Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [15600-15620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
14748ειρκτή[εἱρκτή, εἰρκτή] ειρ-κτή ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. φυλακή 1. ΝΟΜ. (στο παλαιότερο ποινικό δίκαιο) ποινή φυλάκισης από πέντε μέχρι δέκα χρόνια που αντιστοιχεί στη σημερινή ποινή της καθείρξεως· ο τόπος κράτησης όσων έπρεπε να την εκτίσουν: Καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια ~.|| Έγκλειστος στην ~. Πβ. δεσμωτήριο. 2. (μτφ.-λόγ.) οτιδήποτε φυλακίζει κάποιον ή κάτι, του στερεί τη δυνατότητα διαφυγής: η ~ του άκρατου ορθολογισμού. [< αρχ. εἱρκτή, εἰρκτή]
14749ειρμολόγιο[εἱρμολόγιο] ειρ-μο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. λειτουργικό βιβλίο που περιέχει τους ειρμούς των κανόνων και τα αυτόμελα τροπάρια: σύντομο/χειρόγραφο ~. ~ (των) καταβασιών. Βλ. -λόγιο, πανδέκτης. [< μεσν. ειρμολόγιον]
14750ειρμός[εἱρμός] ειρ-μός ουσ. (αρσ.) 1. (απαιτ. λεξιλόγ.) αλληλουχία σκέψεων που συνδέονται μεταξύ τους με σχέσεις νοηματικής συνάφειας: λογικός/ποιητικός ~. Η διήγηση είναι μεγάλη και δεν υπάρχει ~. Διακόπτω/παρακολουθώ/χάνω τον ~ό των λόγων κάποιου. Πβ. ακολουθία, συν~, συνοχή. 2. ΕΚΚΛΗΣ. το πρώτο τροπάριο κάθε ωδής του κανόνα το οποίο χρησιμεύει ως πρότυπο για τα υπόλοιπα: ~οί και τροπάρια. ~οί των Φώτων. ~ της θ' ωδής της Υπαπαντής. ~οί της Μεγάλης Εβδομάδας. [< 1: αρχ. εἱρμός 'σειρά, ακολουθία' 2: μεσν. ειρμός]
14751είρωνας[εἴρωνας] εί-ρω-νας επίθ./ουσ. & (λόγ.) είρων: πρόσωπο που περιπαίζει ή κοροϊδεύει κάποιον ή κάτι, χρησιμοποιώντας υποτιμητικούς υπαινιγμούς: Γίνομαι/είμαι ~. Αλαζόνας/κυνικός/σαρκαστικός και ~. [< αρχ. εἴρων, γαλλ. ironiste, αγγλ. ironist]
14752ειρωνεία[εἰρωνεία] ει-ρω-νεί-α ουσ. (θηλ.) 1. υποτιμητικό σχόλιο υπαινικτικά διατυπωμένο· ειδικότ. χρήση του προφορικού ή γραπτού λόγου με τρόπο που να εκφράζεται το αντίθετο νόημα από αυτό που δηλώνεται κυριολεκτικά: έντονη/καυστική (πβ. σαρκασμός)/πικρή/πικρόχολη ~. Κείμενο γεμάτο ~. Χιούμορ με αρκετή δόση ~ας. Να λείπουν οι ~ες.|| Ανεπαίσθητη/λεπτή ~. Χροιά ~ας. Διακρίνω/διαφαίνεται μια ελαφρά ~ στα λόγια/στον τόνο/στη φωνή του. 2. ανακολουθία μεταξύ του πραγματικού αποτελέσματος μιας κατάστασης και του κανονικού ή αναμενόμενου: η ~ της ιστορίας/της υπόθεσης. ● ΣΥΜΠΛ.: σωκρατική ειρωνεία: ΦΙΛΟΣ. η προσποιητή άγνοια του Σωκράτη απέναντι στους συνομιλητές του με στόχο την εκμαίευση των απόψεών τους γύρω από ένα θέμα, τη διαπίστωση της αντιφατικότητας των λόγων τους και την εύρεση στη συνέχεια της αλήθειας., τραγική ειρωνεία 1. ΘΕΑΤΡ. δραματική τεχνική κατά την οποία ο ήρωας αγνοεί την πραγματική του κατάσταση, την οποία όμως γνωρίζει ο θεατής ή ο αναγνώστης. 2. (μτφ.) για κάθε εξέλιξη των πραγμάτων που έχει αρνητικό χαρακτήρα, αντίθετα απ' ό,τι αναμένεται: ~ ~ ο θάνατός του την ημέρα των γενεθλίων του. ● ΦΡ.: ειρωνεία της τύχης: για εξέλιξη διαφορετική ή αντίθετη από την προσδοκώμενη: Τι/κατά (τραγική) ~ της τύχης! Η ~ ~ είναι ότι η μπάλα χτύπησε και τις δύο φορές στο δοκάρι. [< αρχ. εἰρωνεία, γαλλ. ironie, αγγλ. irony]
