Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [1520-1540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
531αγριόχηνα[ἀγριόχηνα] α-γρι-ό-χη-να ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. κάθε είδος χήνας που ζει σε άγρια κατάσταση (επιστ. ονομασ. Anser ferus). [< μεσν. αγριόχηνα]
532αγριόχοιρος[ἀγριόχοιρος] α-γρι-ό-χοι-ρος ουσ. (αρσ.) {αγριόχοιρ-ου} (λόγ.): ΖΩΟΛ. αγριογούρουνο. ΣΥΝ. κάπρος (1) [< μτγν. ἀγριόχοιρος]
533αγριόχορτα[ἀγριόχορτα] α-γρι-ό-χορ-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. αγριόχορτο}: ΒΟΤ. αυτοφυή χόρτα: Καθάρισε το γκαζόν/τον κήπο από τα ~. Πβ. ζιζάνιο. Βλ. βρούβα, ζωχοί.
534αγριωπός, ή, ό [ἀγριωπός] α-γρι-ω-πός επίθ.: που μοιάζει, φαίνεται άγριος, σκληρός, επιθετικός: ~ή: όψη. ~ό: βλέμμα/πρόσωπο/ύφος. Πβ. βλοσυρός.|| (μτφ.) Στην ακτή έσκαγε ~ό το κύμα. Βλ. -ωπός. ● επίρρ.: αγριωπά [< αρχ. ἀγριωπός]
535αγρο- & αγρό- & αγρ-: α' συνθετικό ουσιαστικών με αναφορά σε αγρό ή σε αγροτική περιοχή: αγρο-ζημία/~καλλιέργεια/~κήπιο/~μίσθωση/~νομία/~τεμάχιο/~τουρισμός. Αγρό-κτημα. Αγρ-ανάπαυση.|| Αγρο-λήπτης. Βλ. αγροτο-.
536αγροβακτήριο[ἀγροβακτήριο] α-γρο-βα-κτή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. κοινό βακτήριο του εδάφους που έχει τη φυσική ικανότητα να μεταφέρει γενετική πληροφορία (DNA) σε φυτικά κύτταρα και να προκαλεί όζους στους μίσχους των φυτών. [< αγγλ. agrobacterium, 1942]
537αγροβιολογία[ἀγροβιολογία] α-γρο-βι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. επιστημονικός κλάδος που μελετά την εφαρμογή βιολογικών ερευνών στη γεωργία, με σκοπό τη βελτίωση της γεωργικής απόδοσης: Τμήμα Αγροχημείας και ~ας. [< γαλλ. agrobiologie, 1948, αγγλ. agrobiology, 1934]
538αγροβιομηχανίαβλ. αγροτοβιομηχανία
539αγροβιοτεχνία[ἀγροβιοτεχνία] α-γρο-βι-ο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.) & αγροτοβιοτεχνία: επιχείρηση που κατεργάζεται αγροτικά προϊόντα με στόχο την αγροτική ανάπτυξη και την αύξηση του αγροτικού εισοδήματος: Προϊόντα αγροτουρισμού και ~ας.
540αγροβιοτεχνικός, ή, ό [ἀγροβιοτεχνικός] α-γρο-βι-ο-τε-χνι-κός επίθ. & αγροτοβιοτεχνικός: που σχετίζεται με την αγροβιοτεχνία.
541αγροβιοτεχνολογία[ἀγροβιοτεχνολογία] α-γρο-βι-ο-τε-χνο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) & αγροτοβιοτεχνολογία: ΒΙΟΛ. -ΤΕΧΝΟΛ. η εφαρμογή βιοτεχνολογικών μεθόδων στη γεωργία: Ινστιτούτο/εταιρείες ~ας. Βλ. γενετικά/γενετικώς τροποποιημένος. [< αγγλ. agrobiotechnology]
542αγρογλυφικό[ἀγρογλυφικό] α-γρο-γλυ-φι-κό ουσ. (ουδ.): γεωμετρικό σχήμα τεραστίων διαστάσεων, συχνά πολύπλοκο και έντεχνο, που εμφανίζεται στο έδαφος (συνήθ. σε χωράφια σιταριού της Αγγλίας). [< γαλλ. agroglyphe]
543αγροεπιχείρηση[ἀγροεπιχείρηση] α-γρο-ε-πι-χεί-ρηση ουσ. (θηλ.): αγροτική επιχείρηση. Πβ. αγροβιομηχανία. [< αγγλ. agribusiness, περ. 1955, γαλλ. agrobusiness, 1959]
544αγροζημία[ἀγροζημία] α-γρο-ζη-μί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. κάθε αδίκημα που γίνεται σε βάρος ξένης αγροτικής περιουσίας: ~ες, κλοπές και αγρονομικές παραβάσεις.
545αγροικία[ἀγροικία] α-γροι-κί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σπίτι σε αγρόκτημα ή γενικότ. σε αγροτική περιοχή, υποστατικό. Πβ. αγρέπαυλη. [< αρχ. ἀγροικία]
546αγροίκος, α, ο [ἀγροῖκος] α-γροί-κος επίθ./ουσ.: που τον χαρακτηρίζει τραχύτητα, αγένεια, έλλειψη καλλιέργειας: ~ος: τύπος. (σπάν. στο θηλ.) ~α: (και χυδαία) συμπεριφορά. ~οι: τρόποι. Δεν σέβεται τίποτα, ο ~ (= αγρι-, χοντρ-άνθρωπος)! Πβ. αγενής, ακαλλιέργητος, ανάγωγος, απολίτιστος, καράβλαχος, κάφρος, χωριάτης. [< αρχ. ἄγροικος, ἀγροῖκος, γαλλ. rustaud]
547αγροκαλλιέργεια[ἀγροκαλλιέργεια] α-γρο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.) & αγροτοκαλλιέργεια 1. ΓΕΩΠ. καλλιέργεια αγροτικών εκτάσεων: βιολογική (/οργανική)/βιώσιμη/εντατική ~. Εκσυγχρονισμός των ~ών. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (συνεκδ.) καλλιεργούμενη έκταση, χωράφι: ερημωμένες ~ες. Καταστροφή ~ών από τις βροχοπτώσεις. Βλ. -καλλιέργεια.
548αγροκαλλιεργητής[ἀγροκαλλιεργητής] α-γρο-καλ-λι-ερ-γη-τής ουσ. (αρσ.) (επίσ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με την καλλιέργεια αγρών, γεωργός.
549αγροκαύσιμα[ἀγροκαύσιμα] α-γρο-καύ-σι-μα ουσ. (ουδ.) (τα): ΟΙΚΟΛ. βιοκαύσιμα που προέρχονται από αγροτικές καλλιέργειες: παραγωγή ~ίμων. [< αγγλ. agrofuels]
550αγροκήπιο[ἀγροκήπιο] α-γρο-κή-πι-ο ουσ. (ουδ.) {αγροκηπίου}: ΓΕΩΠ. αγρόκτημα για πειραματική καλλιέργεια φυτών και εκτροφή ζώων, πρότυπο κτήμα. [< μτγν. ἀγροκήπιον ‘αγρός που διατηρείται ως μικρός κήπος’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.