Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [15440-15460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
14580εθνοψυχολογία[ἐθνοψυχολογία] ε-θνο-ψυ-χο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. κλάδος που ασχολείται με την συγκριτική ψυχολογική μελέτη των φυλών και των εθνών. [< αγγλ. ethnopsychology, γαλλ. ethnopsychologie, περ. 1970]
14581εθνωνύμιο[ἐθνωνύμιο] ε-θνω-νύ-μι-ο ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. όνομα έθνους. Βλ. -ωνύμιο. [< αγγλ. ethnonym]
14582εθνωφελής, ής, ές [ἐθνωφελής] ε-θνω-φε-λής επίθ. {εθνωφελ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): που είναι επωφελής, χρήσιμος για το έθνος: ~ές: έργο/ίδρυμα. ~είς: σκoπoί. ~ και κοινωφελής δράση/πολιτική. Πβ. εθνοσωτήριος. ΑΝΤ. εθνοκτόνος
14583έθος[ἔθος] έ-θος ουσ. (ουδ.) {έθ-ους | -η} (λόγ.): πράξη ή συμπεριφορά που επαναλαμβάνεται συχνά: λατρευτικό/ταφικό ~. Αρχαία/θρησκευτικά ~η. Καθημερινό ~ (πβ. πρακτική). Κατά το ~ της εορτής (: την παράδοση, βλ. ειωθός). Ήθη και ~η. Πβ. έξη, συνήθεια. ● ΦΡ.: κατ' έθος: κατά το έθιμο, όπως συνηθίζεται. [< αρχ. ἔθος]
14584έθρεψαβλ. τρέφω
14585ει[εἰ] σύνδ. (αρχαιοπρ.): μόνο στις ● ΦΡ.: ει μη μόνον (λόγ.): μόνο, παρά μόνο: Η διαφορά δεν έχει καμία σημασία, ~ ~ ψυχολογική., ει μη τι άλλο (λόγ.): αν μη τι άλλο: Το θέμα είναι, ~ ~, σοβαρό., αν είναι δυνατό βλ. δυνατός [< αρχ. εἰ]
14720έι ντι ες ελβλ. έι
14587έι ντι ες ελ (ADSL)ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. τεχνολογία μετάδοσης δεδομένων που λειτουργεί σε τηλεφωνική γραμμή με πολύ πιο υψηλές ταχύτητες σε σχέση με το παραδοσιακό μόντεμ, Ασύμμετρη Ψηφιακή Συνδρομητική Γραμμή. Βλ. ευρυζωνικότητα, ντάιαλ απ. [< αγγλ. A(symmetric) D(igital) S(ubscriber) L(ine), 1991]
14591είδαβλ. βλέπω
14592ειδάλλως[εἰδάλλως] ει-δάλ-λως επίρρ. (λόγ.) & ειδαλλιώς: αλλιώς, στην αντίθετη περίπτωση: Ας διευκρινίσει τι πρόκειται να κάνει, ~ να αποχωρήσει. (απειλητ.) Πρόσεχε, ειδαλλιώς δεν θα τα πάμε καλά. ΣΥΝ. διαφορετικά (2), ειδεμή [< αρχ. φρ. εἰ δ' ἄλλως]
14593ειδεμή[εἰδεμή] ει-δε-μή επίρρ. (λόγ.): αλλιώς, διαφορετικά: Συνέχισε να προσπαθείς, ~ θα αποτύχεις. ΣΥΝ. αλλιώτικα (2), ειδάλλως [< αρχ. φρ. εἰ δέ μή, μεσν. ειδεμή]
14594ειδεχθής, ής, ές [εἰδεχθής] ει-δε-χθής επίθ. {ειδεχθ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· ειδεχθέστ-ερος, -ατος}: ΝΟΜ. (κυρ. για εγκλήματα και εγκληματίες) που προκαλεί αηδία, φρίκη και αποτροπιασμό: ~ής: επίθεση. ~ές: κακούργημα. ~είς: ενέργειες. Πράξη ιδιαζόντως ~. Το ~ές πρόσωπο της βίας. Πβ. αποκρουστ-, φρικιαστ-ικός, αποτρόπαιος, βδελυρός, φρικαλέος. ● επίρρ.: ειδεχθώς [-ῶς] [< μτγν. εἰδεχθής]