14753ειρωνεύομαι[εἰρωνεύομαι] ει-ρω-νεύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {ειρωνεύ-τηκα, -τώ, -όμενος}: περιπαίζω κάποιον και τον υποτιμώ εμμέσως με τα λεγόμενά μου: ~εται τους πάντες και τα πάντα. ~τηκε και χλεύασε τις δηλώσεις/τις προτάσεις τους. Μας ~τηκε με ύφος χιλίων καρδιναλίων. Πβ. περιγελώ, σαρκάζω. [< αρχ. εἰρωνεύομαι, γαλλ. ironiser, αγγλ. ironize]
14754ειρωνικός, ή, ό [εἰρωνικός] ει-ρω-νι-κός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από ειρωνεία, που στοχεύει σε αυτή(ν): ~ός: τόνος/τρόπος/χαρακτηρισμός. ~ή: αντιμετώπιση/απάντηση/διάθεση/ερώτηση/συμπεριφορά. ~ό: βλέμμα/σχόλιο/ύφος/χαμόγελο. ~ές: παρατηρήσεις. ~ά: συνθήματα/χειροκροτήματα. Βλ. περιπαικτ-, σαρκαστ-ικός.|| Μη(ν) γίνεσαι/είσαι ~ (= είρωνας). ~ και καυστικός.|| (ΛΟΓΟΤ.) ~ή: γλώσσα. ● επίρρ.: ειρωνικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. εἰρωνικός, γαλλ. ironique, αγγλ. ironic]
21181Ειρωνικός

[ἴδωμεν] ί-δω-μεν ρ. (λόγ.): θα δούμε (κυρ. με επιφύλαξη για το αποτέλεσμα): Δύσκολο να τα καταφέρει, αλλά ~! ΣΥΝ. οψόμεθα! (1) [< αρχ. ἴδωμεν, υποτ. του αορ. β' εἶδον]

14756εις[εἰς] πρόθ. (+ αιτ.): λόγιος τύπος, αντί της πρόθεσης "σε", κυρ. σε παγιωμένες εκφράσεις για δήλωση κίνησης, τρόπου, ποσού, σκοπού, ευχής: άλμα ~ μήκος/ύψος.|| ~ βάρος.|| ~ διπλούν.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ άφεσιν αμαρτιών. ~ μνήμη(ν).|| Μηδέν ~ το πηλίκον.|| ~ το επανιδείν/υγείαν. Και ~ ανώτερα! ● ΦΡ.: είμαι σε θέση να ... βλ. θέση, εις επήκοον όλων βλ. επήκοος, εις μάτην βλ. μάτην, εις τας αιωνίους μονάς/στις αιώνιες μονές βλ. μονή, εις τας/περί τας/στας δυσμάς του βίου βλ. δυσμαί, εις τόπον χλοερόν/εν τόπω χλοερώ βλ. τόπος, εις τριπλούν βλ. τριπλούν, εις χείρας βλ. χειρ, εις/προς/σε επίρρωση βλ. επίρρωση, έρχομαι εις γάμου κοινωνία(ν) βλ. γάμος, ες αεί βλ. αεί, ες αύριον τα σπουδαία βλ. αύριο, σε/εις ανάμνηση βλ. ανάμνηση, σε/ως ένδειξη βλ. ένδειξη [< αρχ. εἰς, ἐς]
14758εις, εν[εἷς, ἕν] αριθμητ. επίθ. απόλ.: ένας, ένα· μόνο στις ● ΦΡ.: εις έκαστος βλ. έκαστος, εν διά δυοίν, εν ενί λόγω, εν οίδα ότι ουδέν οίδα βλ. ουδείς, ουδεμία, ουδέν, το έν(α) δεύτερο βλ. δεύτερος [< αρχ. εἶς, ἕν]
14755εισ-& είσ-: λόγια πρόθεση που χρησιμοποιείται ως πρόθημα σε ρήματα και ουσιαστικά∙ δηλώνει είσοδο ή ενέργεια με συγκεκριμένο σκοπό: εισ-άγω/~έρχομαι/~χωρώ. Εισ-ροή (ΑΝΤ. εκ-).|| Εισ-φέρω. Εισ-ήγηση.
