| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 14604 | ειδικεύω | [εἰδικεύω] ει-δι-κεύ-ω ρ. (μτβ.) {(σπάν.) ειδίκευ-σε, -τηκα (λόγ.) -θηκα, -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας, -όμενος, -μένος, -θείς} ΣΥΝ. εξειδικεύω 1. εκπαιδεύω κάποιον, ώστε να αποκτήσει ειδικές γνώσεις σε ορισμένο τομέα: Το κέντρο ~ει και καταρτίζει επιστήμονες. 2. (σπανιότ.) συγκεκριμενοποιώ κάτι: Σε παρένθεση ~ει το θέμα και αναφέρει ότι ... ΑΝΤ. γενικεύω (2) ● Παθ.: ειδικεύομαι: είμαι ή γίνομαι ειδικός σε κάτι, αποκτώ εξειδικευμένες γνώσεις ή/και ικανότητες σε κάποιο αντικείμενο: ~εται/~τηκε στην παθολογία/στη συντήρηση μνημείων. Έχει ~θεί σε θέματα διοίκησης επιχειρήσεων.|| (κατ' επέκτ.) Εταιρεία που ~εται στην κατασκευή φωτοβολταϊκών. [< 1: γαλλ. spécialiser 2: γαλλ. spécifier] | |
| 14605 | ειδικός | , ή, ό [εἰδικός] ει-δι-κός επίθ. ΑΝΤ. γενικός 1. που υπάρχει, γίνεται ή χρησιμοποιείται για συγκεκριμένο σκοπό, που διαφοροποιείται από το κανονικό, το σύνηθες: ~ός: εξοπλισμός/φόρος. ~ή: αίθουσα/(ΠΛΗΡΟΦ.) αναζήτηση/αποστολή/διαδρομή (ράλι)/Διδακτική (ενός μαθήματος)/έκδοση (για παιδιά)/θεραπεία/κάρτα (μέλους)/μελέτη/σχέση/υπηρεσία. ~ό: βραβείο/ένθετο/καθεστώς/μηχάνημα/πρόγραμμα. ~ές: απαιτήσεις/γλώσσες/διατάξεις/κατασκευές (επίπλων)/προσφορές (του μήνα)/ρυθμίσεις. ~ά: θέματα/λεξικά/μέτρα/προϊόντα/χαρακτηριστικά (βλ. καθολικός). ~οί όροι συμμετοχής. Σε ~ές συνθήκες θερμοκρασίας. Χρειάζεται ~ή άδεια. Συμπληρώστε το ~ό έντυπο.|| ~ό Σχολείο (: που απευθύνεται σε παιδιά με ~ές ανάγκες).|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ή: πρόταση (: δευτερεύουσα ονοματική πρόταση που εισάγεται με τους συνδέσμους ότι, πως ή που). ~οί: σύνδεσμοι (: με τους οποίους εισάγονται οι ~ές προτάσεις). ~ό: απαρέμφατο (: είδος απαρεμφάτου της αρχαίας ελληνικής που αποδίδεται στα νέα με ~ή πρόταση). 2. (για φυσικό ή νομικό πρόσ.) που έχει ορισμένη αρμοδιότητα, αποστολή ή γνώσεις, πείρα, ικανότητες υψηλού επιπέδου σε ένα αντικείμενο, κλάδο: ~ός: απεσταλμένος/επιστήμονας/συνεργάτης. ~ή: επιτροπή. ~ό: κοινό (ΑΝΤ. ευρύ)/προσωπικό. ~ή εταιρεία συμβούλων.|| (ΙΑΤΡ.) ~ός: αλλεργιολόγος/χειρουργός. Πβ. ειδικευμένος. ΑΝΤ. ανειδίκευτος ● Ουσ.: ειδικός (ο/η): πρόσωπο, συνήθ. επαγγελματίας, με ορισμένη ειδικότητα: ~ εφαρμογών πληροφορικής/φοροτεχνικού γραφείου. Οι ~οί προτείνουν/συμβουλεύουν ... Ρωτήστε τον ~ό. Πβ. αυθεντία, γκουρού, ειδήμων, ειδικευμένος, εξπέρ, επαΐων, μετρ, σπεσιαλίστας. ΑΝΤ. άσχετος, άσχετη [< γαλλ. spécialiste] ● επίρρ.: ειδικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ειδικό βάρος 1. ΦΥΣ. ο λόγος του βάρους ενός σώματος προς τον όγκο του (σύμβ. ε): μικρό/υψηλό ~ ~. Το ~ ~ του νερού. Βλ. μάζα, πυκνότητα. 