| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 14684 | εικοσάλεπτος | , η, ο [εἰκοσάλεπτος] ει-κο-σά-λε-πτος επίθ.: που διαρκεί είκοσι λεπτά: ~η: διαδρομή/διακοπή/εκπομπή/καθυστέρηση/παρουσίαση. ~ο: διάλειµµα/πρόγραμμα. ~α: επεισόδια (τηλεοπτικής σειράς). Βλ. -λεπτος. | |
| 14685 | εικοσαμελής | , ής, ές βλ. εικοσα-, -μελής | |
| 14686 | εικοσαπλασιάζω | βλ. εικοσα-, -πλασιάζω | |
| 14687 | εικοσαπλάσιος | , α, ο βλ. εικοσα-, -πλάσιος | |
| 14688 | εικοσάρα | [εἰκοσάρα] ει-κο-σά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. γυναίκα ηλικίας είκοσι περίπου ετών: Mοιάζει με ~.|| (ως επίθ.) ~ καλλονή. ~ες γυναίκες (= εικοσάχρονες). 2. ποινή (φυλάκιση στον στρατό) είκοσι ημερών. 3. (σπανιότ.) {ως επίθ.} (για ποσό, μέγεθος) είκοσι μονάδων: ~: πετονιά. Ζώνη οσφύος ~. | |
| 14689 | εικοσάρης | [εἰκοσάρης] ει-κο-σά-ρης επίθ./ουσ. {-ηδες}: άντρας ηλικίας είκοσι περίπου ετών: Αισθάνεται ~. Παριστάνουν τους ~ηδες.|| (ως επίθ.) ~ φοιτητής (= εικοσάχρονος). | |
| 14690 | εικοσάρι | [εἰκοσάρι] ει-κο-σά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ο ανώτερος βαθμός στην εικοσάβαθμη κλίμακα αξιολόγησης: Έγραψε τρία ~ια στις εξετάσεις. Μοίρασαν ~ια. 2. χαρτονόμισμα των είκοσι ευρώ: Έδωσα κάνα ~ για τα ψώνια.|| (ως επίθ.) Ένα ~ ευρώ. ΣΥΝ. εικοσάευρο, εικοσάρικο 3. σύνολο από είκοσι όμοια πράγματα, συνήθ. για χρήματα: Τι έκανες και θέλεις ένα ~ (= είκοσι χιλιάδες); 4. {ως επίθ.} για τυποποιημένο μέγεθος είκοσι μονάδων: ~ια: όπλα/φυσίγγια. ● Υποκ.: εικοσαράκι (το) [< μεσν. *εικοσάρι] | |
| 14691 | εικοσαριά | βλ. -αριά1 | |
| 14692 | εικοσάρικο | [εἰκοσάρικο] ει-κο-σά-ρι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.) & (λαϊκό) κοσάρι & κοσάρικο: χαρτονόμισμα των είκοσι ευρώ. ΣΥΝ. εικοσάευρο, εικοσάρι (2) | |
| 14693 | εικοσάχρονος | , η, ο βλ. εικοσα-, -χρονος | |
| 14695 | είκοσι | [εἴκοσι] εί-κο-σι αριθμητ. απόλ. {άκλ.} 1. ο αριθμός 20, σύνολο 20 μονάδων: ~ διά/επί/πλην/συν δύο. ~ τοις εκατό (20%). ~ προς ένα.|| (ως επίθ.) ~ ευρώ/μέρες/νίκες. ~ χρόνια λειτουργίας/παντρεμένοι. 2. (προφ.) εικοστός: κεφάλαιο/σελίδα ~. ~ του μηνός. Το σκορ άνοιξε η φιλοξενούμενη ομάδα στο ~ (= εικοστό λεπτό). ● Ουσ.: είκοσι (το) 1. ο αριθμός 20, ως σύμβολο ή ως βαθμίδα σε κάποια κλίμακα: Μέτρησα μέχρι το ~.|| Βάζω τον διακόπτη στο ~. Μου έβαλε/πήρα ~ (= άριστα, ως βαθμός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση).|| Μένει στο ~ (ενν. δωμάτιο). 2. το 1920: τον Αύγουστο/η δεκαετία του ~. 3. (+ στα/τα) η ηλικία των είκοσι περίπου ετών: Έκλεισε/πάτησε τα ~. Είναι γύρω/κοντά στα ~. [< αρχ. εἴκοσι] | |
| 14694 | εικοσι- | & (προφ.) εικοσ-: α' συνθετικό απόλυτων αριθμητικών από το εικοσιένα μέχρι το εικοσιεννιά. | |
