Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [15560-15580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
14703εικώνβλ. εικόνα
14704ειλεός[εἰλεός] ει-λε-ός ουσ. (αρσ.) 1. ΑΝΑΤ. το κατώτερο και μεγαλύτερο σε μήκος τμήμα του λεπτού εντέρου (βρίσκεται ανάμεσα στη νήστιδα και το παχύ έντερο): τελικός ~. Βλ. δωδεκαδάκτυλο. 2. ΙΑΤΡ. πλήρης ή μερική αναστολή της προώθησης του εντερικού περιεχομένου που οφείλεται σε απόφραξη ή ελάττωση της κινητικότητας του εντέρου: αποφρακτικός/ατελής/μετεγχειρητικός/μηχανικός/παραλυτικός ~. [< 1: γαλλ. iléon, αγγλ. ileum 2: αρχ. εἰλεός]
14705ειλεοστομία[εἰλεοστομία] ει-λε-ο-στο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. δημιουργία τεχνητού απεκκριτικού στομίου με χειρουργική επέμβαση, που ενώνει το κοιλιακό τοίχωμα με τον ειλεό. Βλ. κολο-, ουρητηρο-στομία, παρά φύση έδρα. [< αγγλ. ileostomy, γαλλ. iléostomie]
14706ειλεοτυφλικός, ή, ό [εἰλεοτυφλικός] ει-λε-ο-τυ-φλι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που έχει σχέση με τον ειλεό και το τυφλό έντερο: ~ή: βαλβίδα. [< γαλλ. iléocæcal, αγγλ. ileocæcal]
14707ειλημμένος, η, ο [εἰλημμένος] ει-λημ-μέ-νος επίθ. (επίσ.): που έχει ληφθεί και δεν πρόκειται να αλλάξει: ~η: δέσμευση/υποχρέωση. ~α: μέτρα. Βλ. αν~, προ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ειλημμένη απόφαση: οριστική και αμετάκλητη, κυρ. από επίσημο φορέα: ~ ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης/της κυβέρνησης. ● βλ. λαμβάνω [< αρχ. εἰλημμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. λαμβάνω, γαλλ. pris]
14708ειλητάριο[εἰλητάριο] ει-λη-τά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΕΚΚΛΗΣ. χειρόγραφο βιβλίο της βυζαντινής περιόδου από πάπυρο ή περγαμηνή ή σπανιότ. χαρτί, μακρόστενου σχήματος, που τυλιγόταν γύρω από έναν ξύλινο κύλινδρο και περιείχε κυρ. λειτουργικά κείμενα. Πβ. τυλιγάδι. Βλ. κώδικας. [< μεσν. ειλητάριον]
14709ειλητό[εἰλητό] ει-λη-τό ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. τετράγωνο ύφασμα που στρώνεται στην Αγία Τράπεζα κατά την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας. Πβ. αντιμήνσιο. [< μεσν. ειλητόν]
14710ειλικρίνεια[εἰλικρίνεια] ει-λι-κρί-νει-α ουσ. (θηλ.): συμπεριφορά ή χαρακτηριστικό γνώρισμα του ανθρώπου που εκφράζει ανυπόκριτα τις σκέψεις και τα συναισθήματά του: αμοιβαία/απόλυτη/ωμή ~. ~ των απαντήσεων/των προθέσεων. ~ στις ανθρώπινες σχέσεις. Έλλειψη/κλίμα ~ας. Με αφοπλιστική ~. Απάντησε/μίλησε με ~ (πβ. λέω τα πράγματα με τ' όνομά τους, δεν μασάω τα λόγια μου). Με κάθε/πάσα ~ (= ειλικρινά). Διακρίνεται για την ~ά της. Σε μια σπάνια στιγμή ~ας, παραδέχτηκε ότι ... Πβ. ευθύτητα, ντομπροσύνη, φιλαλήθεια. ΑΝΤ. ανειλικρίνεια ● ΦΡ.: μεταξύ κατεργαραίων ειλικρίνεια βλ. κατεργάρης, κατεργάρα [< μτγν. εἰλικρίνεια]
