| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 14624 | ειδωλολατρικός | , ή, ό [εἰδωλολατρικός] ει-δω-λο-λα-τρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους ειδωλολάτρες ή την ειδωλολατρία: ~ός: κόσμος/ναός. ~ή: γιορτή/παράδοση/πίστη. ~ό: σύμβολο. ~ά: έθιμα/κατάλοιπα/μνημεία. Πβ. παγανιστ-, πολυθεϊστ-ικός. Βλ. νεο~. [< μεσν. ειδωλολατρικός, γαλλ. idolâtrique, αγγλ. idolatric(al)] | |
| 14625 | ειδωλοπλαστική | [εἰδωλοπλαστική] ει-δω-λο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. η τέχνη της επεξεργασίας του υλικού για την κατασκευή ειδωλίων: νεολιθική ~. Κυκλαδική ~ και κεραμική. ~ της πρώιμης χαλκοκρατίας. Βλ. -πλαστική. | |
| 14626 | ειδωλοποίηση | [εἰδωλοποίηση] ει-δω-λο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): υπερβολικός θαυμασμός, λατρεία για κάποιον ή κάτι: ~ των αθλητών/του εγώ/της επιστήµης/του παρελθόντος/της ύλης. Πβ. θεοποίηση, φετιχισμός. Βλ. -ποίηση. [< μτγν. εἰδωλοποίησις ‘διαμόρφωση εικόνων (στο μυαλό)’] | |
| 14627 | ειδωλοποιώ | [εἰδωλοποιῶ] ει-δω-λο-ποι-ώ ρ. (μτβ.): θαυμάζω υπερβολικά, έχω ως αντικείμενο λατρείας: Η κοινωνία ~εί τους εφήμερους αστέρες των μίντια. Το χρήμα έχει ~ηθεί. Πβ. θεοποιώ. Βλ. -ποιώ. [< μτγν. εἰδωλοποιῶ ‘διαμορφώνω μια εικόνα (στο μυαλό)’] | |
| 14628 | ΕΙΕ | : Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Βλ. ΕΚΤ. | |
| 14629 | ΕΙΕΑΔ | (το): Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και Ανθρώπινου Δυναμικού. | |
| 14630 | είθε | [εἴθε] εί-θε επιφών. (λόγ.): δηλώνει ευχή για να πραγματοποιηθεί κάτι θετικό, μακάρι: (+ να) ~ ο Θεός να σας έχει καλά. ~ να είναι ευτυχισμένος.|| (ελλειπτ.) Θα ανταμειφθούν οι κόποι σου. -~! Πβ. αμήν, άμποτε, από το στόμα σου και στου Θεού τ' αυτί, ο Θεός να δώσει. ΑΝΤ. ο μη γένοιτο [< αρχ. εἴθε] | |
| 14631 | είθισται | [εἴθισται] εί-θι-σται ρ. (απρόσ.) (επίσ.): συνηθίζεται: ~ να λέγεται ότι ... Όπως/ως ~ κάθε χρονιά/σε τέτοιες περιπτώσεις. ● βλ. εθίζω [< αρχ. εἴθισται] | |
| 14632 | ΕΙΚ | (το): Εθνικό Ίδρυμα Κωφών. | |
| 14633 | εικάζω | [εἰκάζω] ει-κά-ζω ρ. (μτβ.) {εικά-σει, εικάζ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): καταλήγω σε συμπέρασμα ή υπόθεση, διαμορφώνω άποψη, κρίση την οποία στηρίζω σε ορισμένα δεδομένα, χωρίς όμως να είναι επιβεβαιωμένη: Θα μπορούσε να ~σει κανείς ότι ... Αδυνατεί να ~σει τους λόγους για τους οποίους ... Η Αστυνομία ~ει ότι οι δράστες έχουν συνεργούς. Πβ. νομίζω, φαντάζομαι. Βλ. προ~. ΣΥΝ. εικοτολογώ, πιθανολογώ, υποθέτω (1) ● Παθ.: εικάζεται (απρόσ., + ότι/πως): διατυπώνεται ως υπόθεση, θεωρείται πιθανό: ~ ότι/πως η πυρκαγιά, οφείλεται σε εμπρησμό. ΣΥΝ. πιθανολογείται [< αρχ. εἰκάζω] | |