2. (μτφ.) σπουδαιότητα, σημασία: το ~ ~ των αντιπάλων. [< γαλλ. poids spécifique] , Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας (ακρ. ΕΛΚΕ): μη κερδοσκοπικός οργανισμός που λειτουργεί στα ΑΕΙ με σκοπό την προαγωγή της έρευνας., Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο βλ. δικαστήριο, Ειδικές Δυνάμεις βλ. δύναμη, ειδική αγωγή/εκπαίδευση βλ. αγωγή, ειδική μνεία βλ. μνεία, ειδική πλειοψηφία βλ. πλειοψηφία, ειδική/ιδιαίτερη περίπτωση βλ. περίπτωση, Ειδικό Προστατικό Αντιγόνο βλ. αντιγόνο, Ειδικό Τραβηκτικό Δικαίωμα βλ. τραβηκτικός, Ειδικοί Ολυμπιακοί Αγώνες βλ. ολυμπιακός, ειδικοί ποινικοί νόμοι βλ. ποινικός, ειδικός αγορητής βλ. αγορητής, ειδικός γραμματέας βλ. γραμματέας, ειδικός διαπραγματευτής βλ. διαπραγματευτής, ειδικός εκλογικός αριθμός βλ. αριθμός, ειδικός φρουρός βλ. φρουρός ● ΦΡ.: άτομα με ειδικές ανάγκες/ικανότητες/δεξιότητες: που παρουσιάζουν σωματική ή πνευματική αναπηρία και χρειάζονται επιπλέον βοήθεια, για να ανταποκρίνονται στις καθημερινές τους ανάγκες: απασχόληση/εκπαίδευση (των) ατόμων ~ ~. Πβ. ανάπηρος, εμποδιζόμενα άτομα, παράλυτος. Βλ. ΑΜΕΑ1. [< μτγν. εἰδικός, γαλλ. spécial, spécifique] | |
| 14606 | ειδικότερος | , η, ο [εἰδικότερος] ει-δι-κό-τε-ρος επίθ.: εξειδικευμένος, πιο ειδικός: ~ος: κλάδος/προβληματισμός/στόχος/τομέας. ~η: γνώση/ενημέρωση/πληροφορία. ~ο: αντικείμενο/ενδιαφέρον/πρόβλημα.|| (ως ουσ.) Δεν είµαι ο ~ επί του θέµατος. Τα ~α του κυβερνητικού έργου. Πβ. επιμέρους. ΑΝΤ. γενικότερος ● επίρρ.: ειδικότερα: ΑΝΤ. γενικότερα | |
| 14607 | ειδικότητα | [εἰδικότητα] ει-δι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): το σύνολο των ειδικών γνώσεων σε ορισμένο γνωστικό ή τεχνικό κλάδο, ο αντίστοιχος τομέας και η εκπαίδευση που οδηγεί στην απόκτησή τους: μαθήματα ~ας.|| Κύρια/ομαδοποιημένη ~. ~ καρδιολογίας. Επαγγελματικές/επιστηµονικές/προσφερόμενες ~ες. ~ες αιχμής. Ασκεί τα καθήκοντα ή τις εργασίες της ~άς του. Υποψήφιοι όλων των ~ήτων.|| Nέες θέσεις για ~. Δίδεται/χορηγείται πλήρης ~ (: ο αντίστοιχος τίτλος). Πβ. εξειδίκευση. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: άγονες ειδικότητες: στις οποίες δεν ασκείται ο απαιτούμενος αριθμός γιατρών σύμφωνα με τις υπάρχουσες ανάγκες. ● ΦΡ.: είναι η ειδικότητά μου (μτφ.-προφ.): το δυνατό μου σημείο, το φόρτε μου. [< γαλλ. spécialité] | |
