικό. ~οί: κανόνες. ~ές: πρακτικές. ~ά: δρώμενα/τραγούδια. ● επίρρ.: εθιμικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: εθιμικό δίκαιο: ΝΟΜ. που βασίζεται σε έθιμα και συνήθειες που έχουν επικρατήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα και εφαρμόζεται χωρίς αναγκαστική ισχύ: ~ώ δικαίω (επίσ.): σύμφωνα με το ~ό δίκαιο. Πβ. άγραφος νόμος. Βλ. φυσικό δίκαιο. [< γαλλ. coutumier]
14499έθιμο[ἔθιμο] έ-θι-μο ουσ. (ουδ.) {εθίμ-ου} 1. εκδήλωση του κοινωνικού βίου που καθιερώνεται και συντηρείται από την παράδοση: αποκριάτικο/πανάρχαιο/παραδοσιακό/πασχαλινό/πατροπαράδοτο/πρωτοχρονιάτικο/τοπικό/χριστουγεννιάτικο ~. Αναβίωση/διατήρηση/ρίζες ενός ~ου. Αρχαία/θρησκευτικά/λαϊκά/λατρευτικά ~α. Κατά το ~/σύμφωνα με τα ~α ... (: ειωθότα, παραδεδομένα). Έχουν ~ να ... ~α που τείνουν να εκλείψουν. Ακολουθούν/κρατούν ζωντανά/τηρούν τα ~α (της πατρίδας/του τόπου τους). Πβ. συνήθεια. 2. ΝΟΜ. κανόνας που βασίζεται στη μακρόχρονη παράδοση και έχει αποκτήσει ισχύ νόμου: κατ' ~ αργίες. Πβ. άγραφος νόμος. ● ΦΡ.: ήθη και έθιμα βλ. ήθος [< μτγν. ἔθιμον, γαλλ. coutume]
14500εθιμοτυπία[ἐθιμοτυπία] ε-θι-μο-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σύνολο κανόνων ευπρέπειας που εφαρμόζονται σε συγκεκριμένη κοινωνική, ειδικότ. επίσημη περίσταση: αυστηρή/εκκλησιαστική ~. Διεύθυνση ~ας. Eπίσκεψη ~ας (= εθιμοτυπική). Η ~ απαιτεί να ... Ακολουθώ την ~. Πβ. πρωτόκολλο, τυπικό.|| (στον πληθ., αρνητ. συνυποδ., τυπικότητες:) Προσκολλημένος σε ~ες. Πβ. ετικέτα, σύμβαση. [< γαλλ. étiquette]
14501εθιμοτυπικός, ή, ό [ἐθιμοτυπικός] ε-θι-μο-τυ-πι-κός επίθ. (λόγ.): που συμφωνεί με τους κανόνες εθιμοτυπίας ή ορίζεται από αυτούς: ~ή: εκδήλωση/επίσκεψη/συνεδρίαση. ~ές: δηλώσεις. ά: καθήκοντα. Συνάντηση ~o‎‎ύ χαρακτήρα/για ~ούς λόγους. Πβ. καθιερωμένος, παραδοσιακός, τυπικός. Βλ. συμβατικός.|| (ως ουσ.) Το ~ό του γάμου (= το τελετουργικό, το τυπικό). ● επίρρ.: εθιμοτυπικώς [-ῶς] (λόγ.) & εθιμοτυπικά
14502εθισμένος, η, ο [ἐθισμένος] ε-θι-σμέ-νος επίθ.: που έχει κάποια βλαβερή εξάρτηση ή επίμονη συνήθεια: ~ στο κάπνισμα/στον τζόγο.|| (μτφ.) ~οι στην εξουσία/στην τηλεόραση/στα ψώνια. Βλ. μαθημένος. ΣΥΝ. εξαρτημένος (2) ● βλ. εθίζω [< αρχ. εἰθισμένος, αγγλ. addicted]
14503εθισμός[ἐθισμός] ε-θι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ.-ΨΥΧΟΛ. εξάρτηση του οργανισμού από τοξική ψυχοτρόπο ουσία ή δραστηριότητα: σωματικός/ψυχολογικός ~. ~ στο αλκοόλ (: αλκοολισμός)/στα ναρκωτικά (: τοξικομανία). Σύμβουλος σε θέματα ~ού. Κάτι δημιουργεί/προκαλεί ~ό. Πβ. έξη. Βλ. απεξάρτηση, αποτοξίνωση.|| (μτφ.) ~ στη βία/στο διαδίκτυο/στα γλυκά. (προφ.) Έχει ~ό (= έχει εθιστεί) στο κινητό. Πβ. μανία. 2. (σπανιότ.) εξοικείωση: ~ του μαθητή στην υπεύθυνη εργασία. Πτήσεις ~ού (: κατά τη διάρκεια πτητικής εκπαίδευσης). Βλ. -ισμός. [< αρχ. ἐθισμός ‘συνήθεια, έξη’, γαλλ.-αγγλ. addiction]
14504εθιστικός, ή, ό [ἐθιστικός] ε-θι-στι-κός επίθ.: που δημιουργεί εθισμό ή έχει τα χαρακτηριστικά του: ~ό: παιχνίδι. ~ές: συνήθειες/τροφές. (ΙΑΤΡ.) ~ό: διεγερτικό. Φάρμακο με ~ές ιδιότητες. Πβ. εξαρτησιογόνος, εξαρτητικός.|| ~ή: συμπεριφορά. [< αγγλ. addictive]
14505εθν-βλ. εθνο-
14534ΕΘΝ.Ο.Α.(η): Εθνική Ολυµπιακή Ακαδηµία.
