| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 14518 | εθνικιστικός | , ή, ό [ἐθνικιστικός] ε-θνι-κι-στι-κός επίθ. (αρνητ. συνυποδ.): που σχετίζεται με τον εθνικισμό ή τον εθνικιστή: ~ός: φανατισμός. ~ή: έξαρση/ιδεολογία/οργάνωση/προπαγάνδα. ~ό: κόμμα. ~οί: κύκλοι. ~ά: συνθήματα. Πβ. σοβινιστικός. Βλ. εθνικός, υπερ~, -ιστικός1. ΑΝΤ. αντιεθνικιστικός, διεθνιστικός, κοσμοπολίτικος (3) [< γαλλ. nationaliste] | |
| 14519 | εθνικοαπελευθερωτικός | , ή, ό [ἐθνικοαπελευθερωτικός] ε-θνι-κο-α-πε-λευ-θε-ρω-τι-κός επίθ.: που επιδιώκει την εθνική ανεξαρτησία και κυριαρχία: ~ός: αγώνας. ~ό: κίνημα. ~ές: επαναστάσεις. | |
| 14520 | εθνικοποίηση | [ἐθνικοποίηση] ε-θνι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. ανάληψη από εθνικό φορέα της ιδιοκτησίας ιδιωτικής επιχείρησης: ~ της βιομηχανίας φυσικού αερίου/του ενεργειακού τομέα. ~ήσεις τραπεζών. Βλ. δήμευση, κατάσχεση.|| (απαλλοτρίωση:) ~ γης. Πβ. κολεκτιβοποίηση. ΣΥΝ. κοινωνικοποίηση (2), κρατικοποίηση ΑΝΤ. αποκρατικοποίηση, ιδιωτικοποίηση 2. (σπάν.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εθνικοποιώ: ~ήσεις αθλητών (βλ. ελληνοποίηση). Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. nationalisation] | |
| 14521 | εθνικοποιώ | [ἐθνικοποιῶ] ε-θνι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {εθνικοποι-εί ... | εθνικοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} 1. ΟΙΚΟΝ. προβαίνω σε εθνικοποίηση: Η τράπεζα ~ήθηκε. ~ημένη: επιχείρηση. Βλ. κατάσχω.|| Μεγάλες εκτάσεις γης πρόκειται να ~ηθούν (: απαλλοτριωθούν). Βλ. -ποιώ. ΣΥΝ. κοινωνικοποιώ (2), κρατικοποιώ ΑΝΤ. αποκρατικοποιώ, ιδιωτικοποιώ 2. (σπάν.) μετατρέπω κάτι σε εθνικό, το καθιστώ κτήμα του έθνους: ~ούν τις (ατομικές) επιτυχίες. [< γαλλ. nationaliser] | |
| 14523 | εθνικός | , ή, ό [ἐθνικός] ε-θνι-κός επίθ.: που αναφέρεται ή ανήκει στο έθνος ή το κράτος: ~ός: διάλογος (για την παιδεία)/ευεργέτης/ηγέτης/ήρωας/κίνδυνος/ποιητής/στρατός. ~ή: αγορά (ΑΝΤ. διεθνής, ξένος, παγκόσμιος)/ανεξαρτησία/ασφάλεια/ενότητα/εορτή/επέτειος/μειονότητα (= εθνοτική)/ομοψυχία/πολιτική/στρατηγική/συνείδηση (ΑΝΤ. οικουμενικός)/ταυτότητα/τραγωδία/υπερηφάνεια. ~ό: δίκτυο (: επαρχιακό, οδικό, τοπικό)/νόμισμα/συμβούλιο/συμφέρον (βλ. κοινό. ΑΝΤ. υπερεθνικό)/σχέδιο (δράσης).|| (που ανήκει στο κράτος) ~ή: βιβλιοθήκη/χρηματοδότηση (ΑΝΤ. ιδιωτικός). ~ό: θέατρο/ινστιτούτο (μελετών)/λαχείο/μουσείο. Πβ. κρατικός. Βλ. αντ~, μετα~, παν~, πολυ~. ● Ουσ.: Εθνικοί (οι): ΙΣΤ. (κατά την πρωτοχριστιανική περίοδο) οι ειδωλολάτρες. ● επίρρ.: εθνικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: Α'/Β'/Γ'/Δ' Εθνική (Κατηγορία) (παλαιότ.): ΑΘΛ. κατάταξη ομάδων σε κατηγορίες με βαθμολογικά κριτήρια: Α' Εθνική (= σούπερ λίγκα)., εθνικά (ονόματα): ΓΡΑΜΜ. ουσιαστικά και επίθετα που δηλώνουν το πρόσωπο που κατοικεί σε έναν τόπο, κατάγεται από αυτόν ή ανήκει σε ένα έθνος (π.