| 14608 | ειδογένεση | [εἰδογένεση] ει-δο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. σύνολο διεργασιών κατά τις οποίες ένα ή περισσότερα είδη προκύπτουν μέσω της εξέλιξης προγονικών ειδών: αρχές/μηχανισμοί ~ης. Γενετικές θεωρίες για την ~. Βλ. -γένεση. [< αγγλ. speciation, 1906, γαλλ. spéciation, περ. 1950] | |
| 14609 | ειδολογικός | , ή, ό [εἰδολογικός] ει-δο-λο-γι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην έννοια "είδος": ~ή: διαφορά (πβ. ειδοποιός)/κατηγορία/ταυτότητα. ~ά: γνωρίσματα. ~ή κατάταξη των εκθεμάτων (= κατά είδη). ~ή: κατηγοριοποίηση. Πβ. μορφολογικός. ● επίρρ.: ειδολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] | |
| 14610 | ειδοποίηση | [εἰδοποίηση] ει-δο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): πληροφόρηση, ενημέρωση κάποιου για κάτι που τον αφορά άμεσα, ώστε να αναλάβει δράση· συνεκδ. το σχετικό κείμενο με το οποίο ενημερώνεται, ειδοποιητήριο: άμεση/αυτόματη/έγκαιρη ~. ~ ασθενοφόρου/του καταναλωτή/του πελάτη. Προθεσμία ~ης. ~ μέσω γραπτού μηνύματος (SMS)/ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. ~ με ιμέιλ/φαξ. ~ της τράπεζας για απώλεια ή κλοπή κάρτας. Υπηρεσία ~ης κλήσεων. Χωρίς άλλη ~. Πβ. αναγγελία, γνωστο-, κοινο-ποίηση.|| Αποστέλλω/λαμβάνω ατοµική/γραπτή/ταχυδρομική ~. ~ ακύρωσης (της παραγγελίας)/έξωσης/κατάσχεσης. Έλαβα από την εφορία τη σχετική ~ (πβ. μπιλιέτο, ραβασάκι). Βλ. προ~, τηλε~. [< πβ. μτγν. εἰδοποίησις ‘διαμόρφωση ενός (προ)τύπου’] | |
| 14611 | ειδοποιητήριο | [εἰδοποιητήριο] ει-δο-ποι-η-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): έγγραφο με το οποίο πληροφορείται κάποιος επισήμως για κάτι που τον αφορά άμεσα: ατομικά ~α. ~ απουσιών μαθητή/πληρωμής (δόσεων/προστίμων). Αποστολή/λήψη/προσκόμιση του ~ίου. Τα ~α της εφορίας. Έχουν σταλεί ~α-τελεσίγραφα σε οφειλέτες του Δημοσίου. Πβ. ειδοποίηση. Βλ. αγγελτήριο, -τήριο. [< γαλλ. lettre d΄avis] | |
| 14612 | ειδοποιητήριος | , α, ο [εἰδοποιητήριος] ει-δο-ποι-η-τή-ρι-ος επίθ. (λόγ.): που γνωστοποιεί επισήμως κάτι: ~α: επιστολή. Πβ. ειδοποιητικός. Βλ. -τήριος. | |
| 14613 | ειδοποιητικός | , ή, ό [εἰδοποιητικός] ει-δο-ποι-η-τι-κός επίθ. (λόγ.): που ανακοινώνει ή γνωστοποιεί κάτι: ~ή: επιστολή. ~ά: μηνύματα. Πβ. ειδοποιητήριος. Βλ. -ποιητικός, προ~. [< πβ. μτγν. εἰδοποιητικός ‘ειδοποιός’] | |
| 14614 | ειδοποιός | , ός, ό [εἰδοποιός] ει-δο-ποι-ός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα: ~ός: ρόλος. ~ός: ιδιότητα. ~ό: στοιχείο. Βλ. -ποιός. ● ΣΥΜΠΛ.: ειδοποιός διαφορά: που κάνει κάτι να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα ομοειδή: η ~ ~ της δημοκρατίας από όλα τα άλλα πολιτεύματα. [< αρχ. εἰδοποιός ‘που διαμορφώνει ένα είδος ή δημιουργεί μια μορφή’] | |