14759εισαγάγωβλ. εισάγω
14760εισαγγελέας[εἰσαγγελέας] ει-σαγ-γε-λέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-α (λόγ.) -έως | -είς, -έων} & (λόγ.) εισαγγελεύς 1. ΝΟΜ. δικαστικός λειτουργός που αποφασίζει αν θα ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον κάποιου και εκπροσωπεί την Πολιτεία ενώπιον του δικαστηρίου: αρμόδιος/ειδικός ~. ~ εφετών/πλημμελειοδικών/πρωτοδικών. ~ του Αρείου Πάγου. Αθλητικός/ποδοσφαιρικός ~. ~ περιβάλλοντος. Ο ~ διέταξε τη διενέργεια προκαταρκτικής έρευνας εναντίον ... Αγόρευση/αυτεπάγγελτη δίωξη/δριμύ κατηγορώ/παρέμβαση του ~α. Προσαγωγή στον ~α. Με την παρουσία ~. Την απαλλαγή του κατηγορουμένου ζήτησε η ~ της έδρας. Διενεργείται προανάκριση με εντολή του ~α. Ο ~ πρότεινε την ενοχή τους. Πβ. δημόσιος κατήγορος. Βλ. αντι~.|| (στην Κύπρο) Γενικός ~ της Δημοκρατίας. 2. (μτφ.-προφ.) πρόσωπο που κατακρίνει τους άλλους χωρίς καμιά επιείκεια: Κάνει τον ~α και τον τιμωρό. Το παίζει ~. Πβ. κήνσορας, τιμητής. Βλ. τηλε~. [< πβ. μτγν. εἰσαγγελεύς ‘αυτός που αναγγέλλει, θαλαμηπόλος (σε ανατολίτικα δικαστήρια)’, γαλλ. procureur]
14761εισαγγελία[εἰσαγγελία] ει-σαγ-γε-λί-α ουσ. (θηλ.) (με κεφαλ. το αρχικό Ε): ΝΟΜ. δικαστική Αρχή ανεξάρτητη από τα δικαστήρια και την εκτελεστική εξουσία με κύρια αποστολή την τήρηση της νομιμότητας, την προστασία του πολίτη και τη διαφύλαξη των κανόνων της δημόσιας τάξης· συνεκδ. το κτίριο όπου αυτή εδρεύει: ~ Ανηλίκων/Πρωτοδικών. Η ~ του Αρείου Πάγου. Κατέθεσε μήνυση στην ~. Προκαταρκτική εξέταση ζήτησε ο Προϊστάμενος της ~ας. Πβ. εισαγγελική Αρχή.|| Συνελήφθησαν και οδηγούνται σήμερα στην ~ Αθηνών. [< πβ. αρχ. εἰσαγγελία ‘καταγγελία, ενοχοποίηση’, γαλλ. ministère public]
14762εισαγγελικός, ή, ό [εἰσαγγελικός] ει-σαγ-γε-λι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με τον εισαγγελέα ή την εισαγγελία: ~ός: έλεγχος/λειτουργός. ~ή: άδεια/Αρχή (= εισαγγελία)/διερεύνηση/δίωξη/έκθεση/εντολή/έρευνα/παραγγελία. ~ό: ένταλμα/πόρισμα/σώμα. ~ές: ενέργειες.|| (μτφ.) ~ό: ύφος (= αυστηρό).