| 14634 | εικασία | [εἰκασία] ει-κα-σί-α ουσ. (θηλ.) {εικασι-ών} (λόγ.): υπόθεση ή συμπέρασμα που διατυπώνεται ως πιθανό: αναπόδεικτη/απλή/τολμηρή ~. Αβάσιμες/αόριστες/καθαρές/προσωπικές ~ες. Μια ~ κάνω (= εικάζω). Δεν μπορούμε να βασιστούμε σε φήμες ή ~ες. ~ες για/σχετικά με ... Εν μέσω ~ών. [< αρχ. εἰκασία] | |
| 14635 | εικαστικός | , ή, ό [εἰκαστικός] ει-κα-στι-κός επίθ.: που έχει σχέση με τις εικαστικές τέχνες: ~ός: δημιουργός/καλλιτέχνης/τομέας/χώρος. ~ή: απόδοση/γλώσσα/δημιουργία/επιμέλεια/παιδεία/προσέγγιση/πρόταση/ψυχοθεραπεία. ~ό: αφιέρωμα/εργαστήριο/έργο/κέντρο. ~ές: δραστηριότητες/εκδηλώσεις/εκθέσεις. Πβ. απεικονιστικός.|| (ως ουσ.) Νέοι/ξένοι/σύγχρονοι ~οί (ενν. καλλιτέχνες). Χορός, θέατρο και ~ά (ενν. έργα). ● επίρρ.: εικαστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: εικαστικές τέχνες: οι καλές τέχνες, όπως η ζωγραφική, η γλυπτική, η χαρακτική, η φωτογραφία, οι οποίες απεικονίζουν την πραγματικότητα ή δημιουργούν φανταστικές μορφές. ΣΥΝ. πλαστικές τέχνες [<αρχ. η εἰκαστική τέχνη ‘η τέχνη της ζωγραφικής ή της απεικόνισης’] [< αρχ. εἰκαστικός ‘απεικονιστικός’] | |
| 14636 | εική | [εἰκῇ] ει-κή επίρρ. (αρχαιοπρ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: απλώς/εική και ως έτυχε βλ. τυγχάνω [< αρχ. εἰκῇ] | |
| 14637 | εικόνα | [εἰκόνα] ει-κό-να ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) εικών 1. ζωγραφική αναπαράσταση, φωτογραφία· ό,τι προβάλλεται σε οθόνη ή αντανακλάται σε επιφάνεια: σκίτσα και ~ες. Βιβλίο με ~ες (= εικονογραφημένο). Ιστορία σε ~ες. Πβ. εικονογράφημα, ζωγραφιά.|| Τρισδιάστατη ~ (βλ. ολόγραμμα). Κινηματογραφική/τηλεοπτική ~. Κινούμενες ~ες (βλ. καρτούν). Μετάδοση/λήψη ~ας. ~ες από δορυφόρο. Δεν έχει καθαρή/καλή ~ η τηλεόραση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ψηφιακή ~. Ανάλυση/εισαγωγή/επεξεργασία/σάρωση ~ας. (ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) Η ~ του ραντάρ. Βλ. πίξελ.|| Βλέπει την ~ του στον καθρέφτη (= είδωλο). 2. ΕΚΚΛΗΣ. εικόνισμα: βυζαντινή/θαυματουργή ~. Λιτάνευση/περιφορά/προσκύνημα της ~ας του Αγίου .../της Παναγίας. Άγιες/ιερές ~ες. Ασπάζεται/προσκυνά την ~ του Χριστού. Προσεύχεται μπροστά στην ~. Βλ. αγιογραφία. 3. (μτφ.) άποψη, εντύπωση που διαμορφώνεται από ορισμένα στοιχεία, δεδομένα ή προκαλείται από περιγραφή: αντιπροσωπευτική/εφιαλτική/ολοκληρωμένη/συγκεχυμένη ~. Δημόσια ~ (πβ. ίματζ). Η ~ της καθημερινότητας/της οικονομίας. Η ~ της κυβέρνησης (πβ. πορτρέτο, προφίλ, φυσιογνωμία). Αποκτώ/σχηματίζω γενική (βλ. πανόραμα)/ολοκληρωμένη ~ επί του θέματος (πβ. γνώμη). Πήραμε μια πρώτη ~ (= ιδέα). Δεν έχω συνολική ~ της κατάστασης. Δίνει αρνητική ~ προς τα έξω/στους άλλους. (ΙΑΤΡ.) Η κλινική ~ του ασθενή.|| Πιστή ~ της πραγματικότητας. Στο έργο παρουσιάζεται μια σαφής ~ της εποχής. Πβ. όψη. Βλ. αυτο~. 