Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [15400-15420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
14540εθνογραφικός, ή, ό [ἐθνογραφικός] ε-θνο-γρα-φι-κός επίθ.: ΕΘΝΟΛ. που σχετίζεται με την εθνογραφία: ~ός: χάρτης. ~ή: επιστήμη (= εθνογραφία)/μέθοδος/παρατήρηση/προσέγγιση/σύνθεση (περιοχής). ~ό: υλικό. ~ές: μελέτες. Εκθέσεις/παραδόσεις με ~ό ενδιαφέρον. ● επίρρ.: εθνογραφικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γερμ. ethnographisch, γαλλ. ethnographique, αγγλ. ethnographic(al)]
14541εθνογράφος[ἐθνογράφος] ε-θνο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στην εθνογραφία: λαογράφος-~. Βλ. -γράφος, εθνολόγος. [< μεσν. εθνογράφος, γερμ. Ethnograph, γαλλ. ethnographe, αγγλ. ethnographer]
14542εθνοκάθαρση[ἐθνοκάθαρση] ε-θνο-κά-θαρ-ση ουσ. (θηλ.): εξόντωση ή βίαιη εκδίωξη μειονότητας από το κράτος ή την περιοχή όπου είναι εγκατεστημένη με σκοπό την επίτευξη πληθυσμιακής ομοιογένειας: μαζική/συστηματική ~ (= εθνική εκκαθάριση). Βλ. γενο-, εθνο-κτονία, διωγμός, διώξεις, πογκρόμ. [< αγγλ. ethnic cleansing, 1991]
14543εθνοκαπηλία[ἐθνοκαπηλία] ε-θνο-κα-πη-λί-α ουσ. (θηλ.) , (εσφαλμ.) εθνοκαπηλεία: καπηλεία της έννοιας του έθνους και των ιδανικών του: ~ και πατριδοκαπηλία. Εκρήξεις ~ας και σοβινισμού. Βλ. σπέκουλα.
14544εθνοκάπηλος[ἐθνοκάπηλος] ε-θνο-κά-πη-λος επίθ./ουσ.: που εκμεταλλεύεται τις αξίες και τα ιδανικά του έθνους για προσωπικό όφελος ή προβολή: ~οι: αρχηγοί.|| (ως ουσ.) Eθνικιστές και ~οι. Πβ. πατριδοκάπηλος. Βλ. -κάπηλος.
14545εθνοκεντρικός, ή, ό [ἐθνοκεντρικός] ε-θνο-κε-ντρι-κός επίθ.: (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) που σχετίζεται με τον εθνοκεντρισμό: ~ή: πολιτική. ~ό: μοντέλο εκπαίδευσης (: μονοπολιτισμικό). ~ές: στάσεις/τάσεις (βλ. τοπικιστικός). ~ά: στερεότυπα. Αντιλήψεις ~oύ χαρακτήρα (βλ. εθνικιστικός). Η ~ή διάσταση/θεώρηση της ιστορίας. Βλ. -κεντρικός. ● επίρρ.: εθνοκεντρικά [< αγγλ. ethnocentric, 1891, γαλλ. ethnocentrique, 1968]
14546εθνοκεντρικότητα[ἑλληνοκεντρικότητα] ελ-λη-νο-κε-ντρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του εθνοκεντρικού. [< αγγλ. ethnocentricity]
14547εθνοκεντρισμός[ἐθνοκεντρισμός] ε-θνο-κε-ντρι-σμός ουσ. (αρσ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. κριτική ατόμων ή ομάδων για έναν άλλον πολιτισμό βάσει του συστήματος αξιών της δικής τους εθνικής κοινότητας, η πίστη στη μοναδικότητα ή/και την ανωτερότητα του έθνους στο οποίο ανήκουν. Πβ. εθνικ-, σοβιν-ισμός. Βλ. ανθρωποκεντρ-, πατριωτ-ισμός. [< αγγλ. ethnocentrism, 1906, γαλλ. ethnocentrisme, 1961]
14548εθνοκτονία[ἐθνοκτονία] ε-θνο-κτο-νί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συνειδητή προσπάθεια αφανισμού μιας εθνικής ομάδας, μέσω βίαιης εξόντωσής της ή κυρ. καταστροφής των πολιτιστικών της μνημείων και στοιχείων (π.χ. γλώσσα, ήθη και έθιμα). Πβ. γενοκτονία, εθνοκάθαρση. Βλ. αφομοίωση, -κτονία. [< αγγλ. ethnocide, 1968, γαλλ. ~, 1970]
