Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [15560-15580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
14704ειλεός[εἰλεός] ει-λε-ός ουσ. (αρσ.) 1. ΑΝΑΤ. το κατώτερο και μεγαλύτερο σε μήκος τμήμα του λεπτού εντέρου (βρίσκεται ανάμεσα στη νήστιδα και το παχύ έντερο): τελικός ~. Βλ. δωδεκαδάκτυλο. 2. ΙΑΤΡ. πλήρης ή μερική αναστολή της προώθησης του εντερικού περιεχομένου που οφείλεται σε απόφραξη ή ελάττωση της κινητικότητας του εντέρου: αποφρακτικός/ατελής/μετεγχειρητικός/μηχανικός/παραλυτικός ~. [< 1: γαλλ. iléon, αγγλ. ileum 2: αρχ. εἰλεός]
14705ειλεοστομία[εἰλεοστομία] ει-λε-ο-στο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. δημιουργία τεχνητού απεκκριτικού στομίου με χειρουργική επέμβαση, που ενώνει το κοιλιακό τοίχωμα με τον ειλεό. Βλ. κολο-, ουρητηρο-στομία, παρά φύση έδρα. [< αγγλ. ileostomy, γαλλ. iléostomie]
14706ειλεοτυφλικός, ή, ό [εἰλεοτυφλικός] ει-λε-ο-τυ-φλι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που έχει σχέση με τον ειλεό και το τυφλό έντερο: ~ή: βαλβίδα. [< γαλλ. iléocæcal, αγγλ. ileocæcal]
14707ειλημμένος, η, ο [εἰλημμένος] ει-λημ-μέ-νος επίθ. (επίσ.): που έχει ληφθεί και δεν πρόκειται να αλλάξει: ~η: δέσμευση/υποχρέωση. ~α: μέτρα. Βλ. αν~, προ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ειλημμένη απόφαση: οριστική και αμετάκλητη, κυρ. από επίσημο φορέα: ~ ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης/της κυβέρνησης. ● βλ. λαμβάνω [< αρχ. εἰλημμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. λαμβάνω, γαλλ. pris]
14708ειλητάριο[εἰλητάριο] ει-λη-τά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΕΚΚΛΗΣ. χειρόγραφο βιβλίο της βυζαντινής περιόδου από πάπυρο ή περγαμηνή ή σπανιότ. χαρτί, μακρόστενου σχήματος, που τυλιγόταν γύρω από έναν ξύλινο κύλινδρο και περιείχε κυρ. λειτουργικά κείμενα. Πβ. τυλιγάδι. Βλ. κώδικας. [< μεσν. ειλητάριον]
14709ειλητό[εἰλητό] ει-λη-τό ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. τετράγωνο ύφασμα που στρώνεται στην Αγία Τράπεζα κατά την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας. Πβ. αντιμήνσιο. [< μεσν. ειλητόν]
14710ειλικρίνεια[εἰλικρίνεια] ει-λι-κρί-νει-α ουσ. (θηλ.): συμπεριφορά ή χαρακτηριστικό γνώρισμα του ανθρώπου που εκφράζει ανυπόκριτα τις σκέψεις και τα συναισθήματά του: αμοιβαία/απόλυτη/ωμή ~. ~ των απαντήσεων/των προθέσεων. ~ στις ανθρώπινες σχέσεις. Έλλειψη/κλίμα ~ας. Με αφοπλιστική ~. Απάντησε/μίλησε με ~ (πβ. λέω τα πράγματα με τ' όνομά τους, δεν μασάω τα λόγια μου). Με κάθε/πάσα ~ (= ειλικρινά). Διακρίνεται για την ~ά της. Σε μια σπάνια στιγμή ~ας, παραδέχτηκε ότι ... Πβ. ευθύτητα, ντομπροσύνη, φιλαλήθεια. ΑΝΤ. ανειλικρίνεια ● ΦΡ.: μεταξύ κατεργαραίων ειλικρίνεια βλ. κατεργάρης, κατεργάρα [< μτγν. εἰλικρίνεια]