4. (μτφ.) νοητική αναπαράσταση: αμυδρή/ονειρική (βλ. όνειρο, οπτασία, όραμα) ~. Κρατάω ζωηρή/ζωντανή την ~ του μέσα μου. ~ες του παρελθόντος περνούσαν διαδοχικά από το μυαλό του (πβ. αναμνήσεις).|| (ΦΙΛΟΛ.) Μυθιστόρημα πλούσιο σε ~ες. ● Υποκ.: εικονίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: ακουστική εικόνα 1. ΓΛΩΣΣ. & (σπάν.) ακουστικό ίνδαλμα: η γνώση που έχει ο ομιλητής για την προφορά μιας λέξης. ΣΥΝ. σημαίνον 2. (στη λογοτεχνία) φράση με την οποία επιδιώκεται να δραστηριοποιηθεί η ακοή του αναγνώστη. [< γαλλ. image auditive] , οπτική εικόνα 1. ΓΛΩΣΣ. & (σπάν.) οπτικό ίνδαλμα: η γνώση που έχει κάποιος για τον τρόπο γραφής μιας λέξης. 2. ΛΟΓΟΤ. περιγραφή με την οποία επιζητείται να ενεργοποιηθεί η όραση του αναγνώστη. [< γαλλ. image visuelle] , η αναστήλωση των (ιερών) εικόνων βλ. αναστήλωση, μαγική εικόνα βλ. μαγικός, πάγωμα της εικόνας βλ. πάγωμα ● ΦΡ.: κατ' εικόνα και (καθ') ομοίωσιν (ΠΔ) για να δηλωθεί 1. ΘΕΟΛ. ότι ο άνθρωπος πλάστηκε από τον Θεό, σύμφωνα με την εικόνα Του, διαθέτοντας νοημοσύνη και ελευθερία βούλησης και με σκοπό να μοιάσει σε Αυτόν, ώστε να φτάσει στη θέωση. 2. (μτφ.-λόγ.) ομοιότητα στα χαρακτηριστικά: σπίτι κατασκευασμένο ~ ~ των παραδοσιακών οικιών., μια εικόνα/μια φωτογραφία (αξίζει όσο) χίλιες λέξεις (πιθ. κινέζικη παροιμ.): για να εκφραστεί η παραστατικότητα, η δύναμη της εικόνας., δίνω την εντύπωση/την εικόνα βλ. δίνω [< αρχ. εἰκών, γαλλ.-αγγλ. image, αγγλ. picture 2: μεσν. εικόνα, γαλλ. icône, αγγλ. icon] | |
| 14638 | εικονίδιο | [εἰκονίδιο] ει-κο-νί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΠΛΗΡΟΦ. μικρή εικόνα στην οθόνη ηλεκτρονικού υπολογιστή, η οποία απεικονίζει αρχείο ή λειτουργία προγράμματος: Ενεργό ~. ~ σύνδεσης. Επιλέξτε/πατήστε το ~ που έχει σχήμα φακέλου.|| (εμφατ.) μικρό ~. ψηφιακά ~α. Βλ. εμότικον, εμότζι. [< μτγν. εἰκονίδιον, αγγλ. icon, 1982, γαλλ. icone, 1989] | |
| 14639 | εικονίζω | [εἰκονίζω] ει-κο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {εικονί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, εικονίζ-οντας, -όμενος, συνήθ. μεσοπαθ.} : αποδίδω την εικόνα προσώπου, αντικειμένου ή γεγονότος: Ο πίνακας ~ει (= αναπαριστά) μια μάχη. Η Παναγία ~εται με τον Χριστό. Τοιχογραφία/ψηφιδωτό όπου ~εται ανδρική μορφή να παίζει λύρα. Τα ~όμενα πρόσωπα. Πβ. απ~, εξ~, παριστάνω. Βλ. προ~. [< μτγν. εἰκονίζω] | |