14595ειδήμων & ειδήμονας[εἰδήμων] ει-δή-μων ουσ. (αρσ. + θηλ.) {ειδήμ-ονος, -ονα | -ονες, -όνων} (λόγ.): πρόσωπο που γνωρίζει πολύ καλά κάτι, είτε πρόκειται για επιστημονική γνώση είτε για επάγγελμα, τέχνη: το κύρος του ~ονος. Ομάδα ~όνων. ~ σε θέματα .../στον τομέα του ... Με ύφος ~ονος. Οι ~ονες της αγοράς. Κάνουν τους/το παίζουν ~ονες.|| (ως επίθ.) ~ονες: καθηγητές. Πβ. γνώστης, ειδικός, εξπέρ, επαΐων, μύστης, προφέσορας. ΑΝΤ. αδαής, ανίδεος (1), άσχετος (2) [< μτγν. εἰδήμων]
14597ειδησεογραφία[εἰδησεογραφία] ει-δη-σε-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) & ειδησιογραφία (λόγ.): συγκέντρωση, επεξεργασία και δημοσίευση ή μετάδοση ειδήσεων από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης· συνεκδ. οι ίδιες οι ειδήσεις: έντυπη και ηλεκτρονική/τηλεοπτική ~. ~ στο διαδίκτυο.|| Διεθνής/καλλιτεχνική/οικονομική/πλούσια ~. ~ των τελευταίων ημερών. Πβ. ρεπορτάζ. Βλ. -γραφία, φωτο~.
14598ειδησεογραφικός, ή, ό [εἰδησεογραφικός] ει-δη-σε-ο-γρα-φι-κός επίθ. & ειδησιογραφικός (λόγ.): που σχετίζεται με την ειδησεογραφία: ~ός: οργανισμός/σταθμός. ~ή: εκπομπή/ενημέρωση/επικαιρότητα/υπηρεσία. ~ό: δίκτυο. ~ές: πληροφορίες. ~ά: δελτία/πρακτορεία/προγράμματα/σάιτ. Βραδινή/πρωινή ~ή ζώνη. ~ές στήλες περιοδικού. Βλ. φωτο~. ● επίρρ.: ειδησεογραφικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]
14599ειδησεογράφος[εἰδησεογράφος] ει-δη-σε-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): δημοσιογράφος που ασχολείται με την ειδησεογραφία. Πβ. ρεπόρτερ. Βλ. -γράφος, φωτο~.
14600είδηση[εἴδηση] εί-δη-ση ουσ. (θηλ.) 1. πληροφορία για πρόσφατα και συνήθ. αξιοσημείωτα γεγονότα ή σημαντικές εξελίξεις στον κόσμο, μια χώρα ή περιοχή, κυρ. όπως αυτή μεταδίδεται από έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης: αποκλειστική (= αποκλειστικότητα)/έγκυρη/συγκλονιστική/χθεσινή ~. ~ της τελευταίας στιγμής. ~-βόμβα. Αθλητικές (ΣΥΝ. αθλητικά)/εξωτερικές/εσωτερικές ~ήσεις. Διασταύρωση ~ήσεων. Το θέμα έγινε πρώτη ~ στα κανάλια. Οι αστυνομικές Αρχές επιβεβαίωσαν την τραγική ~. Διεθνείς ~ήσεις (από τον χώρο της ιατρικής). Η πιο δημοφιλής ~ της ημέρας (: σε ιστότοπο). Σάιτ που παρουσιάζει επιστημονικές/καλλιτεχνικές/κοινωνικές/οικονομικές/πολιτικές ~ήσεις. Κατηγορούνται για διάδοση/διασπορά ψευδών/(σπάν.) αναληθών ~ήσεων. 