Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [15580-15600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
14729ειρημένος, η, ο [εἰρημένος] ει-ρη-μέ-νος επίθ. (αρχαιοπρ.): που έχει αναφερθεί: αναθεώρηση των ~ων διατάξεων. Υπό τους περιορισμούς των ~ων άρθρων. Κατά τα ~α (: σύμφωνα με όσα έχουν λεχθεί). Βλ. ειπωμένος, προ~. [< αρχ. εἰρημένος]
14730ειρήνευση[εἰρήνευση] ει-ρή-νευ-ση ουσ. (θηλ.): διακοπή ένοπλων συγκρούσεων ή γενικότ. αντιπαραθέσεων: άμεση/διεθνής/κοινωνική ~ (πβ. γαλήνη, ηρεμία). ~ των λαών/της περιοχής. Αποστολή/διαδικασία/σχέδιο ~ης. Διάλογος για ~. Πβ. ειρήνη. [< μτγν. εἰρήνευσις]
14731ειρηνευτής[εἰρηνευτής] ει-ρη-νευ-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ειρηνεύτρια} 1. πρόσωπο, οργανισμός ή κράτος που συμβάλλει με τις προσπάθειές του στην αποκατάσταση της ειρήνης. Πβ. ειρηνοποιός. 2. (ειδικότ.) {μόνο στον πληθ.} οι στρατιώτες διεθνούς συνήθ. δύναμης που έχουν ως αποστολή να φροντίζουν για την τήρηση της ειρήνης σε μια περιοχή: ~ές των Ηνωμένων Εθνών/του ΝΑΤΟ. [< μεσν. ειρηνευτής]
14732ειρηνευτικός, ή, ό [εἰρηνευτικός] ει-ρη-νευ-τι-κός επίθ.: που αποσκοπεί στην ειρήνευση: ~ός: διάλογος. ~ή: αποστολή/διαδικασία/δύναμη/πρωτοβουλία/συμφωνία. ~ό: έργο/σχέδιο/σώμα. ~οί: όροι. ~ές: προσπάθειες/συνομιλίες. ~ά: στρατεύματα. ΣΥΝ. ειρηνοποιός. ● επίρρ.: ειρηνευτικά [< μεσν. ειρηνευτικός]
14733ειρηνεύω[εἰρηνεύω] ει-ρη-νεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ειρήνευ-σε (προφ.) -εψε, -ευμένος (προφ.) -εμένος, ειρηνεύ-οντας} 1. ηρεμώ, γαληνεύω, ησυχάζω: Η θάλασσα/η κατάσταση ~ψε. Έχει ~σει μέσα του. ΑΝΤ. αναστατώνομαι, ταράζομαι. 2. κατευνάζω, ημερεύω: Λόγια που ~ουν την ψυχή και το πνεύμα. Πβ. καλμάρω. ΑΝΤ. αναστατώνω, ταράζω. 3. συμφιλιώνω: Η νέα συμφωνία θα ~εύσει (: θα οδηγήσει σε ειρήνη) την περιοχή. Πβ. αδελφώνω. [< αρχ. εἰρηνεύω]
14734ειρήνη[εἰρήνη] ει-ρή-νη ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση ενός ή περισσότερων εθνών ή κρατών που δεν βρίσκονται σε πόλεμο· ύπαρξη αρμονικών σχέσεων μεταξύ ανθρώπων ή ομάδων, απουσία συγκρούσεων, βίας, εχθρικής διάθεσης και συμπεριφοράς: διακρατική/διαρκής/διεθνής/επισφαλής/εργασιακή/θρησκευτική/παγκόσμια ~. Αποκατάσταση/διατήρηση/επικράτηση/οικοδόμηση/παγίωση/προάσπιση (της) ~ης. Σύμφωνο/συνθήκη/υπογραφή (της) ~ης (πβ. ανακωχή, εκεχειρία, κατάπαυση του πυρός). Το αγαθό/το πνεύμα/σύμβολο (π.χ. κλαδί ελιάς, περιστέρι)/υπέρμαχος της ~ης. Απειλή/διαδήλωση/διάσκεψη/κίνημα για την ~. Σε καιρό ~ης. Πράξη που θέτει σε κίνδυνο την ~ και σταθερότητα της περιοχής. Βλ. αναταραχή, διένεξη.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ πάσι/υμίν.|| (ΝΟΜ.) Διατάραξη της κοινής/οικιακής ~ης. ΑΝΤ. πόλεμος (1) 2. (μτφ.) κατάσταση εσωτερικής γαλήνης, ηρεμίας: η ~ του νου/πνεύματος (= πνευματική ~). ~ στην καρδιά/ψυχή. ● ΣΥΜΠΛ.: η πίπα της ειρήνης βλ. πίπα, περιστέρι της ειρήνης βλ. περιστέρι ● ΦΡ.: ύπαγε εν ειρήνη, βλ. υπάγω [< αρχ. εἰρήνη, γαλλ. paix]
41275ειρηνικός