| 14615 | ειδοποιώ | [εἰδοποιῶ] ει-δο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ειδοποι-είς, -ώντας | ειδοποί-ησα, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, (σπάν.) -ούμενος, -ημένος}: ενημερώνω κάποιον για κάτι που τον αφορά άμεσα, ώστε να αναλάβει δράση: ~ησε (= κάλεσε, φώναξε) αμέσως/έγκαιρα την Πυροσβεστική. Μας ~ησαν από το γραφείο να .../ότι .../πως ... ~ήστε τον υπεύθυνο για ... ~ήθηκε ασθενοφόρο, (για) να παραλάβει τον τραυματία. Ακύρωσε το ταξίδι, ~ώντας εγγράφως την εταιρεία. Έφτασε η Αστυνομία ~ημένη από τους ενοίκους. Πβ. γνωστοποιώ, πληροφορώ. Βλ. -ποιώ, προ~. [< πβ. μτγν. εἰδοποιῶ ‘απεικονίζω, σχεδιάζω, περιγράφω’, γαλλ. informer] | |
| 14616 | είδος | [εἶδος] εί-δος ουσ. (ουδ.) {είδ-ους | -η, -ών} 1. ΒΙΟΛ. σύνολο έμβιων όντων, τα οποία μοιάζουν αρκετά ως προς τα γενετικά, μορφολογικά και φυσιολογικά χαρακτηριστικά τους, με αποτέλεσμα να είναι δυνατή η διασταύρωσή τους: ~ δέντρου/ζώου. Αναπαραγωγή/εξαφάνιση/επιβίωση/μετεξέλιξη του ~ους. ~η βακτηρίων/θηλαστικών. Προστατευόμενα/σπάνια ~η. (κυρ. για ιδιότητες ζώων και φυτών) Διαφέρει από ~ σε ~. Άτομα του ίδιου ~ους. Βλ. οικογένεια, γένος. 2. (γενικότ.) κατηγορία έργων, πραγμάτων, στοιχείων, ενεργειών ή σπανιότ. προσώπων με κοινά χαρακτηριστικά: ~ λόγου/τέχνης. ~η αυτοκινήτων/βιβλίων/επιστημών/έρευνας. Εύρεση/κατάταξη ανά/κατά ~. Υπάρχουν δύο ~ών άνθρωποι, οι καλοί και οι κακοί. || (ΦΙΛΟΣ.) Η έννοια του ~ους κατ' αντιδιαστολή προς την ευρύτερη έννοια του γένους. 3. μορφή· ποιότητα: ~ ντυσίματος (πβ. στιλ). Το χειρότερο ~ απάτης. Τέτοιου ~ους επενδύσεις. Δεν παρέχει κανενός ~ους εγγύηση (= καμιά). (αόριστα) (Πρόκειται για) ένα ~ άρνησης/εκδίκησης/επικοινωνίας/θεραπείας. Υφίσταται ένα ~ εκβιασμού/καταπίεσης.|| Τι ~ους (= σόι) άνθρωπος είναι/εκπαίδευση προσφέρει; (μειωτ.) Δεν εμπιστεύομαι τους επαγγελματίες του ~ους σου. Πβ. ποιόν. ● είδη (τα): σύνολο εμπορικών κυρ. προϊόντων με ίδια χρήση: αφορολόγητα/εποχιακά/οικιακά/τουριστικά ~. ~ αναψυχής/γάμου/γραφείου/δώρων/εξοχής/επίπλωσης/ρουχισμού/ταξιδίου/υπόδησης/χορού. Κωδικός/ταξινόμηση/τιμοκατάλογος ~ών. [< μτγν. εἴδη, γαλλ. articles] ● ΣΥΜΠΛ.: το ανθρώπινο είδος/γένος: για γενικότερη αναφορά στον άνθρωπο: διαιώνιση/εξέλιξη του ~ου ~ους. Η σηµασία της φύσης για το ~ ~. Πβ. ανθρωπότητα., απειλούμενα είδη βλ. απειλούμενος, γραφικά (είδη) βλ. γραφικός, είδη μαναβικής βλ. μαναβική, είδη προικός βλ. προίκα, είδη υγιεινής