14549εθνοκτόνος, ος/α, ο [ἐθνοκτόνος] ε-θνο-κτό-νος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να προκαλέσει εθνική διάλυση ή που αποσκοπεί στον αφανισμό ενός έθνους: ~ος: διχασμός. ~ος/~α: πολιτική.|| ~ο: έργο/σχέδιο. ~ες: συγκρούσεις. Βλ. -κτόνος.|| (σπανιότ. ως ουσ.) Εθνοκάπηλοι και ~οι. ΑΝΤ. εθνοσωτήριος, εθνωφελής [< μεσν. εθνοκτόνος]
14550εθνολογία[ἐθνολογία] ε-θνο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΕΘΝΟΛ. επιστήμη που μελετά τα ανθρωπολογικά, πολιτισμικά και άλλα χαρακτηριστικά εθνικών συνόλων, κυρ. των απλών και παραδοσιακών κοινωνιών, και τις μεταξύ τους σχέσεις. Βλ. πολιτισμική ανθρωπολογία, εθνο-γλωσσολογία, -γραφία, -μουσικολογία, -λογία. ΣΥΝ. κοινωνική ανθρωπολογία [< γαλλ. ethnologie, αγγλ. ethnology]
14551εθνολογικός, ή, ό [ἐθνολογικός] ε-θνο-λο-γι-κός επίθ. 1. ΕΘΝΟΛ. που σχετίζεται με την εθνολογία: Ιστορική και ~ή Εταιρεία της Ελλάδος (ΙΕΕΕ). 2. (καταχρ.) που έχει σχέση με το έθνος, κυρ. την πληθυσμιακή και γεωγραφική του κατανομή: ~ή: ομάδα/σύσταση/ταυτότητα (= εθνική). ● επίρρ.: εθνολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. ethnologique, αγγλ. ethnological]
14552εθνολόγος[ἐθνολόγος] ε-θνο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στην εθνολογία: ~-λαογράφος. Ανθρωπολόγος-~. Βλ. -λόγος. [< μεσν. εθνολόγος, γαλλ. ethnologue, αγγλ. ethnologist]
14553εθνομάρτυρας[ἐθνομάρτυρας] ε-θνο-μάρ-τυ-ρας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {εθνομαρτύρ-ων} & (λόγ.) εθνομάρτυς: αυτός που πέθανε με μαρτυρικό θάνατο υπερασπιζόμενος το έθνος και τα ιδανικά του: απαγχονισμοί/σφαγές ~ων.|| (ως επίθ.) ~ες: κληρικοί. [< γαλλ. martyr de la nation]
14554εθνομεθοδολογία[ἐθνομεθοδολογία] ε-θνο-με-θο-δο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. κοινωνιολογική προσέγγιση που επιχειρεί να διερευνήσει τον τρόπο με τον οποίο τα μέλη μιας κοινωνικής ομάδας διαμορφώνουν κοινές αντιλήψεις και πρακτικές. Βλ. -λογία. [< αγγλ. ethnomethodology, 1963, γαλλ. ethnométhodologie, 1977]
14555εθνομηδενισμός[ἐθνομηδενισμός] ε-θνο-μη-δε-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ.-ΙΣΤ. ιδεολογικό ρεύμα που απαξιώνει και αποδομεί την έννοια του έθνους, κυρ. στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης και της πολυπολιτισμικότητας.
14556εθνομηδενιστής[ἐθνομηδενιστής] ε-θνο-μη-δε-νι-στής επίθ./ουσ., εθνομηδενίστρια (η): οπαδός του εθνομηδενισμού.
14557εθνομηδενιστικός, ή, ό [ἐθνομηδενιστικός] ε-θνο-μη-δε-νι-στι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τον εθνομηδενισμό ή τον εθνομηδενιστή: ~ός: μεταμοντερνισμός. ~ή: πολιτική. ~ό: ιδεολόγημα. ~ές: αντιλήψεις/θέσεις/πολιτικές.
14558εθνομητέρα[ἐθνομητέρα] ε-θνο-μη-τέ-ρα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (ειρων.): γυναίκα βουλευτής (του ελληνικού κοινοβουλίου): Οι εθνοπατέρες και ~ες τίθενται προ των ευθυνών τους.
14559εθνομουσικολογία[ἐθνομουσικολογία] ε-θνο-μου-σι-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. επιστήμη που μελετά τη λαϊκή μουσική ως στοιχείο της έκφρασης ενός πολιτισμού και τη σχέση μεταξύ διαφορετικών μουσικών παραδόσεων: ερμηνευτική/συγκριτική ~. Bλ. εθνολογία, -λογία. [< αγγλ. ethnomusicology, 1950, γαλλ. ethnomusicologie, περ. 1955]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.