| 14696 | εικοσιένας | , μία, ένα [εἰκοσιένας] ει-κο-σι-έ-νας αριθμητ. επίθ. απόλ. {εικοσι-ενός (-μιάς)}: που αποτελείται από εικοσιένα μέρη: ~ένας: μαθητές. ~μία: μέρες. ~ένα: είδη. Στην ηλικία των ~ενός ετών. Βλ. εικοσιμία. ● Ουσ.: εικοσιένα (το) 1. (με κεφαλ. το αρχικό Ε, συντομ. '21) η εθνική επανάσταση των Ελλήνων που ξεκίνησε το 1821 και οδήγησε στη δημιουργία του πρώτου ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, η Ελληνική Επανάσταση: το αθάνατο/ένδοξο ~. Οι μαθητές τίμησαν την επέτειο του ~. 2. εικοσιμία. | |
| 14697 | εικοσιμία | [εἰκοσιμία] ει-κο-σι-μί-α ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: παιχνίδι της τράπουλας στο οποίο κερδίζει όποιος έχει χαρτιά που το άθροισμά τους είναι μεγαλύτερο από αυτό της μάνας, αλλά δεν υπερβαίνει το είκοσι ένα. Βλ. τριανταμία. ΣΥΝ. εικοσιένα (2), μπλακ τζακ [< γαλλ. vingt-et-un] | |
| 14698 | εικοσιτετράωρο | [εἰκοσιτετράωρο] ει-κο-σι-τε-τρά-ω-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ώρου} & (προφ.) εικοστετράωρο (συντομ. 24ωρο): χρονικό διάστημα μίας ημέρας και μίας νύχτας ή γενικότ. το διάστημα που έχει διάρκεια είκοσι τεσσάρων ωρών: εφιαλτικό/κρίσιμο ~. ~ εξελίξεων/κινητοποιήσεων. Μέση θερμοκρασία του ~ου. Εντός του/κατά τη διάρκεια του ~ου. Υποστήριξη 24 ώρες το ~/όλο το ~ (πβ. νυχθημερόν). Λίγα ~α πριν από το ντέρμπι. ΣΥΝ. ημέρα (2), ημερονύκτιο, μερόνυχτο | |
| 14699 | εικοσιτετράωρος | , η, ο [εἰκοσιτετράωρος] ει-κο-σι-τε-τρά-ω-ρος επίθ. & (προφ.) εικοστετράωρος: που διαρκεί είκοσι τέσσερις ώρες: ~ος: (καθημερινός) έλεγχος. ~η: αναβολή/απεργία/παρακολούθηση/προθεσμία. ~ο: διάστημα/πρόγραμμα/ταξίδι. ~ες: βάρδιες. Εξυπηρέτηση πελατών σε ~η βάση/επί ~ώρου βάσεως. Πβ. ημερήσιος, μονο-, ολο-ήμερος, -ωρος. [< γαλλ. vingt-quatre heures] | |
| 14700 | εικοστός | , ή, ό [εἰκοστός] ει-κο-στός αριθμητ. τακτ. (σύμβ. 20ός, Κ' ή κ', λατ. ΧΧ): που κατέχει τη θέση που αντιστοιχεί στον αριθμό είκοσι σε μία σειρά (τυχαία, αλφαβητική, αξιολογική, χρονολογική) από πρόσωπα ή όμοια πράγματα: ~ός: στίχος/τόμος. ~ή: αγωνιστική/έκδοση/επέτειος/θέση/συνεδρίαση. ~ό: επεισόδιο/κεφάλαιο/τεύχος. Για ~ή φορά. Καλλιτέχνες του ~ού αιώνα. Συμπλήρωσε το ~ό πρώτο έτος της ηλικίας του. Γιορτάζει τα ~ά του γενέθλια. Τερμάτισε ~.|| (ως ουσ.) Εκατό πόντοι χωρίζουν τον πρώτο από τον ~ό στη λίστα. Βλ. -οστός. ● Ουσ.: εικοστή (η) 1. η εικοστή μέρα ενός μήνα: ~ Ιανουαρίου/Μαρτίου. 2. ΜΑΘ. η εικοστή δύναμη: Υψώστε τον αριθμό στην ~., εικοστό (το): το καθένα από τα είκοσι ίσα μέρη ενός συνόλου: το ένα ~ (1/20) του μετοχικού κεφαλαίου. Τα τρία ~ά του μισθού. [< αρχ. εἰκοστός] | |
| 14701 | εικοτολογία | [εἰκοτολογία] ει-κο-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.-αρνητ. συνυποδ.): διατύπωση υποθέσεων ή προβλέψεων, που βασίζονται σε ενδείξεις: κλίμα ~ας γύρω από τον χρόνο των εκλογών. Πβ. πιθανο-, σεναριο-, φημο-λογία. [< αρχ. εἰκοτολογία] | |
| 14702 | εικοτολογώ | [εἰκοτολογῶ] ει-κο-το-λο-γώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (απαιτ. λεξιλόγ.-αρνητ. συνυποδ.): διατυπώνω ισχυρισμούς και υποθέσεις χωρίς αποδεικτικά στοιχεία. Βλ. -λογώ. ΣΥΝ. εικάζω, πιθανολογώ [< μτγν. εἰκοτολογῶ] | |
| 14703 | εικών | βλ. εικόνα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