| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 551 | αγρόκηπος | [ἀγρόκηπος] α-γρό-κη-πος ουσ. (αρσ.): αγροτική έκταση στην οποία καλλιεργούνται οπωροφόρα ή λαχανικά. Βλ. -κηπος. [< μτγν. ἀγρόκηπος] | |
| 552 | αγρόκτημα | [ἀγρόκτημα] α-γρό-κτη-μα ουσ. (ουδ.): καλλιεργήσιμη έκταση με κατάλληλες κτιριακές, γεωργικές και κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις για εκτέλεση αγροτικών εργασιών και συνήθ. διαμονή: αστικό/βιολογικό/οικολογικό ~ (= βιο~). Αγροτουρισμός σε ~ήματα. ΣΥΝ. υποστατικό (1), φάρμα | |
| 553 | αγρολήπτης | [ἀγρολήπτης] α-γρο-λή-πτης ουσ. (αρσ.) (συνήθ. παλαιότ.): ΝΟΜ. πρόσωπο που αναλαμβάνει με ειδική συμφωνία την καλλιέργεια ξένης αγροτικής έκτασης: επίμορτος ~. Μισθωτής ή ~ της γεωργικής εκμετάλλευσης. Κολίγοι και ~ες. Βλ. -λήπτης. ΣΥΝ. σέμπρος | |
| 554 | αγροληψία | [ἀγροληψία] α-γρο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΝΟΜ. εκμετάλλευση ξένων αγροτικών εκτάσεων κατόπιν ειδικής συμφωνίας. Βλ. αγρομίσθωση, -ληψία. ● ΣΥΜΠΛ.: επίμορτη/επίμορτος αγροληψία: ΝΟΜ. συμφωνία για μίσθωση αγροκτήματος, κατά την οποία το ετήσιο μίσθωμα ορίζεται σε ποσοστό επί των παραγόμενων καρπών. | |
| 555 | αγρολογία | [ἀγρολογία] α-γρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. η επιστήμη που μελετά τη διαμόρφωση, τη σύσταση και τις ιδιότητες της καλλιεργήσιμης γης. Βλ. -λογία. [< γαλλ. agrologie, αγγλ. agrology, 1916] | |
| 556 | αγρομετεωρολογία | [ἀγρομετεωρολογία] α-γρο-με-τε-ω-ρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΕΩΡ. κλάδος της εφαρμοσμένης μετεωρολογίας που ασχολείται με τον καιρό και το κλίμα αναφορικά με την αγροτική δραστηριότητα· γεωργική μετεωρολογία. Βλ. κλιματολογία. [< αγγλ. agrometeorology, 1925, γαλλ. agrométéorologie] | |
| 557 | αγρομετεωρολογικός | , ή, ό [ἀγρομετεωρολογικός] α-γρο-με-τε-ω-ρο-λο-γι-κός επίθ.: ΜΕΤΕΩΡ. που αναφέρεται στην αγρομετεωρολογία. [< αγγλ. agrometeorological, 1962] | |
| 558 | αγρομίσθωση | [ἀγρομίσθωση] α-γρο-μί-σθω-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. μίσθωση αγροτικής έκτασης για εκμετάλλευση με καταβολή χρηματικού ποσού. Βλ. αγροληψία. | |
| 559 | αγρονομείο | [ἀγρονομεῖο] α-γρο-νο-μεί-ο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. τμήμα της αγροφυλακής, με επικεφαλής τον αγρονόμο· συνεκδ. το σχετικό οίκημα: άδεια γεώτρησης από το ~. | |
| 560 | αγρονομία | [ἀγρονομία] α-γρο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. οι νόμοι και οι διατάξεις που αναφέρονται στην αγροκαλλιέργεια· (συνήθ. συνεκδ.) η σχετική δημόσια υπηρεσία ή/και οι υπάλληλοί της. 2. ΓΕΩΠ. (καταχρ. για τη γεωπονία) η επιστήμη που μελετά ζητήματα βιολογικής, χημικής ή άλλης φύσεως που σχετίζονται με την καλλιέργεια της γης. Πβ. αγροτεχνική. Βλ. αγροχημεία, -νομία. [< 1: μεσν. αγρονομία 'το αξίωμα του αγρονόμου' 2: γαλλ. agronomie, αγγλ. agronomy] | |
| 561 | αγρονομικός | , ή, ό [ἀγρονομικός] α-γρο-νο-μι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με την αγρονομία: ~ές: διατάξεις/παραβάσεις. [< γαλλ. agronomique, αγγλ. agronomic] | |