14711ειλικρινής, ής, ές [εἰλικρινής] ει-λι-κρι-νής επίθ. {ειλικριν-ούς | -είς (ουδ. -ή)· ειλικρινέστ-ερος, -ατος}: που εκδηλώνει απροσποίητα τις πραγματικές του σκέψεις και συναισθήματα, αληθινός, ανυπόκριτος: ~ής: άνθρωπος (πβ. φιλαλήθης· ΑΝΤ. ψεύτης)/διάλογος/φίλος/χαρακτήρας. ~ής: αγάπη (= άδολη, πραγματική)/απάντηση (= ευθεία, ντόμπρα)/μεταμέλεια/πρόθεση/συγγνώμη/συζήτηση/συνεργασία. ~ές: ενδιαφέρον/χαμόγελο. ~είς: ευχαριστίες/ευχές/σχέσεις. ~ή: αισθήματα. Για να είμαι ~, δεν το περίμενα/δεν ξέρω. Θέλω να είμαι ~ απέναντί σας. Εκφράζουμε την ~ή μας θλίψη/τα ~ή μας συγχαρητήρια/συλλυπητήρια. ΑΝΤ. ανειλικρινής, προσποιητός ● επίρρ.: ειλικρινά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Ευχαριστώ ~. Πές μου ~ τη γνώμη σου. Πβ. εκθύμως, στα ίσα. ΣΥΝ. ανυπόκριτα [< μτγν. εἰλικρινής]
14712είλκυσαβλ. ελκύω
14713είλωτας[εἵλωτας] εί-λω-τας ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που εργάζεται σκληρά, ενώ ταυτόχρονα καταπατώνται τα εργασιακά του δικαιώματα και ο μόχθος του γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης: Δουλεύει/εργάζεται σαν ~, για να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Πβ. δούλος, ραγιάς, σκλάβος. [< αρχ. Εἵλως, γαλλ. ilote, αγγλ. helot]
14714ειλωτεία[εἱλωτεία] ει-λω-τεί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): κατάσταση εργασιακής εκμετάλλευσης. [< αρχ. Εἱλωτεία, γαλλ. ilotisme, αγγλ. helotry]
14715ΕΙΜ(το) 1. Ελληνικό Ινστιτούτο Μετρολογίας. 2. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.
14716είμαι[εἶμαι] εί-μαι ρ. {είσαι, είναι, είμαστε, είστε (προφ.) είσαστε, είναι | παρατ. ήμουν(α), μτχ. όντας, με αφαίρεση της αρχικής συλλαβής συνήθ. στον προφ. λόγο: να 'μαι/'σαι/'ναι/'μαστε/'σαστε | για τους υπόλοιπους χρόνους δανείζεται τ. από άλλα ρήματα, όπως υπάρχω, γίνομαι, διατελώ, στέκομαι} 1. (συνδετ.) για δήλωση ιδιότητας, ποιότητας, διάθεσης: (+ επίθ.) ~ αθώος/άρρωστος/ελεύθερος/ο καλύτερος/μόνος. Είσαστε τρελοί. (+ αντων.) Πόσοι είναι; Ποιο είναι το πρόβλημα; Τι ώρα είναι; (+ ουσ.) ~ καθηγητής. Είναι γεγονός/δικαίωμά σου/λάθος/μυστικό. Τι ομάδα είσαι (= υποστηρίζεις); (+ μτχ.) ~ ευτυχισμένος/πεπεισμένος/υποχρεωμένος. Βλ. παρα~.|| Είναι αυτό που χρειάζομαι/ό,τι πρέπει.|| (+ γεν.) Πόσων χρονών είσαι; Είναι της αρεσκείας μου/της μόδας/του χαρακτήρα μου. Τίνος είναι (= σε ποιον ανήκει) το ...; 2. υπάρχω, βρίσκομαι σε μια κατάσταση, σε έναν χώρο ή μια χρονική φάση: ~ (ακόμα) εδώ. Πώς είσαι; (= τι κάνεις;) Είναι κανείς εκεί; ~ εκτός τόπου και χρόνου. Η συναυλία είναι (= γίνεται, πραγματοποιείται) αύριο το βράδυ στις οκτώ. Πού είναι το περίεργο;|| (+ με) ~ με τον φίλο μου. ~ με (= φορώ) τις πιτζάμες.|| (+ για) Δεν ~ τώρα για γλέντια. Δεν είσαι για αυτή τη δουλειά (: δεν σου ταιριάζει).|| (+ σε) ~ σε δίλημμα/φόρμα. ~ στο εξωτερικό/σπίτι. Είναι (: έχει μείνει) δυο χρόνια στην ίδια τάξη.|| (+ χωρίς) ~ χωρίς (: δεν έχω) λεφτά.