βλ. υγιεινή, λευκά είδη βλ. λευκός, λογοτεχνικά γένη/είδη βλ. λογοτεχνικός, προσωπικά είδη βλ. προσωπικός ● ΦΡ.: είδος εν ανεπαρκεία [ἐν ἀνεπαρκείᾳ] (λόγ.): για κάτι που βρίσκεται σε έλλειψη: ~ ~ ο ελεύθερος χρόνος/το πράσινο στην πόλη., έκαστος/καθείς/καθένας στο είδος του (λόγ.): καθένας είναι ικανός στην ειδικότητά του, στο επάγγελμα ή στην τέχνη που ασκεί., εν είδει [ἐν εἴδει] (λόγ.): (+ γεν.) με τη μορφή, σαν: τραγούδι ~ ~ ύμνου. Δραστηριότητα ~ ~ παιχνιδιού. ΣΥΝ. δίκην, κάθε/παντός είδους & ειδών ειδών (+ ονομαστ. πληθ.): συμπεριλαμβανομένων όλων των ποικίλων στοιχείων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία: ~ ~ άνθρωποι/εργασίες. Δεν επιτρέπεται κάθε ~ δόμηση. Ανάληψη κάθε ~ πρωτοβουλίας. Εκτυπώσεις παντός ~. ΣΥΝ. κάθε λογής & λογής λογής & λογιών λογιών, σε είδος: δίνοντας ως αντάλλαγμα πράγματα ή υπηρεσίες αντί για χρήματα: ανταλλαγή/εισφορές/παροχές ~ ~. Αμοιβή/πληρωμή ~ ~. Οικονομική ή ~ ~ συμμετοχή., στο είδος του: σε σχέση με άλλους ή άλλα στοιχεία της κατηγορίας στην οποία ανήκει: κλασικός/κορυφαίος/πρωτοπόρος ~ ~. Νέο μοντέλο αυτοκινήτου που θεωρείται ένα από τα καλύτερα ~ ~ (: στην κλάση του)., (είδος) υπό εξαφάνιση βλ. εξαφάνιση, είδη/αγαθά πρώτης ανάγκης βλ. ανάγκη, του χειρίστου είδους βλ. χείριστος [< 1,2: αρχ. εἶδος, αγγλ. species 3: γαλλ. espèce] | |
| 14617 | ειδυλλιακός | , ή, ό [εἰδυλλιακός] ει-δυλ-λι-α-κός επίθ. 1. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από τελειότητα και ομορφιά, ιδανικός, ιδεώδης: ~ή: ατμόσφαιρα/ζωή (= ευτυχισμένη)/θέα/τοποθεσία/φύση (πβ. μαγευτικός). ~ό: νησί/περιβάλλον/σκηνικό (βλ. ρομαντικό)/τοπίο. ~ές: διακοπές. ~ά: χωριά (πβ. γραφικός). ~ά και φημισμένα θέρετρα. Ευχάριστες και ~ές στιγμές. 2. ΦΙΛΟΛ. που είναι σχετικός με το λογοτεχνικό είδος του ειδυλλίου: ~ή: ποίηση. Πβ. βουκολικός. ● επίρρ.: ειδυλλιακά [< γαλλ. idyllique , αγγλ. idyllic] | |
| 14618 | ειδύλλιο | [εἰδύλλιο] ει-δύλ-λι-ο ουσ. (ουδ.) 1. αγνή, ρομαντική ερωτική περιπέτεια, τρυφερή σχέση: αθώο/καινούργιο/καλοκαιρινό/κρυφό/νεανικό/πλατωνικό/φλογερό ~. Το ~ αναζωπυρώθηκε/κατέληξε σε γάμο. Πόσο κράτησε το ~; Πλέχτηκε το ~. Πβ. ρομάντζο, φλερτ. 2. (μτφ.) σχέση συνεννόησης και συνεργασίας ανάμεσα σε άτομα, κράτη, οργανώσεις ή κόμματα, συχνά μεταξύ αντιπάλων: Αναπτύχθηκε/ξεκίνησε/προέκυψε ~ διαρκείας μεταξύ των δύο χωρών. 3. ΦΙΛΟΛ. σύντομο ποίημα (της ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής) ή νεότερο θεατρικό έργο ποιμενικού και ερωτικού περιεχομένου: τα ~α του Θεοκρίτου. Βουκολικά ποιητικά ~α. Βλ. δράμα, ελεγεία, κωμ~, -ύλλιο. [< 1,2: γαλλ. idylle, αγγλ. idyll 3: μτγν. εἰδύλλιον] | |