14763εισαγόμενος, η, ο [εἰσαγόμενος] ει-σα-γό-με-νος επίθ./ουσ. 1. (για προϊόν) που παράγεται σε διαφορετική χώρα από αυτή στην οποία καταναλώνεται: ~η: ηλεκτρική ενέργεια. ~ο: φυσικό αέριο. ~ες: πρώτες ύλες. ~α: αγαθά/αυτοκίνητα/κεφάλαια/τρόφιμα. ΑΝΤ. εγχώριος 2. (μτφ.) που προέρχεται από το εξωτερικό: ~ος: ανταγωνισμός/μιμητισμός. ~η: βία/εγκληματικότητα/μόδα/πολιτική κρίση/τεχνολογία. ~ο: έθιμο. ~ες: ασθένειες/ιδέες. 3. (για πρόσ.) που γίνεται δεκτός σε εκπαιδευτικό ίδρυμα: ~οι: σπουδαστές/φοιτητές. (ως ουσ.) Αυξάνονται/μειώνονται οι ~οι στα ΑΕΙ. ● ΣΥΜΠΛ.: εισαγόμενος πληθωρισμός βλ. πληθωρισμός [< αρχ. εἰσαγόμενος, γαλλ. introduit, importé]
14764εισάγω[εἰσάγω] ει-σά-γω ρ. (μτβ.) {εισήγα-γε, εισαγάγει, εισήχθηκε (προφ.) εισάχθηκε (λόγ. εισήχθη, μτχ. εισαχθείς, -είσα, -έν), εισαχθεί, εισηγμένος, εισαγόμενος} 1. φέρνω από το εξωτερικό, κυρ. προϊόντα, υλικά αγαθά: ~ει πρώτες ύλες/φάρμακα (= κάνει εισαγωγές). ~ονται μηχανήματα. Προσπάθησε να εισαγάγει (εσφαλμ. εισάγει, εισάξει, κυρ. στην Κύπρο) στη χώρα αλλοιωμένα τρόφιμα. ΑΝΤ. εξάγω (1) 2. βάζω μέσα σε κάτι, προσθέτω: ~ετε (βλ. επαν~) την κάρτα στην ειδική υποδοχή/το κέρμα στη σχισμή.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ουμε εικόνα (σε κείμενο)/κωδικό (πρόσβασης). 3. (μτφ.) προωθώ, εφαρμόζω κάτι, κυρ. για πρώτη φορά, μυώ: ~ νέες αντιλήψεις/ένα θέμα (προς συζήτηση· πβ. υποβάλλω)/καινοτομίες (πβ. καθιερώνω)/νομοσχέδιο (προς ψήφιση). Σκοπός του μαθήματος είναι να εισαγάγει (τον μαθητή) στις βασικές έννοιες. ~εται η διδασκαλία πληροφορικής στα σχολεία. Η εταιρεία ~γε στην αγορά το νέο μοντέλο.|| (ΝΟΜ.) Η υπόθεση εισήχθη στο τριμελές Εφετείο για εκδίκαση (πβ. παραπέμπω).|| (ΓΡΑΜΜ.) Η πρόταση ~εται (= αρχίζει) με το σύνδεσμο ... ● Παθ.: εισάγομαι: λαμβάνω θέση, γίνομαι δεκτός σε μια υπηρεσία, ένα ίδρυμα: ~ στο δικαστικό σώμα. Οι απόφοιτοι του Λυκείου ~ονται κατόπιν εξετάσεων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (πβ. περνώ). Εισήχθη στην εντατική.|| Οι μετοχές της εταιρείας εισήχθησαν στο χρηματιστήριο. Πβ. εισέρχομαι, μπαίνω. ● βλ. εισηγμένος [< αρχ. εἰσάγω ‘οδηγώ μέσα, παρουσιάζω, φέρνω’, γαλλ. introduire, importer]
14765εισαγωγέας[εἰσαγωγέας] ει-σα-γω-γέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.): επαγγελματίας που κάνει εισαγωγές εμπορευμάτων από το εξωτερικό: ανεξάρτητος/αποκλειστικός/εξουσιοδοτημένος/επίσημος ~. ~είς γεωργικών προϊόντων/ηλεκτρικών συσκευών. ΑΝΤ. εξαγωγέας (1) [< πβ. αρχ. εἰσαγωγεύς ‘αυτός που εισάγει, εισηγητής, αξιωματούχος που φέρνει υποθέσεις στο δικαστήριο’]