χ. Αθηναίος, Θεσσαλονικιός, Κρητικός, Γάλλος). Πβ. πατριδωνυμικό., Εθνική (Ομάδα): ΑΘΛ. που αποτελείται από τους επίλεκτους παίκτες ενός αθλήματος, οι οποίοι εκπροσωπούν τη χώρα τους σε διεθνείς αθλητικούς αγώνες: ~ ~ Ανδρών/Ελπίδων/Νέων/Παίδων. ΣΥΝ. αντιπροσωπευτικό συγκρότημα, εθνικός πλούτος: το σύνολο των αγαθών ενός κράτους: Το νερό αποτελεί ~ό ~ο., (Εθνική) Αντίσταση βλ. αντίσταση, (Εθνική) Μετεωρολογική Υπηρεσία βλ. μετεωρολογικός, (εθνικός) εναέριος χώρος βλ. εναέριος, ακαθάριστο εθνικό προϊόν (ΑΕΠ) βλ. προϊόν, δημόσιο/εθνικό χρέος βλ. χρέος, εθνική αντιπροσωπεία βλ. αντιπροσωπεία, εθνική δαπάνη βλ. δαπάνη, εθνική εκκαθάριση/κάθαρση βλ. εκκαθάριση, εθνική κυριαρχία βλ. κυριαρχία, εθνική μειοδοσία βλ. μειοδοσία, εθνική οδός βλ. οδός, εθνική ολοκλήρωση βλ. ολοκλήρωση, Εθνική Συνέλευση βλ. συνέλευση, εθνικό εισόδημα βλ. εισόδημα, εθνικό κεφάλαιο βλ. κεφάλαιο, Εθνικό Κτηματολόγιο βλ. κτηματολόγιο, εθνικό πάρκο βλ. πάρκο, Εθνικό Σημείο Επαφής βλ. επαφή, Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς βλ. πλαίσιο, Εθνικό Συμβούλιο Νεολαίας βλ. συμβούλιο, Εθνικό Τυπογραφείο βλ. τυπογραφείο, εθνικοί πόροι βλ. πόρος, εθνικός δρυμός βλ. δρυμός, Εθνικός Οργανισμός Εργασίας βλ. οργανισμός, εθνικός ύμνος βλ. ύμνος, η εθνική/η ελληνική παλιγγενεσία βλ. παλιγγενεσία, καθαρό εθνικό προϊόν βλ. προϊόν, κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας/ενότητας βλ. κυβέρνηση [< μτγν. ἐθνικός, ιταλ. nazionale, γαλλ.-αγγλ. national] | |
| 14524 | εθνικοσοσιαλισμός | [ἐθνικοσοσιαλισμός] ε-θνι-κο-σο-σι-α-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. ακραίο εθνικιστικό κίνημα που εμφανίστηκε στη Γερμανία τη δεκαετία του 1920 και οδήγησε το 1933 στη ναζιστική δικτατορία του Χίτλερ: η καταδίκη του ~oύ (βλ. φυλετικός εθνικισμός). Πβ. φασ-, χιτλερ-ισμός. Βλ. ολοκαύτωμα, το αβγό του φιδιού, το Τρίτο Ράιχ. ΣΥΝ. ναζισμός [< γερμ. Nationalsozialismus] | |
| 14525 | εθνικοσοσιαλιστής | [ἐθνικοσοσιαλιστής] ε-θνι-κο-σο-σι-α-λι-στής ουσ. (αρσ.): υποστηρικτής του εθνικοσοσιαλισμού: το καθεστώς των ~ών.|| (ως επίθ.) ~ής: πολιτικός. ~ές: προπαγανδιστές. Πβ. φασίστας, χιτλερικός. ΣΥΝ. ναζί, ναζιστής [< γερμ. Nationalsozialist] | |
| 14526 | εθνικοσοσιαλιστικός | , ή, ό [ἐθνικοσοσιαλιστικός] ε-θνι-κο-σο-σι-α-λι-στι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον εθνικοσοσιαλισμό: ~ή: ιδεολογία. ~ό: κίνημα. ~ές: οργανώσεις. Πβ. εθνικιστ-, φασιστ-, χιτλερ-ικός. ΣΥΝ. ναζιστικός (1) | |
| 14527 | εθνικότητα | [ἐθνικότητα] ε-θνι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {εθνικοτήτ-ων}: ιδιότητα φυσικού ή νομικού προσώπου που είναι μέλος συγκεκριμένου έθνους: ελληνική ~. ~ του αιτούντος/των δραστών. Ίση μεταχείριση ανεξαρτήτως ~ας (= εθνικής ταυτότητας). Σχολείο με μαθητές διαφορετικών ~ων (βλ. δια-, πολυ-πολιτισμικός). Πληθυσμός με πολλές ~ες (: πολυεθνικός). Βλ. ιθαγένεια, καταγωγή, πολιτει-, υπηκο-ότητα.|| Μεταβολή της ~ας της εταιρείας (βλ. έδρα).|| (κατ' επέκτ., για περιουσιακό αγαθό:) Σήμα ~ας οχήματος. Βλ. πολυ~. [< γαλλ. nationalité] | |
| 14528 | εθνικοφροσύνη | [ἐθνικοφροσύνη] ε-θνι-κο-φρο-σύ-νη ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του εθνικόφρονα: (συνήθ. αρνητ. συνυποδ. ή ειρων.) Πουλάει ~ (= εθνικιστικό φρόνημα).|| ~ και ιστορική συνείδηση. Πβ. πατριωτισμός, φιλοπατρία. Βλ. -οσύνη. | |
