| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 14644 | εικονιστικός | , ή, ό [εἰκονιστικός] ει-κο-νι-στι-κός επίθ. (λόγ.): που αναπαριστά κάτι με εικόνες: ~ός: ρυθμός. ~ή: διακόσμηση/παράσταση/τέχνη (ΑΝΤ. αφηρημένη). ~ό: υλικό. ~ές: συνθέσεις. ~ά: στοιχεία.|| (μτφ.) ~ή: αφήγηση/έκφραση. Πβ. απ~. ΣΥΝ. εικονικός (3) ΑΝΤ. ανεικονικός ● επίρρ.: εικονιστικά [< μεσν. εικονιστικός] | |
| 14645 | εικονο- & εικονό- | : α' συνθετικό ουσιαστικών, επιθέτων ή ρημάτων που αναφέρονται στο εικόνισμα ή την εικόνα: εικονο-στάσιο. Εικονό-γραμμα.|| Εικονο-λατρικός.|| Εικονο-γραφώ. | |
| 14646 | εικονόγραμμα | [εἰκονόγραμμα] ει-κο-νό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): σχηματοποιημένη εικόνα με την οποία δηλώνεται η σημασία μιας λέξης και γενικότ. γραφική αναπαράσταση πληροφορίας: (ΓΛΩΣΣ.) ~ σπαθιού σε μυκηναϊκές πινακίδες. Πβ. ιδεό-, λογό-γραμμα.|| Ολυμπιακά αθλητικά ~ατα. [< αγγλ. pictogram, γαλλ. pictogramme, 1924] | |
| 14647 | εικονογράφημα | [εἰκονογράφημα] ει-κο-νο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): εικόνα που διακοσμεί χειρόγραφο, έντυπο ή ηλεκτρονικό κείμενο. Πβ. ζωγραφιά, σκίτσο. Βλ. -γράφημα, κόμικ. [< μεσν. εικονογράφημα] | |
| 14648 | εικονογραφημένος | , η, ο [εἰκονογραφημένος] ει-κο-νο-γρα-φη-μέ-νος επίθ.: που είναι διακοσμημένος με εικόνες, συνήθ. για έντυπα και χειρόγραφα: ~ος: κατάλογος/οδηγός (πόλης). ~η: εγκυκλοπαίδεια. ~ο: βιβλίο/περιοδικό. ~ες: εκδόσεις. Παραμύθια ~α για παιδιά.|| (σπανιότ., για εκκλησία) Ο ναός είναι ~ (= ιστορημένος) με τοιχογραφίες. ● ΣΥΜΠΛ.: Κλασικά Εικονογραφημένα βλ. κλασικός ● βλ. εικονογραφώ | |
| 14649 | εικονογράφηση | [εἰκονογράφηση] ει-κο-νο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): διακόσμηση εντύπου, χειρογράφου ή ναού με ζωγραφικές αναπαραστάσεις· συνεκδ. οι ίδιες οι εικόνες: εντυπωσιακή/πλούσια ~. ~ παιδικών βιβλίων.|| ~ των κωδίκων (πβ. μικρογραφία).|| ~ εκκλησίας (= αγιογράφηση, ιστόρηση).|| Έγχρωμες ~ήσεις. Βλ. -γράφηση. | |
| 14650 | εικονογραφία | [εἰκονογραφία] ει-κο-νο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. η τέχνη της ζωγραφικής αναπαράστασης ιερών μορφών και σκηνών της χριστιανικής παράδοσης· συνεκδ. τα εν λόγω έργα ή το σύνολό τους: βυζαντινή/ορθόδοξη ~. Πβ. αγιογραφία.|| Η ~ της Ανάληψης/της Γέννησης.|| (γενικότ.) ~ αρχαίων νομισμάτων/αγγείων.|| ~ες ζώων σε σπήλαιο (βλ. βραχογραφία). Βλ. -γραφία, τηλε~. [< μεσν. εικονογραφία] | |
| 14651 | εικονογραφικός | , ή, ό [εἰκονογραφικός] ει-κο-νο-γρα-φι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την εικονογραφία: ~ός: διάκοσμος/κύκλος (του βίου του Αγίου ...)/τύπος. ~ή: ανάλυση/παράδοση/τέχνη. ~ό: έργο/υλικό. ~ές: παραστάσεις. ~ά: θέματα/χαρακτηριστικά. 2. ΓΛΩΣΣ. που χρησιμοποιεί εικονογράμματα ή ιδεογράμματα: ~ό σύστημα γραφής. Βλ. συλλαβογραφ-, φωνητ-ικός. ΣΥΝ. ιδεογραφικός ● επίρρ.: εικονογραφικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: εικονογραφικό πρόγραμμα: ΕΚΚΛΗΣ. τα θέματα, η θέση και η διάρθρωση της αγιογράφησης ναού. | |
| 14652 | εικονογράφος | [εἰκονογράφος] ει-κο-νο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που διακοσμεί με εικόνες έντυπο, χειρόγραφο ή ναό: ~-σκιτσογράφος. Εργάστηκε ως ~ σε διάφορα περιοδικά. Βλ. αγιογράφος, γραφ-, κομ-ίστας, -γράφος. [< μεσν. εικονογράφος] | |