14766εισαγωγή[εἰσαγωγή] ει-σα-γω-γή ουσ. (θηλ.) 1. είσοδος σε μία χώρα αγαθών ή υπηρεσιών από χώρα του εξωτερικού: ~ ανταλλακτικών/ηλεκτρικής ενέργειας/κεφαλαίων/μηχανημάτων/πρώτων υλών/συναλλάγματος/φαρμάκων. Άδεια/κόστος/φόρος ~ής. Άδηλες/αθρόες ~ές. ΑΝΤ. εξαγωγή (1) 2. ένταξη κάποιου σε (εκπαιδευτικό ή νοσηλευτικό) ίδρυμα: ~ υποψηφίων σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα. Εξετάσεις/μόρια/σύστημα ~ής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.|| (για παροχή ιατρικής περίθαλψης) Επείγουσα ~ ασθενούς στο νοσοκομείο. Βλ. εξιτήριο, επαν~. 3. τοποθέτηση, προσθήκη, προώθηση: ~ φαρμάκου στον οργανισμό/φύλλου στον εκτυπωτή/CD στον υπολογιστή. Βλ. εισδοχή, εισροή.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δεδομένων (με πληκτρολόγιο)/κωδικού πρόσβασης. Πεδίο/φόρμα ~ής (κειμένου).|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ μετοχών/τίτλων στο χρηματιστήριο.|| (μτφ.) ~ σύγχρονων μεθόδων διδασκαλίας στην εκπαίδευση. Βλ. εμπλουτισμός.|| (ΝΟΜ.) ~ της υπόθεσης στο Συμβούλιο Επικρατείας (πβ. παραπομπή). 4. το εναρκτήριο τμήμα γραπτού ή προφορικού λόγου που περιλαμβάνει τις βασικές έννοιες του θέματος που πρόκειται να αναλυθεί· κατ' επέκτ. βιβλίο ή κύκλος παραδόσεων που παρουσιάζει τις θεμελιώδεις έννοιες ενός αντικειμένου μελέτης: γενική/εκτενής/σύντομη ~. Αντί ~ής ... Πβ. προλεγόμενα, προοίμιο. Βλ. επίλογος, προ~.|| ~ στην Πολιτική Επιστήμη/στη Φιλοσοφία/στη χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών.|| (ΜΟΥΣ., το εναρκτήριο τμήμα μουσικής σύνθεσης) Η ~ της όπερας/της σονάτας (πβ. ουβερτούρα, πρελούδιο, προανάκρουσμα). 5. ΜΗΧΑΝΟΛ. διέλευση αέρα για την ανάφλεξη καυσίμου σε μηχανές εσωτερικής καύσης: το σύστημα ~ής του κινητήρα. Βαλβίδα ~ής.εισαγωγές (οι): εισαγόμενα προϊόντα: εταιρεία/τμήμα ~ών. Οι (συνολικές) ~ ανήλθαν σε ... ευρώ. ● ΣΥΜΠΛ.: παράλληλες εισαγωγές/εξαγωγές βλ. παράλληλος ● ΦΡ.: εισαγωγής: για προϊόν που έχει εισαχθεί από χώρα του εξωτερικού: ενδύματα/έπιπλα/κρέατα/φρούτα εγχώρια και ~. [< αρχ. εἰσαγωγή, γαλλ.-αγγλ. introduction, εισαγωγές, αγγλ. imports, γαλλ. importations]
14767εισαγωγικά[εἰσαγωγικά] ει-σα-γω-γι-κά ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΜΜ. σημείο στίξης (διπλά: « », “ ”, απλά ή μονά: ' ', ‘ ’) που χρησιμοποιείται σε ένα κείμενο, για να περικλείσει έναν τίτλο, τα λόγια προσώπου που μεταφέρονται αυτολεξεί σε μορφή ευθέος λόγου, χωρία άλλων συγγραφέων ή για να δηλωθεί ότι η έκφραση ή η λέξη που περικλείεται σε αυτά χρησιμοποιείται με σημασία διαφορετική από την τρέχουσα ή τίθεται υπό αμφισβήτηση: γωνιώδη ~. Ανοίγω/κλείνω τα ~. (ΠΛΗΡΟΦ.) Περικλείουμε το όνομα του αρχείου/τους όρους αναζήτησης σε ανωφερή διπλά ~. Το κείμενο/παράθεμα μπαίνει μέσα σε ~/τίθεται εντός ~ών. Πβ. αυτάκια.|| Η προοδευτική (εντός ή εκτός ~ών) διανόηση.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.