, ή, ό πο-λε-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον πόλεμο: ~ός: ανταποκριτής/στόλος/χορός. ~ή: αντιπαράθεση/αποστολή/βιομηχανία/διάθεση/δράση/εκστρατεία/εμπλοκή/επέμβαση/επίθεση/ετοιμότητα/ζώνη (= εμπόλεμη)/ήττα/κραυγή (= ιαχή)/σημαία/σύγκρουση/σύρραξη/ταινία. ~ό: ανακοινωθέν/μέτωπο/μουσείο/υλικό (: όπλα και πυρομαχικά). ~ές: δαπάνες/ενέργειες/επιχειρήσεις/προετοιμασίες. ~ά: αεροσκάφη (: μιράζ, φάντομ)/γεγονότα/μέσα/όπλα/παιχνίδια/πλοία/σενάρια/συστήματα/σχέδια. Σε ~ές περιόδους. Πβ. πολεμιστήριος. Βλ. μαχητ-, στρατιωτ-ικός, προ~, ψυχρο~.|| ~οί: λαοί (= εμπειρο-, φιλο-πόλεμοι).|| (μτφ.) ~ή: ατμόσφαιρα (= εχθρική). ΑΝΤ. ειρηνικός (1) ● Ουσ.: πολεμικό (το): ενν. πλοίο: εχθρικό ~. ● επίρρ.: πολεμικά ● ΣΥΜΠΛ.: πολεμικός σταυρός: παράσημο σε σχήμα σταυρού που απονέμεται σε στρατιώτες, οι οποίοι διακρίθηκαν στον πόλεμο: γαλλικός/ελληνικός ~ ~. Για τη δράση του τιμήθηκε με τον ~ό ~ό Α'/Β'/Γ΄ Τάξεως., πολεμικές αποζημιώσεις βλ. αποζημίωση, πολεμικές τέχνες βλ. τέχνη, Πολεμική Αεροπορία βλ. αεροπορία, πολεμική μηχανή βλ. μηχανή, πολεμική/τιμητική διαθεσιμότητα βλ. διαθεσιμότητα, Πολεμικό Ναυτικό βλ. ναυτικό, πολεμικό παίγνιο βλ. παίγνιο, χημικά/πολεμικά αέρια βλ. αέριο [< αρχ. πολεμικός, γαλλ. polémique, αγγλ. polemic]

14735ειρηνικός, ή, ό [εἰρηνικός] ει-ρη-νι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται ή συμβάλλει στην ειρήνη: ~ός: αγώνας. ~ή: διαδήλωση/επίλυση διαφορών/ζωή/κατάκτηση/περίοδος/συμβίωση/συνύπαρξη. ~ό: κλίμα/περιβάλλον/πνεύμα. ~ές: αποστολές/εκδηλώσεις/σχέσεις. ~ή χρήση της πυρηνικής ενέργειας. ΑΝΤ. πολεμικός 2. φιλειρηνικός· κατ' επέκτ. ήρεμος, ήσυχος: ~ός: λαός/χαρακτήρας. ~ό: κίνημα. ~ά: κράτη. Πβ. ειρηνόφιλος. ΑΝΤ. πολεμοχαρής, φιλοπόλεμος.|| ~ός: θάνατος. ~ή: ζωή. ~ό: βλέμμα. Πβ. γαλήνιος.|| (ΓΕΩΓΡ., ευφημ.) Ε~ ωκεανός. ● Ουσ.: ειρηνικά (τα): ΕΚΚΛΗΣ. αιτήματα που απευθύνονται στον Θεό κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας (ξεκινούν με τη φράση ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν). ● επίρρ.: ειρηνικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. εἰρηνικός]
14736ειρηνισμός[εἰρηνισμός] ει-ρη-νι-σμός ουσ. (αρσ.): πολιτική ιδεολογία που αντιτίθεται στον πόλεμο και γενικότ. στη χρήση βίας, υποστηρίζει την ανάπτυξη σταθερής και διαρκούς ειρήνης παγκοσμίως μέσα από τον διάλογο και τον αφοπλισμό. Πβ. ειρηνοφιλία. Βλ. ουδετερότητα, -ισμός. ΣΥΝ. πασιφισμός, φιλειρηνισμός [< γαλλ. pacifisme, αγγλ. pacifism, 1902]
14737ειρηνιστής[εἰρηνιστής] ει-ρη-νι-στής ουσ. (αρσ.) , ειρηνίστρια (η): πρόσωπο που υποστηρίζει την ιδέα της παγκόσμιας ειρήνης και τις αρχές του ειρηνισμού: ~-ακτιβιστής. Διαμαρτυρία ~ών.|| (ως επίθ.) ~ές: ηγέτες. ΣΥΝ. ειρηνόφιλος, πασιφιστής, φιλειρηνιστής [< γαλλ. pacifiste, 1907, αγγλ. pacifist, 1898]
14738ειρηνιστικός, ή, ό [εἰρηνιστικός] ει-ρη-νι-στι-κός επίθ.: που έχει σχέση με τον ειρηνισμό ή τον ειρηνιστή: ~ή: διαδήλωση/δράση/ιδεολογία/οργάνωση. ~ό: κίνημα. Πβ. ειρηνόφιλος, φιλειρηνικός. Βλ. ειρηνευτικός, -ιστικός1. ΣΥΝ. πασιφιστικός [< γαλλ. pacifique, αγγλ. pacifist, 1908]
14739ειρηνοδικείο[εἰρηνοδικεῖο] ει-ρη-νο-δι-κεί-ο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. το κατώτερο πολιτικό δικαστήριο που εκδικάζει σε πρώτο βαθμό αστικές διαφορές μικρής χρηματικής αξίας και συνεκδ. το κτίριο στο οποίο στεγάζονται οι υπηρεσίες του. Βλ. -δικείο.