| 14653 | εικονογραφώ | [εἰκονογραφῶ] ει-κο-νο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {εικονογραφ-εί ... | εικονογράφ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} 1. διακοσμώ με εικόνες ή ζωγραφικές παραστάσεις (έντυπα, χειρόγραφα, ναούς): ~εί ημερολόγια/παιδικά βιβλία. Η έκδοση ~είται με χάρτες και φωτογραφικό υλικό. Έχει ~ήσει το καθολικό της Μονής (= αγιογραφήσει, ιστορήσει). Βλ. -γραφώ. 2. (μτφ.) αποδίδω κάτι παραστατικά, χρησιμοποιώντας τον λόγο, την κίνηση, την εικόνα ή γενικότ. κάθε μέσο: Το κείμενο ~εί την πραγματικότητα. Τα γλυπτά/οι πίνακες ~ούν την ιστορία της νεότερης ελληνικής τέχνης. Στο φιλμ ~είται η μοναξιά του ήρωα. Πβ. απεικονίζω, αποτυπώνω. ● βλ. εικονογραφημένος [< μεσν. εικονογραφώ] | |
| 14654 | εικονοδιάσκεψη | [εἰκονοδιάσκεψη] ει-κο-νο-δι-ά-σκε-ψη ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. τηλεδιάσκεψη. [< αγγλ. videoconferencing, 1967, videoconference, 1977, γαλλ. vidéoconférence, 1979] | |
| 14655 | εικονοκλασία | [εἰκονοκλασία] ει-κο-νο-κλα-σί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.): ακραία αμφισβήτηση. [< μεσν. εικονοκλασία, γαλλ. iconoclasme, αγγλ. iconoclasm] | |
| 14656 | εικονοκλάστης | [εἰκονοκλάστης] ει-κο-νο-κλά-στης ουσ. (αρσ.) {εικονοκλαστ-ών} : ακραίος ριζοσπάστης, αυτός που σπάει τους δεσμούς με την παράδοση. Πβ. αντικομφορμιστής. [< μεσν. εικονοκλάστης, γαλλ. iconoclaste, αγγλ. iconoclast] | |
| 14657 | εικονοκλαστικός | , ή, ό [εἰκονοκλαστικός] ει-κο-νο-κλα-στι-κός επίθ.: που συγκρούεται με την παράδοση, ριζοσπαστικός: ~ό: βιβλίο/πνεύμα. ~ές: απόψεις. Πβ. αιρετ-, αντικομφορμιστ-, νεωτεριστ-ικός, ρηξικέλευθος. ΑΝΤ. συντηρητικός (1) [< μεσν. εικονοκλαστικός, γαλλ. iconoclaste, αγγλ. iconoclast] | |
| 14658 | εικονολατρία | [εἰκονολατρία] ει-κο-νο-λα-τρί-α ουσ. (θηλ.) (συχνά αδόκ. εικονολατρεία) 1. (μτφ.) αποθέωση της εικόνας στην ενημέρωση και την ψυχαγωγία: σύγχρονη ~. ~ των καναλιών. Βλ. -λατρία. 2. ΙΣΤ. η λατρεία των ιερών εικόνων και η θεολογική άποψη που υποστήριζε τη λατρευτική τους χρήση και τους απέδιδε θαυματουργές ιδιότητες. Βλ. αναστήλωση των (ιερών) εικόνων. [< γαλλ. iconolâtrie, αγγλ. iconolatry] | |
| 14659 | εικονολατρικός | , ή, ό [εἰκονολατρικός] ει-κο-νο-λα-τρι-κός επίθ. (σπάν.): που αναφέρεται στην αποθέωση της εικόνας ως μέσου έκφρασης. | |
| 14660 | εικονολήπτης | [εἰκονολήπτης] ει-κο-νο-λή-πτης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. εικονολήπτρια}: επαγγελματίας χειριστής κάμερας, κυρ. στον κινηματογράφο ή την τηλεόραση. Βλ. ηχολήπτης, μοντέρ, -λήπτης. ΣΥΝ. κάμεραμαν, οπερατέρ | |
| 14661 | εικονοληπτικός | , ή, ό [εἰκονοληπτικός] ει-κο-νο-λη-πτι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην εικονοληψία ή τον εικονολήπτη: ~ή: μηχανή (= βιντεοκάμερα). ~ό: σκόπευτρο. | |
| 14662 | εικονοληψία | [εἰκονοληψία] ει-κο-νο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.): εγγραφή κινούμενων εικόνων σε κινηματογραφική ή τηλεοπτική κάμερα. Βλ. ηχοληψία, μοντάζ, -ληψία. | |
| 14663 | εικονολογία | [εἰκονολογία] ει-κο-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): επιστημονική μελέτη και ερμηνεία των ζωγραφικών έργων τέχνης. Βλ. -λογία. [< πβ. αρχ. εἰκονολογία 'μεταφορικός λόγος με εικόνες', γαλλ. iconologie, αγγλ. iconology] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