| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 14560 | εθνομουσικολογικός | , ή, ό [ἐθνομουσικολογικός] ε-θνο-μου-σι-κο-λο-γι-κός επίθ.: ΜΟΥΣ. που έχει σχέση με την εθνομουσικολογία: ~ά: ιδιώματα. [< αγγλ. ethnomusicological, 1958, γαλλ. ethnomusicologique] | |
| 14561 | εθνομουσικολόγος | [ἐθνομουσικολόγος] ε-θνο-μου-σι-κο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στην εθνομουσικολογία. [< αγγλ. ethnomusicologist, 1951, γαλλ. ethnomusicologue, περ. 1955] | |
| 14562 | εθνοπατέρας | [ἐθνοπατέρας] ε-θνο-πα-τέ-ρας ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: πρόσωπο, συνήθ. πολιτικός, που παρουσιάζεται ως προστάτης του έθνους, ενώ το μόνο που σκέφτεται είναι το προσωπικό του συμφέρον· βουλευτής: οι ~ες της χώρας (βλ. ηγήτορες, ταγοί). Μας παριστάνει τον ~α. Πβ. εθνοσωτήρας.|| Oι ~ες των κομμάτων. Βλ. -πατέρας. [< γαλλ. père de la nation, πβ. μτγν. ἐθνοπάτωρ ‘γενάρχης’] | |
| 14563 | εθνοπολιτισμικός | , ή, ό [ἐθνοπολιτισμικός] ε-θνο-πο-λι-τι-σμι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον εθνικό πολιτισμό: ~ή: ποικιλία/κοινότητα. ~ές: μειονότητες. ~ά: χαρακτηριστικά. Σχολείο με ~ές ιδιαιτερότητες. Βλ. δια-, μονο-, πολυ-πολιτισμικός. [< αγγλ. ethnocultural, 1973, γαλλ. ethnoculturel] | |
| 14564 | έθνος | [ἔθνος] έ-θνος ουσ. (ουδ.) {έθν-ους | -η, -ών}: συλλογική οντότητα που χαρακτηρίζεται από ιστορική, κοινωνική, πολιτισμική και συνήθ. πολιτική ενότητα: κυρίαρχο/υπόδουλο ~. Οι αγώνες/η ανεξαρτησία/η γλώσσα/η ελευθερία/οι εχθροί/οι ήρωες/τα ιδανικά/τα ιδεώδη/η ιστορία/οι παραδόσεις/το παρελθόν/ο πολιτισμός/τα συμφέροντα/η συλλογική συνείδηση/η (ιστορική) συνέχεια/οι σωτήρες (βλ. εθνοσωτήρας)/οι υπερασπιστές του ~ους. Αναπτυσσόμενα/ξένα/πολιτισμένα ~η (= κράτη). Το παρόν και το μέλλον του ~ους. Τα οράματα του αγωνιζόμενου ~ους. Ζήτω το ~! Επίορκοι, έτοιμοι να ξεπουλήσουν τα ιερά και τα όσια του ~ους. Στο σχέδιο αντιτάχθηκε σύσσωμο το ~ (= λαός). Πβ. γένος, εθνότητα, φυλή, φύλο. ● ΣΥΜΠΛ.: έθνος-κράτος βλ. κράτος, Κοινωνία των Εθνών βλ. κοινωνία, Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ)/Ηνωμένα Έθνη (ΗΕ) βλ. ηνωμένος, πατέρας του έθνους βλ. πατέρας [< αρχ. ἔθνος, γαλλ.-αγγλ. nation] | |
| 14565 | εθνόσημο | [ἐθνόσημο] ε-θνό-ση-μο ουσ. (ουδ.): το εθνικό έμβλημα κυρ. ως διακριτικό σε πηλήκια, μπερέδες και στολές· το ελληνικό διακριτικό σήμα με τη μορφή λευκού σταυρού, μέσα σε περ. τετράγωνο μπλε πλαίσιο, με δάφνινο στεφάνι γύρω του: κεντητό/μεταλλικό/χαραγμένο ~.|| ~α και διάσημα. (για διεθνή παίκτη) Φόρεσε τη φανέλα με το ~. Βλ. -σημο. [< γερμ. Staatswappen] | |
| 14566 | εθνοσυνέλευση | [ἐθνοσυνέλευση] ε-θνο-συ-νέ-λευ-ση ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Ε) 1. συνέλευση των εκπροσώπων του έθνους που συγκαλείται εκτάκτως, για να συντάξει ή να τροποποιήσει το Σύνταγμα· εθνική συνέλευση: αναθεωρητική/συντακτική ~. Διάλυση της ~ης.|| (ΙΣΤ.) Οι ~εύσεις της Ελληνικής Επανάστασης. Τα ψηφίσματα των ~εύσεων. 2. (καταχρ.) το κοινοβούλιο ορισμένων χωρών: ο πρόεδρος της ~ης.|| Μεταβατική ~. Βλ. γερουσία, κυβέρνηση. [< γαλλ. assemblée nationale] | |
| 14567 | εθνοσωτήρας | [ἐθνοσωτήρας] ε-θνο-σω-τή-ρας ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (ειρων.): πρόσωπο που εμφανίζεται σαν προστάτης ή ευεργέτης του έθνους: Παριστάνει τον ~α (βλ. λυτρωτής, μεσσίας). Ο λαϊκισμός των αυτόκλητων ~ων. Πβ. εθνοπατέρας. Βλ. πατριδοκάπηλος. [< γαλλ. sauveur de la nation] | |
| 14568 | εθνοσωτήριος | , α, ο [ἐθνοσωτήριος] ε-θνο-σω-τή-ρι-ος επίθ. (συνήθ. ειρων.): που είναι ωφέλιμος για το έθνος ή έχει ως στόχο την προστασία του: ~α: επανάσταση (βλ. χούντα). Πβ. εθνωφελής. ΑΝΤ. εθνοκτόνος | |
| 14569 | εθνότητα | [ἐθνότητα] ε-θνό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {εθνοτήτ-ων}: εθνοπολιτισμική κοινότητα χωρίς κρατική υπόσταση· ειδικότ. μειονότητα: κυρίαρχη ~. Ισότιμες/υπόδουλες/(ΙΣΤ.) χριστιανικές ~ες. Σεβασμός στην κουλτούρα κάθε ~ας. ~ες και αποσχιστικά κινήματα. Δικαιώματα/συνύπαρξη των ~ων. Πβ. έθνος. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: η αρχή των εθνοτήτων: ΠΟΛΙΤ. πολιτικό δόγμα σύμφωνα με το οποίο κάθε εθνότητα έχει δικαίωμα να συγκροτηθεί σε ανεξάρτητο κράτος. Πβ. η αρχή της αυτοδιάθεσης. [< γαλλ. le principe des nationalités] [< γαλλ. nationalité] | |
| 14570 | εθνοτικός | , ή, ό [ἐθνοτικός] ε-θνο-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την εθνότητα: ~ή: αλληλεγγύη/διαμάχη/καταγωγή/μειονότητα (πβ. εθνική)/συνείδηση/σύνθεση (μιας περιοχής)/ταυτότητα (= εθνοτικότητα). ~ό: ζήτημα. ~ές: διαφορές/κοινότητες/ομάδες. ~ά: προβλήματα/χαρακτηριστικά. Μετανάστες με διαφορετικό ~ό υπόβαθρο. Πβ. μειονοτικός.Βλ. πολυ~. [< αγγλ. ethnic, γαλλ. ethnique] | |
| 14571 | εθνοτικότητα | [ἐθνοτικότητα] ε-θνο-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {εθνοτικοτήτ-ων}: εθνοτική ταυτότητα. [< γαλλ. ethnicité, 1902, αγγλ. ethnicity, 1920] | |
| 14572 | εθνοτισμός | [ἐθνοτισμός] ε-θνο-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. προσήλωση των ατόμων στην εθνότητα που ανήκουν: υπερβάλλων ~. Εθνικισμός και ~. Αναβίωση του ~ού. Bλ. εθνοκεντρ-, πατριωτ-, τοπικ-ισμός. [< αγγλ. ethnicism, 1972, γαλλ. ethnicisme] | |
| 14573 | εθνοφαρμακολογία | [ἐθνοφαρμακολογία] ε-θνο-φαρ-μα-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. επιστήμη που ασχολείται με την παρατήρηση, τον προσδιορισμό, την περιγραφή και την πειραματική έρευνα των συστατικών και των δράσεων των φαρμάκων φυτικής, ζωικής και ορυκτής προέλευσης, που χρησιμοποιούνται από τις τοπικές κοινωνίες. [< αγγλ. ethnopharmacology, 1967] | |
| 14574 | εθνοφρουρά | [ἐθνοφρουρά] ε-θνο-φρου-ρά ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. Ε): ΣΤΡΑΤ. ένοπλο προσωπικό που φροντίζει για την ασφάλεια μιας περιοχής και συμπληρώνει τον τακτικό στρατό σε περιστάσεις έκτακτης ανάγκης: κυπριακή (αλλιώς Εθνική Φρουρά)/τοπική ~. Οι δυνάμεις/τα τάγματα της ~άς. Κατατάχθηκε/υπηρέτησε στην ~. Πβ. εθνοφυλακή. [< γαλλ. garde nationale] | |
| 14575 | εθνοφρουρός | [ἐθνοφρουρός] ε-θνο-φρου-ρός ουσ. (αρσ.): μέλος της εθνοφρουράς. Πβ. εθνοφύλακας. [< γαλλ. garde national] | |
| 14576 | εθνοφύλακας | [ἐθνοφύλακας] ε-θνο-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ.): μέλος της εθνοφυλακής: εθελοντές ~ες. Πβ. εθνοφρουρός. Βλ. -φύλακας. [< μτγν. ἐθνοφύλαξ 'αυτός που ανήκει στο ίδιο έθνος'] | |
| 14577 | εθνοφυλακή | [ἐθνοφυλακή] ε-θνο-φυ-λα-κή ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. δύναμη ένοπλων πολιτών, με αποστολή τη διατήρηση της εσωτερικής ασφάλειας, η οποία συμπληρώνει τον τακτικό στρατό σε περιστάσεις έκτακτης ανάγκης: μονάδες ~ής. Πβ. εθνοφρουρά, πολιτοφυλακή. Βλ. -φυλακή. [< γαλλ. garde nationale] | |
| 14578 | εθνοφυλετικός | , ή, ό [ἐθνοφυλετικός] ε-θνο-φυ-λε-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον εθνοφυλετισμό: ~ή: μειονότητα/ταυτότητα (βλ. εθνική). ~ό: ιδεολόγημα. ~ές: διακρίσεις/συγκρούσεις. Διαχωρισμοί με ~ά κριτήρια. | |
| 14579 | εθνοφυλετισμός | [ἐθνοφυλετισμός] ε-θνο-φυ-λε-τι-σμός ουσ. (αρσ.): υπερπατριωτισμός που καλλιεργεί τον φυλετικό ρατσισμό: σοβινισμός-~ (βλ. εθνοκεντρισμός). Πβ. εθνικισμός. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