|| (+ επίρρ.) ~ καλά/χάλια. Έτσι ~ εγώ κι αν σου αρέσει. Είμαστε μαζί.|| Από πού είσαι (= κατάγεσαι); Το κείμενο είναι από το βιβλίο ... (= προέρχεται).|| (σε αφήγηση) Ήταν κάποτε ένας βασιλιάς ... Ήταν τότε που ...είναι: ως απρόσ.: ~ ανάγκη/δυνατόν/δύσκολο/σωστό να ... ~ να τραβάς τα μαλλιά σου/να τρελαίνεσαι με αυτά που λέει. Ήταν να μην πάρω φόρα! Είναι που του το υποσχέθηκα, αλλιώς ... Το θέμα ~ να/ότι ...|| ~/ήταν (= πρόκειται/επρόκειτο) να έρθει απόψε. Αν είναι να συμβεί, θα συμβεί. ● ΦΡ.: (είμαι) ... που να μην ήμουν (προφ.): ως απευχή: Ήταν κι αυτός εκεί, που να μην ήταν., αυτός είσαι! (εμφατ.-προφ.): ως έκφραση θαυμασμού, ικανοποίησης: αρχηγέ/μεγάλε/φίλε μου, ~ ~!, είμαι (μαζί) με κάποιον/με το μέρος κάποιου: τον συμμερίζομαι: Είμαι/είμαστε μαζί σου σε ό,τι χρειαστείς. Είσαι μαζί μου ή μαζί του;, είμαι για να 'μαι (εμφατ.-προφ.): για αρνητική κατάσταση που δεν θέλουμε να προσδιορίσουμε: Έρχεται καθυστερημένος, κάνει λάθη, ξεχνάει, άστα, είναι για να 'ναι. Πβ. άστα να πάνε., είμαι που είμαι (εμφατ.-προφ.): για κάτι που επιτείνεται: Είμαστε που (: εφόσον) είμαστε τόσες ώρες στο γραφείο, ας τελειώνουμε τη δουλειά., είμαι της γνώμης/της άποψης ότι: έχω τη γνώμη/την άποψη., είναι (και) δεν είναι (προφ.): για κατά προσέγγιση υπολογισμό: ~ ~ δέκα κιλά/πέντε ετών., είναι αυτός ένας ... (προφ.): για άτομο που τα καταφέρνει, πετυχαίνει τον στόχο του: Σιγά μην του γλίτωνες ~ ~! Τον έπεισε τελικά. Είναι αυτή μία!, είσαι (μέσα);/είσαι για ...; (προφ.): θέλεις, δέχεσαι, συμφωνείς; Θα πάμε σινεμά. Είσαι (μέσα); Είσαι να φύγουμε;|| Είσαι για βόλτα/ένα ποτό/έναν χορό;, εκεί που είσαι ήμουνα κι εδώ που είμαι θα 'ρθεις (παροιμ).: ως έκφρ. προειδοποίησης, παραίνεσης σε κάποιον που πρόκειται να βρεθεί σε ανάλογη ηλικία ή κατάσταση με τον ομιλούντα., έτσι δεν είναι; (προφ.): για επιβεβαίωση: Επιτρέπεται/συμφωνείς/τελειώνεις/το ήξερες, ~ ~;, και πολύ (σου/του) είναι/πάει (προφ.): είναι υπεραρκετό: Τριάντα ευρώ ~ ~! (μειωτ.) Ένα ποτό μαζί του ~ του ~! , να 'μαι κι εγώ (προφ.): όταν εμφανίζεται κάποιος: ~ ~! Άργησα; Δεν άργησα!, τι είναι;: τι συμβαίνει; Δεν σε βλέπω καλά. ~ ~ (πάλι);, (βρίσκομαι/είμαι/φτάνω) στα πρόθυρα βλ. πρόθυρα, (είναι) μέσα σε όλα/σ΄όλα βλ. μέσα, (είναι) του γούστου μου βλ. γούστο, (είναι) χρόνια μπροστά βλ. χρόνος, (κάποιος) είναι σπαθί βλ. σπαθί, (μα) δεν ήταν ανάγκη! βλ. ανάγκη, αν είναι να 'ρθει, θε να 'ρθεί, (αλλιώς θα προσπεράσει) βλ. έρχομαι, ας είναι βλ. ας, αυτός κι αν είναι βλ. αυτός, βρίσκεται/είναι/μπαίνει στο συρτάρι βλ. συρτάρι, για τα πανηγύρια βλ. πανηγύρι, γίνομαι/είμαι σταφίδα βλ. σταφίδα, γίνομαι/είμαι στουπί/σκνίπα/φέσι/κουρούμπελο/λιώμα/ντέφι/ντίρλα/λιάρδα/κουνουπίδι βλ. στουπί, γίνομαι/είμαι τύφλα/τάπα στο μεθύσι βλ. τύφλα, δεν είναι έτσι βλ. έτσι, δεν είναι/δεν υπάρχει/δεν τίθεται/δεν υφίσταται/δεν γεννάται/δεν μπαίνει θέμα/ζήτημα βλ. θέμα, εδώ είμαι εγώ/εγώ είμαι εδώ βλ. εδώ, είμαι (στα) ντάουν (μου) βλ. ντάουν2, είμαι από τον ύπνο βλ. ύπνος, είμαι καλά με κάποιον βλ. καλά, είμαι μέσα βλ. μέσα, είμαι σε θέση να ... βλ. θέση, είμαι στα κέφια μου βλ. κέφι, είμαι στα πάνω μου βλ. πάνω & επάνω, είμαι στο θέατρο βλ. θέατρο, είμαι ως/μέχρι εδώ βλ. εδώ, είμαι/έρχομαι στα πράγματα βλ. πράγμα, είμαι/έχω λάσκα βλ. λάσκος, είμαι/έχω μείνει ταπί (και ψύχραιμος) βλ. ταπί1, είμαι/έχω υπηρεσία βλ. υπηρεσία, είμαι/μπαίνω στο μυαλό κάποιου βλ. μυαλό, είμαι/μπήκα μέσα βλ. μέσα, είμαι/τελώ εν γνώσει βλ. τελώ, είναι για λύπηση βλ. λύπηση, είναι για/θέλει κρέμασμα (ανάποδα)/σκότωμα/γδάρσιμο βλ. κρέμασμα, είναι κάπως βλ. κάπως, είναι που βλ. που, είναι σκέτο ζουμί βλ. ζουμί, είναι στα τελευταία του βλ. τελευταίος, είναι στο χέρι κάποιου βλ. χέρι, είναι της υπομονής βλ. υπομονή, είναι τσίου (τσίου) βλ. τσίου τσίου, είναι φυσικό βλ. φυσικός, είναι/τον έχω του χεριού μου βλ. χέρι, είσαι και φαίνεσαι! βλ. φαίνομαι, είσαι με τα/στα καλά/σωστά σου; βλ. καλό, έρχομαι/είμαι/βρίσκομαι σε επαφή (με κάποιον/κάτι) βλ. επαφή, έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε βλ. έτσι, και πού 'σαι βλ. πού, και πού 'σαι ακόμα/ακόμη βλ. ακόμα & ακόμη, καλά/καλό θα 'τανε βλ. καλά, κάπως έτσι είναι/έχουν τα πράγματα βλ. κάπως, μία είναι η ουσία βλ. ουσία, να 'μαστε καλά/να μας έχει ο Θεός καλά να ... βλ. καλά, να 'σαι καλά βλ. καλά, νιώθω/αισθάνομαι/είμαι κάπως βλ. κάπως, ό,τι να 'ναι! βλ. ό,τι, όπου να 'ναι βλ. όπου, πας/είσαι καλά; βλ. πηγαίνω & πάω, πού να 'σουν βλ. πού, σήμερα είμαστε, αύριο δεν είμαστε βλ. αύριο, τι σου είναι ...! βλ. τι, το ίδιο είναι/(μου) κάνει βλ. ίδιος2, τώρα είναι που ... βλ. που, χώμα είμαστε και χώμα θα γίνουμε βλ. χώμα ● βλ. όντας2 [< μεσν. είμαι]
14717ειμαρμένη[εἱμαρμένη] ει-μαρ-μέ-νη ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): μοίρα, πεπρωμένο. Πβ. κισμέτ, ριζικό, τύχη. [< αρχ. εἱμαρμένη]
14718ειμή[εἰμή] ει-μή σύνδ. (αρχαιοπρ.): (συνήθ. προηγείται αρνητική πρόταση και ακολουθεί το μόνο[ν]) παρά: Δεν βλέπω ανταγωνιστές ~ μόνο συναδέλφους. [< αρχ. φρ. εἰ μή, μεσν. ειμή]
14719είναι[εἶναι] εί-ναι ουσ. (ουδ.) 1. ψυχή, ψυχισμός: Έδωσε/συμμετείχε με όλο της το ~. 2. (μτφ.) ό,τι πιο σημαντικό στη ζωή κάποιου: Είσαι το ~ (= η ζωή) μου! 3. ΦΙΛΟΣ. η πραγματικότητα· η αληθινή υπόσταση ενός όντος: φαίνεσθαι και ~. ΑΝΤ. γίγνεσθαι (2) [< αρχ. εἶναι, γερμ. Sein, γαλλ. être]
14723ΕΙΟ(η): Ελληνική Ιστιοπλοϊκή Ομοσπονδία.
14726ΕΙΠ(το): Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού.
14727είπαβλ. λέω
14728ειπωμένος, η, ο [εἰπωμένος] ει-πω-μέ-νος επίθ. (προφ.): που έχει ειπωθεί, διατυπωθεί ή εκφραστεί: ~η: αλήθεια/ιστορία/φράση. ~α: λόγια (ΑΝΤ. ανείπωτος). Αλλιώς/απλά/εύστοχα ~ο. Πβ. λεχθείς. Βλ. λεγόμενος, χιλιο~. ● βλ. λέω

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.