| 562 | αγρονομισματικός | , ή, ό [ἀγρονομισματικός] α-γρο-νο-μι-σμα-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την προσαρμογή των συναλλαγματικών ισοτιμιών των αγροτικών προϊόντων στην Ευρωπαϊκή Ένωση: ~ή: αντιστάθμιση. ~ό: σύστημα. [< αγγλ. agri-monetary, 1976] | |
| 563 | αγρονόμος | [ἀγρονόμος] α-γρο-νό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. (παλαιότ.) ανώτερος υπάλληλος της αγροφυλακής με διοικητικά καθήκοντα: Δασοφύλακας-~. 2. ΓΕΩΠ. (καταχρ. για τον γεωπόνο) επιστήμονας ειδικευμένος στην αγρονομία: ~-τοπογράφος μηχανικός. Βλ. -νόμος. [< 1: αρχ. ἀγρονόμος ‘επιστάτης των αγρών’ 2: γαλλ. agronome, αγγλ. agronomist] | |
| 564 | αγροοικολογία | [ἀγροοικολογία] α-γρο-οι-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΛ. η επιστήμη της οικολογίας, όπως αυτή εφαρμόζεται στον σχεδιασμό, την ανάπτυξη και οργάνωση της γεωργίας. [< αγγλ. agroecology, 1967, γαλλ. agroécology, 1986] | |
| 565 | αγροοικολόγος | [ἀγροοικολόγος] α-γρο-οι-κο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΟΙΚΟΛ. επιστήμονας ειδικευμένος στην αγροοικολογία. [< αγγλ. agroecologist] | |
| 566 | αγροοικοσύστημα | [ἀγροοικοσύστημα] α-γρο-οι-κο-σύ-στη-μα ουσ. (ουδ.): τεχνητό οικοσύστημα που δημιουργείται με την άσκηση της γεωργίας, για να ικανοποιήσει τις διατροφικές ανάγκες του ανθρώπου: ~ βιολογικής/συμβατικής καλλιέργειας. Τα ~ήματα εναλλάσσονται με νησίδες φυσικών οικοσυστημάτων (δάση, θαμνώνες, παραλίμνιες συστάδες). [< αγγλ. agroecosystem, 1968] | |
| 567 | αγρόπολη | [ἀγρόπολη ] α-γρό-πο-λη ουσ. (θηλ.): πόλη χτισμένη σε αγροτική περιοχή. Βλ. κηπούπολη. | |
| 568 | αγρός | [ἀγρός] α-γρός ουσ. (αρσ.) (επίσ.): καλλιεργήσιμη συνήθ. έκταση, χωράφι: ανοιχτός (ΑΝΤ. θερμοκήπιο)/ποτιστικός/χέρσος ~. ~ σε αγρανάπαυση. Πβ. κτήμα. ● ΦΡ.: αγρόν ηγόραζε/ηγόρασε βλ. αγοράζω [< αρχ. ἀγρός] | |
| 7998 | αγροτ | [αὐτοματισμός] αυ-το-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. αυτόματη εκτέλεση λειτουργίας και κατ' επέκτ. μηχανισμός που λειτουργεί αυτόματα, χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση: ηλεκτρονικός/πλήρης ~. Ηλεκτρικοί/ιατρικοί/υδραυλικοί/ψηφιακοί ~οί. ~ γραφείου/διαχείρισης/επιχειρήσεων (με χρήση Η/Υ)/μηχανημάτων/της παραγωγής/σπιτιού/υπηρεσιών. ~ στα κτίρια και τη βιομηχανία/στο σύστημα ασφαλείας. Ρομποτική/τηλεματική και ~. ~οί γκαράζ/θέρμανσης/θυρών (οροφής)/ψύξης. ~οί για αρδεύσεις/θερμοκήπια. 2. ΙΑΤΡ. ακούσια, ασυνείδητη εκτέλεση κινήσεων· λειτουργία οργάνου χωρίς τη μεσολάβηση του κεντρικού νευρικού συστήματος. Βλ. -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικός αυτοματισμός: διχασμός, συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών ομάδων που συνήθ. προκαλούνται σκόπιμα με σκοπό τον αποπροσανατολισμό τους: ενεργοποίηση/υποδαύλιση του ~ού ~ού. Η αντιλαϊκή τακτική του ~ού ~ού. Κινητοποιήσεις, απεργίες και ~ ~. ~οί ~οί απεργοσπαστών. Βλ. κοινωνικός διάλογος. [< πβ. αρχ. αὐτοματισμός 'τύχη', αγγλ. automation, 1912, γαλλ. ~, 1955, γαλλ. automatisme, αγγλ. automatism] | |
| 569 | αγροτεμάχιο | [ἀγροτεμάχιο] α-γρο-τε-μά-χι-ο ουσ. (ουδ.): τμήμα καλλιεργήσιμου αγρού: Πωλείται ~ υπό ένταξη στο σχέδιο πόλεως. Πβ. γεωτεμάχιο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