| 14529 | εθνικόφρων | , ων, ον [ἐθνικόφρων] ε-θνι-κό-φρων επίθ./ουσ. (λόγ.) & εθνικόφρονας 1. (αρνητ. συνυποδ.) υποστηρικτής ακραίων εθνικιστικών αντιλήψεων: ακραιφνείς ~ονες. Πβ. σοβινιστής, υπερεθνικιστής, υπερπατριώτης.|| (ως επίθ.) ~ονες: πεποιθήσεις (: φασίζουσες). Βλ. συντηρητικός. ΑΝΤ. διεθνιστής 2. (σπανιότ. θετ. συνυποδ.) υπερασπιστής των εθνικών αξιών. Πβ. πατριώτης, φιλόπατρις. Βλ. -φρων. | |
| 14530 | εθνισμός | [ἐθνισμός] ε-θνι-σμός ουσ. (αρσ.): πατριωτική συνείδηση με αποδοχή των εθνικών διαφορών. Πβ. πατριωτισμός. Βλ. διεθν-, κοσμοπολιτ-, οικουμεν-ισμός. | |
| 14531 | εθνιστής | [ἐθνιστής] ε-θνι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. εθνίστρια}: που έχει συνείδηση της εθνικής του ταυτότητας και αναγνωρίζει τις διαφορές μεταξύ των εθνών: ~ές και εθνικιστές. Πβ. πατριώτης, φιλόπατρις. Βλ. διεθνιστής, κοσμοπολίτης. | |
| 14532 | εθνιστικός | , ή, ό [ἐθνιστικός] ε-θνι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον εθνισμό ή τον εθνιστή: ~ή: ιδεολογία. Πβ. πατριωτικός. Βλ. εθνικιστικός, -ιστικός1 | |
| 14533 | εθνο- & εθνό- & εθν- | : α' συνθετικό ουσιαστικών και επιθέτων που αναφέρονται στο έθνος: εθνο-γένεση/~γραφία/~κεντρισμός. Εθνό-σημο. Εθν-άρχης.|| Εθνο-κάπηλος. | |
| 14535 | εθνογένεση | [ἐθνογένεση] ε-θνο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): γένεση, δημιουργία ενός έθνους: ελληνική ~. ~ των ευρωπαϊκών λαών. Βλ. -γένεση, εθνεγερσία. [< αγγλ. ethnogenesis, γαλλ. ethnogenèse] | |
| 14536 | εθνογενετικός | , ή, ό [ἐθνογενετικός] ε-θνο-γε-νε-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την εθνογένεση: ~ή: έρευνα/μελέτη. ~ή εξέλιξη των λαών. [< αγγλ. ethnogenetic] | |
| 14537 | εθνογλωσσικός | , ή, ό [ἐθνογλωσσικός] ε-θνο-γλωσ-σι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη γλώσσα ενός έθνους: ~ή: ταυτότητα. ~ές: μειονότητες/ομάδες. Η ~ή και εθνοπολιτισμική ποικιλότητα. [< αγγλ. ethnolinguistic, 1950, γαλλ. ethnolinguistique, περ. 1950] | |
| 14538 | εθνογλωσσολογία | [ἐθνογλωσσολογία] ε-θνο-γλωσ-σο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ε): ΓΛΩΣΣ. κλάδος της γλωσσολογίας ο οποίος μελετά τη γλώσσα σε συνάρτηση με τον πολιτισμό και τις συμπεριφορές μιας εθνότητας: ~ και ανθρωπολογική γλωσσολογία. Βλ. εθνολογία, κοινωνιογλωσσολογία. [< αγγλ. ethnolinguistics, 1920, γαλλ. ethnolinguistique, περ. 1950] | |
| 14539 | εθνογραφία | [ἐθνογραφία] ε-θνο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΕΘΝΟΛ. κλάδος της εθνολογίας που ασχολείται με τη μελέτη εθνοτικών ομάδων και περιγράφει τα ιδιαίτερα κοινωνικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά τους: κριτική ~. ~ και (συγκριτική) λαογραφία. Βλ. κοινωνιολογία.|| ~ της επικοινωνίας/της ομιλίας (πβ. εθνογλωσσολογία)/του χορού. Μουσική ~ (πβ. εθνομουσικολογία). Βλ. -γραφία. [< γερμ. Ethnographie, γαλλ. ethnographie, αγγλ. ethnography] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