14740ειρηνοδίκης[εἰρηνοδίκης] ει-ρη-νο-δί-κης ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. δικαστής ειρηνοδικείου. Βλ. -δίκης. [< μτγν. εἰρηνοδίκαι, γαλλ. juge de paix]
14741ειρηνοδρομία[εἰρηνοδρομία] ει-ρη-νο-δρο-μί-α ουσ. (θηλ.): αγώνας δρόμου που διεξάγεται για την προώθηση της ιδέας της ειρήνης. Βλ. -δρομία.
14742ειρηνοποιός, ός, ό [εἰρηνοποιός] ει-ρη-νο-ποι-ός επίθ./ουσ. (λόγ.): που με τη δράση του προσπαθεί να αποκαταστήσει την ειρήνη, είτε διευθετώντας μια σύγκρουση είτε υπερασπιζόμενος γενικότ. φιλειρηνικές θέσεις: ~ός: πολιτικός/ρόλος. ~ός: δύναμη (ΣΥΝ. ειρηνευτικός).|| (ως ουσ.) Εμφανίζεται/έφθασε ως ~. Άμεση αποστολή ~ών (= ειρηνευτών). (ΕΚΚΛΗΣ.) Μακάριοι οι ~οί. Πβ. γεφυροποιός. Βλ. -ποιός. [< αρχ. εἰρηνοποιός]
14743ειρηνοφιλία[εἰρηνοφιλία] ει-ρη-νο-φι-λί-α (λόγ.): επιθυμία διατήρησης και επικράτησης της ειρήνης σε κάθε επίπεδο σχέσεων, κυρ. στις διακρατικές. Πβ. ειρην-, πασιφ-ισμός, φιλειρηνικότητα. Βλ. -φιλία.
14744ειρηνόφιλος, η, ο [εἰρηνόφιλος] ει-ρη-νό-φι-λος επίθ./ουσ. (λόγ.): που αγαπά την ειρήνη και δρα για τη διατήρηση ή την αποκατάστασή της: ~ος: λαός. ~η: πολιτική. ~ο: κόμμα/κράτος. ~ες: κυβερνήσεις/οργανώσεις. ~α: αισθήματα. Πβ. ειρηνιστικός, (φιλ)ειρηνικός.|| (ως ουσ.) Παριστάνουν τους ~ους. ΣΥΝ. ειρην-, πασιφ-, φιλειρην-ιστής. Βλ. -φιλος. ΑΝΤ. φιλοπόλεμος
14745ειρηνοφόρος, α/ος, ο [εἰρηνοφόρος] ει-ρη-νο-φό-ρος επίθ. (σπάν.-λόγ.): που φέρνει την ειρήνη, τη συμφιλίωση, τη γαλήνη: ~ο: μήνυμα. Πβ. ειρηνευτ-, ειρην-ικός. Βλ. -φόρος. [< μτγν. εἰρηνοφόρος]
14746ειρηνοφρουροί[εἰρηνοφρουροί] ει-ρη-νο-φρου-ροί ουσ. (αρσ.) (οι) {σπανιότ. στον εν.}: μέλη στρατιωτικής δύναμης που προασπίζουν, συνήθ. με διεθνή έγκριση, την ειρήνη σε περιοχή που μαστίζεται από τον πόλεμο: ανάπτυξη/ενίσχυση ~ών του ΟΗΕ. Πβ. κυανόκρανος. [< αγγλ. peacekeepers, peacekeeping force, 1910]
14747ειρήσθω[εἰρήσθω] ει-ρή-σθω ρ.: μόνο στη ● ΦΡ.: ειρήσθω εν παρόδω (αρχαιοπρ.): παρεμπιπτόντως, με την ευκαιρία αυτή: ..., ο οποίος, ~ ~ , τελεί υπό παραίτηση. ~ ~ ότι ... Βλ. εν τη ρύμη του λόγου. [< αρχ. εἰρήσθω, γ’ εν. πρόσ. προστ. παθ. παρακ. του ρ. λέγω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.