| 14640 | εικονικός | , ή, ό [εἰκονικός] ει-κο-νι-κός επίθ. 1. (μτφ.) που δεν ισχύει, δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, δεν είναι αληθινός· φαινομενικός: ~ός: πόλεμος. ~ή: (ΝΟΜ.) δίκη/εκτέλεση/ζωή/μεταβίβαση. (ΟΙΚΟΝ.) ~ό: κεφάλαιο. ~ές: δαπάνες/πωλήσεις. ~ά: πυρά/τιμολόγια. Πβ. πλασματικός, πλαστός, τεχνητός, ψεύτικος., υποθετικός. ΑΝΤ. αληθινός (1), πραγματικός (1) 2. ΠΛΗΡΟΦ. που δημιουργείται, προσομοιώνεται, μεταδίδεται ή εκτελείται μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή ή δικτύου υπολογιστών: ~ός: κόσμος/χάρτης. ~ή: βιβλιοθήκη/εφαρμογή/περιήγηση/τάξη (πβ. τηλετάξη). ~ό: μουσείο/παιχνίδι/περιβάλλον/πληκτρολόγιο/Σύμπαν/σχολείο (ΑΝΤ. συμβατικό). ~ές: διευθύνσεις/επιχειρήσεις/πτήσεις. ~ά: εκθέματα/ζώα. Πβ. διαδικτυ-, ψηφι-ακός. 3. (σπάν.) που σχετίζεται με την εικόνα ή την απεικόνιση: ~ός: διάκοσμος. ~ή: τέχνη. ΣΥΝ. απεικονιστικός (1), εικονιστικός ΑΝΤ. ανεικονικός ● επίρρ.: εικονικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: εικονική αερομαχία: που γίνεται χωρίς πραγματικά πυρά: Η διαδικασία της αναχαίτισης εξελίχθηκε σε ~ ~., εικονική μνήμη: ΠΛΗΡΟΦ. προσωρινό, αποθηκευτικό μέσο στον σκληρό δίσκο που υποστηρίζει τη λειτουργία εφαρμογών, όταν δεν επαρκεί η φυσική (κύρια) μνήμη του υπολογιστή. [< αγγλ. virtual memory, 1959] , εικονική πραγματικότητα 1. ΠΛΗΡΟΦ. αλληλεπιδραστικό τρισδιάστατο περιβάλλον προσομοίωσης, η απεικόνιση του οποίου γίνεται σε πραγματικό χρόνο: διαδικτυακή ~ ~. Βλ. κυβερνοχώρος. 2. (μτφ.) απατηλή εικόνα για την πραγματικότητα: Τα ΜΜΕ δημιουργούν μια ~ ~. Κρύβει τα προβλήματα και κατασκευάζει ~ές ~ες. [< αγγλ. virtual reality, 1987] , εικονικό γραφείο: εταιρεία που λειτουργεί μέσω διαδικτύου., εικονικό εργαστήριο βλ. εργαστήριο, λευκός/εικονικός γάμος βλ. γάμος [< 1,3: μτγν. εἰκονικός 2: αγγλ. virtual, 1959] | |
| 14641 | εικονικότητα | [εἰκονικότητα] ει-κο-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (επιστ.) φαινομενικότητα και ειδικότ. ιδιότητα δικαιοπραξίας που καταρτίστηκε εκούσια με ψευδή δήλωση: ~ γάμου.|| (ΝΟΜ.) ~ σύμβασης/συναλλαγής/των φορολογικών στοιχείων. 2. ΠΛΗΡΟΦ. ιδιότητα αυτού που δημιουργείται μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή ή δικτύου υπολογιστών: η ~ του διαδικτύου. Βλ. -ότητα. [< 1: γαλλ. virtualité 2: αγγλ. virtuality] | |
| 14642 | εικόνισμα | [εἰκόνισμα] ει-κό-νι-σμα ουσ. (ουδ.) {εικονίσμ-ατος | -ατα} & (λαϊκό) κόνισμα: ΕΚΚΛΗΣ. φορητή ζωγραφική αναπαράσταση Αγίων, ιερών προσώπων ή σκηνών που χρησιμοποιείται κυρ. για λατρευτικούς σκοπούς: θαυματουργό ~ της Παναγίας. Ασπάζεται/προσκυνά το ~. Βλ. αγιο-, τοιχο-γραφία. ΣΥΝ. εικόνα (2) ● Υποκ.: εικονισματάκι (το) ● ΦΡ.: έχω/κάνω κάποιον εικόνισμα (μτφ.): εκτιμώ και θαυμάζω κάποιον υπερβολικά: Τον έχει κάνει ~ (= θεοποιήσει). [< μεσν. εικόνισμα] | |
| 14643 | εικονισμός | [εἰκονισμός] ει-κο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. απεικόνιση: ~ της Δευτέρας Παρουσίας/του Προσώπου του Χριστού. 2. ΛΟΓΟΤ. εικονοποιία. Βλ. -ισμός. [< 1: μτγν. εἰκονισμός 2: αγγλ. imagism, 1912] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