14507εθνάρχης[ἐθνάρχης] ε-θνάρ-χης ουσ. (αρσ.) 1. τιμητικό προσωνύμιο πολιτικού ηγέτη που ενσαρκώνει τα ιδανικά και τα οράματα ενός έθνους: Καταξιώθηκε στη συνείδηση του λαού ως ~. Βλ. -άρχης. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (παλαιότ.) επίσημος τίτλος των Πατριαρχών της Κωνσταντινούπολης επί Τουρκοκρατίας και του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου του Γ' της Κύπρου. [< μτγν. ἐθνάρχης ‘αρχηγός του λαού ή του έθνους’, γαλλ. ethnarque, αγγλ. ethnarch]
14508εθναρχία[ἐθναρχία] ε-θναρ-χί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. το αξίωμα του εθνάρχη και η θεσμική θέση του: το Πατριαρχείο ως ~.|| Κυπριακή ~. Βλ. -αρχία. [< μτγν. ἐθναρχία, γαλλ. ethnarchie, αγγλ. ethnarchy]
14509εθναρχικός, ή, ό [ἐθναρχικός] ε-θναρ-χι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τον εθνάρχη ή την εθναρχία.
14510εθνεγερσία[ἐθνεγερσία] ε-θνε-γερ-σί-α ουσ. (θηλ.): επανάσταση με στόχο τη δημιουργία ανεξάρτητου εθνικού κράτους· (ειδικότ., με κεφαλ. το αρχικό Ε) η ελληνική επανάσταση του 1821: η επέτειος της ~ας (: 25η Μαρτίου). Πβ. Εικοσιένα, εθνική παλιγγενεσία.
14511εθνεγερτήριος, α, ο [ἐθνεγερτήριος] ε-θνε-γερ-τή-ρι-ος επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την εθνεγερσία: ~α: δράση. ΣΥΝ. εθνεγερτικός
14512εθνεγέρτης[ἐθνεγέρτης] ε-θνε-γέρ-της ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. πρόσωπο που ξεσηκώνει ένα έθνος σε επανάσταση: πατριώτης και μεγάλος ~. ~ και φωτιστής του ελληνικού έθνους.
14513εθνεγερτικός, ή, ό [ἐθνεγερτικός] ε-θνε-γερ-τι-κός επίθ.: που αποβλέπει στην εξέγερση του έθνους: ~ός: αγώνας (βλ. απελευθερωτικός). ~ά: τραγούδια (βλ. αφυπνιστικός). ΣΥΝ. εθνεγερτήριος
14515έθνικ[ἔθνικ] έ-θνικ επίθ. {άκλ.} : που ανήκει στη λαϊκή τεχνοτροπία ή την πολιτιστική παράδοση ενός τόπου και συνήθ. διαφέρει από τα δυτικά πρότυπα: ~ αντικείμενα/κοσμήματα/κουζίνα (πβ. παραδοσιακή, τοπική)/στιλ/σχέδια.|| (ως ουσ.) Η μόδα του ~.|| (ως επίρρ.) Ντύνεται ~.|| (MΟΥΣ.) ~ μουσική. Ανατολίτικοι/λάτιν/φολκλόρ και ~ ήχοι (βλ. οριεντάλ). [< αγγλ. ethnic, γαλλ. ethnique]
14516εθνικισμός[ἐθνικισμός] ε-θνι-κι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. δογματική προσήλωση στην ιδέα του έθνους με επιθετική προβολή της εθνικής ταυτότητας και υποτίμηση των άλλων εθνών· ειδικότ. έξαρση του εθνικού φρονήματος: ακραίος/γλωσσικός/οικονομικός (πβ. προστατευτισμός)/τοπικός (πβ. τοπικισμός)/τυφλός/φυλετικός ~. Εκδηλώσεις/κλίμα/κύμα/φαινόμενα ~ού. Αναζωπύρωση των ~ών. ~ και αλυτρωτισμός/βία/ξενοφοβία/ρατσισμός. Πβ. εθνοκεντρ-, σοβιν-, υπερπατριωτ-, φονταμενταλ-ισμός. Βλ. υπερ~. ΑΝΤ. διεθνισμός (1), κοσμοπολιτισμός (1) 2. ΙΣΤ. πολιτική ιδεολογία του 19ου αι. στην οποία οι έννοιες του έθνους και του κράτους προβάλλονται ως ταυτόσημες. [< γαλλ. nationalisme]
14517εθνικιστής[ἐθνικιστής] ε-θνι-κι-στής ουσ. (αρσ.) , εθνικίστρια (η): οπαδός του εθνικισμού: ακραίος/σκληρός ~. Aκροδεξιοί/φασίστες ~ές. Αντιδράσεις των ~ών.|| (ως επίθ.) ~ής: ηγέτης. Πβ. εθνικόφρων, ρατσ-, σοβιν-ιστής, υπερπατριώτης. Βλ. εθνιστής, υπερ~. ΑΝΤ. αντιεθνικιστής, διεθνιστής, κοσμοπολίτης, κοσμοπολίτισσα (2) [< γαλλ. nationaliste]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.