| 14619 | ειδώθηκα | βλ. βλέπω | |
| 14620 | ειδώλιο | [εἰδώλιο] ει-δώ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {ειδωλί-ου}: ΑΡΧΑΙΟΛ. μικρό ομοίωμα, αγαλματίδιο που αναπαριστά άνθρωπο, ζώο, φυτό ή πράγμα: ανθρωπόμορφο/γεωμετρικό/κυκλαδικό/μαρμάρινο/μυκηναϊκό/πήλινο/χάλκινο ~. Ζωόμορφα/λατρευτικά/προϊστορικά ~α. ~ ανακεκλιμένης και καθιστής μορφής. Πβ. αγαλμάτιο. Βλ. ταναγραία. [< μτγν. εἰδώλιον, γαλλ. statuette] | |
| 14621 | είδωλο | [εἴδωλο] εί-δω-λο ουσ. (ουδ.) {ειδώλ-ου} 1. αναπαράσταση ή αντανάκλαση αντικειμένου ή προσώπου, συνήθ. ως αποτέλεσμα οπτικού φαινομένου: ανεστραµµένο/τρισδιάστατο/φωτογραφικό/ψηφιακό ~. Πραγµατικό (: που σχηματίζεται από τις ανακλώμενες ακτίνες)/φανταστικό (: που δημιουργείται από τις προεκτάσεις των ακτίνων) ~. Ανιχνευτής/παραμόρφωση/σμίκρυνση/φωτεινότητα ~ου. Σχηµατισµός ~ων σε κοίλα και κυρτά κάτοπτρα. Βλέπω το ~ό μου στον καθρέφτη. ~α στους αποκλίνοντες και συγκλίνοντες φακούς. Πβ. εικόνα. Βλ. κοσμο~.|| (ΠΛΗΡΟΦ., αναπαράσταση στην κύρια μνήμη του υπολογιστή των δεδομένων που περιέχονται σε άλλο φορέα:) ~ αρχείων/δισκετών/σκληρού δίσκου. 2. εικόνα ή ομοίωμα θεότητας, θνητού ή ζώου ή γενικότ. αντικειμένου με θεϊκές, μαγικές ιδιότητες: ξύλινο (πβ. ξόανο)/χάλκινο ~. Λατρεία/προσκύνηση ~ου (βλ. ειδωλολατρία). Πβ. φετίχ. 3. (μτφ.) πρόσωπο που γίνεται αντικείμενο υπερβολικού θαυμασμού και λατρείας: κινηματογραφικό/μουσικό ~. Αθλητής/ηθoπoιός/τραγoυδιστής ~. Ταύτιση με το ~. Ζήτησε αυτόγραφο από το ~ό της. Πβ. βεντέτα2.|| Το ~ του κέρδους. Βλ. πρότυπο. ΣΥΝ. θεός (3), ίνδαλμα (1) [< 1: αρχ. εἴδωλον 2: μτγν. ~ 3: γαλλ. idole, αγγλ. idol] | |
| 14622 | ειδωλολάτρης, ειδωλολάτρισσα | [εἰδωλολάτρης] ει-δω-λο-λά-τρης ουσ. (αρσ. + θηλ.) {αρσ. ειδωλολατρών}: άτομο, συνήθ. οπαδός πολυθεϊστικής θρησκείας, που αποδίδει θεϊκές και υπερφυσικές ιδιότητες σε ομοιώματα θεοτήτων και άλλα αντικείμενα: ~ες και δωδεκαθεϊστές. Χριστιανοί και ~ες. Πβ. παγανιστής, πολυθεϊστής. Βλ. -λάτρης, νεο~. [< μτγν. εἰδωλολάτρης, μεσν. ειδωλολάτρισσα, γαλλ. idolâtre , αγγλ. idolater] | |
| 14623 | ειδωλολατρία | [εἰδωλολατρία] ει-δω-λο-λα-τρί-α ουσ. (θηλ.): η λατρεία των ειδώλων, η απόδοση σε αυτά θεϊκών ιδιοτήτων· ειδικότ. η αρχαία ελληνική θρησκεία: σύγχρονη ~. Οι θεοί/η πλάνη της ~ας. Από την ~ στον Χριστιανισμό. Πβ. παγανισμός. Βλ. νεο~, πολυ-θεΐα, -θεϊσμός, -λατρία. [< μτγν. εἰδωλολατρ(ε)ία, γαλλ. idolâtrie, αγγλ. idolatry] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