14711ειλικρινής, ής, ές [εἰλικρινής] ει-λι-κρι-νής επίθ. {ειλικριν-ούς | -είς (ουδ. -ή)· ειλικρινέστ-ερος, -ατος}: που εκδηλώνει απροσποίητα τις πραγματικές του σκέψεις και συναισθήματα, αληθινός, ανυπόκριτος: ~ής: άνθρωπος (πβ. φιλαλήθης· ΑΝΤ. ψεύτης)/διάλογος/φίλος/χαρακτήρας. ~ής: αγάπη (= άδολη, πραγματική)/απάντηση (= ευθεία, ντόμπρα)/μεταμέλεια/πρόθεση/συγγνώμη/συζήτηση/συνεργασία. ~ές: ενδιαφέρον/χαμόγελο. ~είς: ευχαριστίες/ευχές/σχέσεις. ~ή: αισθήματα. Για να είμαι ~, δεν το περίμενα/δεν ξέρω. Θέλω να είμαι ~ απέναντί σας. Εκφράζουμε την ~ή μας θλίψη/τα ~ή μας συγχαρητήρια/συλλυπητήρια. ΑΝΤ. ανειλικρινής, προσποιητός ● επίρρ.: ειλικρινά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Ευχαριστώ ~. Πές μου ~ τη γνώμη σου. Πβ. εκθύμως, στα ίσα. ΣΥΝ. ανυπόκριτα [< μτγν. εἰλικρινής]
14712είλκυσαβλ. ελκύω
14713είλωτας[εἵλωτας] εί-λω-τας ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που εργάζεται σκληρά, ενώ ταυτόχρονα καταπατώνται τα εργασιακά του δικαιώματα και ο μόχθος του γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης: Δουλεύει/εργάζεται σαν ~, για να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Πβ. δούλος, ραγιάς, σκλάβος. [< αρχ. Εἵλως, γαλλ. ilote, αγγλ. helot]
14714ειλωτεία[εἱλωτεία] ει-λω-τεί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): κατάσταση εργασιακής εκμετάλλευσης. [< αρχ. Εἱλωτεία, γαλλ. ilotisme, αγγλ. helotry]
14715ΕΙΜ(το) 1. Ελληνικό Ινστιτούτο Μετρολογίας. 2. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.
14717ειμαρμένη[εἱμαρμένη] ει-μαρ-μέ-νη ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): μοίρα, πεπρωμένο. Πβ. κισμέτ, ριζικό, τύχη. [< αρχ. εἱμαρμένη]
14718ειμή[εἰμή] ει-μή σύνδ. (αρχαιοπρ.): (συνήθ. προηγείται αρνητική πρόταση και ακολουθεί το μόνο[ν]) παρά: Δεν βλέπω ανταγωνιστές ~ μόνο συναδέλφους. [< αρχ. φρ. εἰ μή, μεσν. ειμή]
14719είναι[εἶναι] εί-ναι ουσ. (ουδ.) 1. ψυχή, ψυχισμός: Έδωσε/συμμετείχε με όλο της το ~. 2. (μτφ.) ό,τι πιο σημαντικό στη ζωή κάποιου: Είσαι το ~ (= η ζωή) μου! 3. ΦΙΛΟΣ. η πραγματικότητα· η αληθινή υπόσταση ενός όντος: φαίνεσθαι και ~. ΑΝΤ. γίγνεσθαι (2) [< αρχ. εἶναι, γερμ. Sein, γαλλ. être]
14723ΕΙΟ(η): Ελληνική Ιστιοπλοϊκή Ομοσπονδία.
14726ΕΙΠ(το): Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού.
14727είπαβλ. λέω
14728ειπωμένος, η, ο [εἰπωμένος] ει-πω-μέ-νος επίθ. (προφ.): που έχει ειπωθεί, διατυπωθεί ή εκφραστεί: ~η: αλήθεια/ιστορία/φράση. ~α: λόγια (ΑΝΤ. ανείπωτος). Αλλιώς/απλά/εύστοχα ~ο. Πβ. λεχθείς. Βλ. λεγόμενος, χιλιο~. ● βλ. λέω

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.