2. αναγγελία, ανακοίνωση· συνεκδ. το νέο που ανακοινώνεται: Η ~ του γάμου/του θανάτου της έκανε τον γύρο του κόσμου.|| Μόλις πληροφορήθηκα μια θλιβερή/πολύ δυσάρεστη ~. Να και μια αισιόδοξη/ευχάριστη ~. Κυκλοφορεί η ~ ότι ... Ξύπνα, έχω ~! Μας έφερε καλές ~ήσεις. (ΕΚΚΛΗΣ.) Η χαρμόσυνη ~ της Ανάστασης. Πβ. μήνυμα.ειδήσεις (οι): δελτίο ειδήσεων τηλεοπτικού ή ραδιοφωνικού σταθμού· ένα τμήμα του: οι απογευματινές/κεντρικές/πρωινές ~ ενός καναλιού. Στις ~ των οκτώ (ενν. στις οκτώ το βράδυ). Το είπαν στις ~. (για άνκορμαν) Λέει/παρουσιάζει τις ~. Ακούω/βλέπω/παρακολουθώ τις ~. Η ταινία θα προβληθεί μετά τις νυχτερινές ~. Παραπλανητικές/ψευδείς/ψεύτικες ~ήσεις (= φέικ νιουζ). [< αγγλ. news] ● Υποκ.: ειδησούλα (η) ● Μεγεθ.: ειδησάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: δελτίο ειδήσεων βλ. δελτίο, πρακτορείο ειδήσεων βλ. πρακτορείο ● ΦΡ.: βγάζω/βγαίνει είδηση: αποκαλύπτω/αποκαλύπτονται σημαντικές πληροφορίες: Οι εκπομπές της βγάζουν ~.|| Δεν βγήκε ~ από τη συνέντευξη Τύπου., άγγελος ή προάγγελος κακών/καλών ειδήσεων βλ. άγγελος, παίρνω χαμπάρι/είδηση/πρέφα/μυρωδιά βλ. παίρνω [< πβ. αρχ. εἴδησις ‘γνώση, επιστήμη’, γαλλ. information, nouvelle]
14601ειδικευμένος, η, ο [εἰδικευμένος] ει-δι-κευ-μέ-νος επίθ.: που έχει αποκτήσει γνώσεις και εμπειρία ή γενικότ. ειδικεύεται σε κάποιον τομέα, εξειδικευμένος: ~ος: αναλυτής/επιστήμονας/εργάτης. ~ο: προσωπικό. ~ες: ομάδες (εργασίας). ~α: στελέχη. ~οι επί των πωλήσεων. ΑΝΤ. ανειδίκευτος.|| ~ος: φορέας. ~η: υπηρεσία. ~ες: επιχειρήσεις. ~α: ιδρύματα/κέντρα. Πβ. ειδικός.
14602ειδικευόμενος, η, ο [εἰδικευόμενος] ει-δι-κευ-ό-με-νος επίθ./ουσ.: που εκπαιδεύεται, για να αποκτήσει λεπτομερείς γνώσεις σε κάποιον τομέα· που είναι ειδικός σε κάτι: ~ος: γιατρός. (ως ουσ.) Οι εφημερίες των ~ένων. Πβ. ασκούμενος, εκπαιδευ-, μαθητευ-όμενος.|| Επιχείρηση ~η σε ...
14603ειδίκευση[εἰδίκευση] ει-δί-κευ-ση ουσ. (θηλ.): απόκτηση εξειδικευμένων γνώσεων ή/και ικανοτήτων σε κάποιον τομέα· ειδικότ. η εκπαίδευση που οδηγεί σε αυτή: επαγγελματική/επιστημονική ~. Σύγχρονες/τεχνικές ~εύσεις. Προγράμματα/πτυχίο/(μεταπτυχιακές) σπουδές ~ης. Αρχαιολόγος με ~ στη μουσειολογία. Επιστήμονες υψηλής ~ης (βλ. σπεσιαλίστας). ~ στο αντικείμενο ... ΣΥΝ. εξειδίκευση (1) [< γαλλ. spécialisation]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.