Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [15620-15640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
14768εισαγωγικός, ή, ό [εἰσαγωγικός] ει-σα-γω-γι-κός επίθ. 1. που αποτελεί την εισαγωγή σε κάτι (έργο, βιβλίο, ομιλία, επιστημονικό τομέα) και δίνει συνήθ. γενική εικόνα του συνόλου: ~ός: λόγος/νόμος (του αστικού κώδικα)/τόμος. ~ή: αναφορά/εισήγηση/εκπαίδευση/ενότητα/οθόνη (εφαρμογής)/παρουσίαση/τοποθέτηση. ~ό: κείμενο/κεφάλαιο/μάθημα/σημείωμα. ~ές: έννοιες (= βασικές)/παρατηρήσεις. Βλ. προ~. 2. που αναφέρεται στην τοποθέτηση κάποιου ως φοιτητή ή σπουδαστή σε εκπαιδευτικό ίδρυμα ή ως υπαλλήλου σε δημόσια υπηρεσία καθώς και στην αρχική κατάσταση του δεύτερου από άποψη ιεραρχίας και αποδοχών: ~ός: διαγωνισμός. ~ές εξετάσεις για την τριτοβάθμια εκπαίδευση (= εισιτήριες).|| ~ός: βαθμός/μισθός. ~ή: βαθμίδα. ~ό: μισθολογικό κλιμάκιο. 3. που έχει σχέση με τις εισαγωγές εμπορευμάτων: ~ός: δασμός. ~ή: εταιρεία. ~ό: εμπόριο. ~ές: επιχειρήσεις. ΑΝΤ. εξαγωγικός (1) ● επίρρ.: εισαγωγικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: εβδομάδα επικοινωνίας βλ. εβδομάδα [< 1, 3: μτγν. εἰσαγωγικός, γαλλ. introductif]
14769εισαγώγιμος, η, ο [εἰσαγώγιμος] ει-σα-γώ-γι-μος επίθ. (επιστ.): που μπορεί, επιτρέπεται να εισαχθεί: ~α: είδη/προϊόντα. ΑΝΤ. εξαγώγιμος [< αρχ. εἰσαγώγιμος, γαλλ. importable]
14770εισακούω[εἰσακούω] ει-σα-κού-ω ρ. (μτβ.) {εισάκου-σε, εισακού-στηκε κ. -σθηκε, -στεί κ. -σθεί, -οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.): αντιμετωπίζω θετικά τις παρακλήσεις ή απόψεις κάποιου: Ο Θεός ~σε τις προσευχές του. Η κυβέρνηση δεν ~ει το αίτημά τους για αύξηση των αποδοχών. Οι προτάσεις της επιτροπής δεν ~στηκαν (= δεν βρήκαν ανταπόκριση). Πρέπει να ~στεί (= ληφθεί υπόψη) η φωνή του πολίτη. Πβ. ανταποκρίν-, αποδέχ-ομαι, τείνει ευήκοον ους. ΑΝΤ. κωφεύω [< αρχ. εἰσακούω]
14771εισακτέος[εἰσακτέος] ει-σα-κτέ-ος ουσ. {κυρ. στον πληθ.} (επίσ.): (για πρόσωπο) που γίνεται δεκτός σε εκπαιδευτικό ίδρυμα: ~οι στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.|| (ως επίθ.) ~οι: φοιτητές. Βλ. -τέος. [< αρχ. εἰσακτέον]
14772είσαστεβλ. είμαι
14773εισβάλλω[εἰσβάλλω] ει-σβάλ-λω ρ. (μτβ.) {παρατ. εισέβαλλα, αόρ. εισέβαλα, εισβάλω, εισβάλλ-οντας} 1. μπαίνω με τη βία σε ξένη χώρα, παραβιάζω τα σύνορά της και εισχωρώ στα εδάφη της με στρατό· γενικότ. εισέρχομαι σε χώρο συχνά με βίαιο τρόπο, πάντοτε όμως ορμητικά και μαζικά ή αιφνιδιαστικά: Εχθρικές δυνάμεις εισέβαλαν στην περιοχή. ΣΥΝ. επιτίθεμαι.|| Ο επίδοξος ληστής εισέβαλε στην τράπεζα κρατώντας καραμπίνα. Τουρίστες ~ουν στα (= κατακλύζουν τα) νησιά. Ο ιός/η νόσος ~ει βαθμιαία. Πβ. εισ-, εφ-ορμώ, μπουκάρω, χυμώ. 2. (μτφ.) εισέρχομαι αυθαίρετα, παραβιάζοντας δικαιώματα ή μεταβάλλοντας τα δεδομένα: Τα μεταλλαγμένα τρόφιμα ~ουν έμμεσα στη διατροφή μας. Η κάμερα της εκπομπής ~ει στα σπίτια και τους χώρους εργασίας.|| (θετ. συνυποδ.) Οι τεχνολογίες της Πληροφορικής εισέβαλαν στην εκπαίδευση. [< αρχ. εἰσβάλλω]
14774εισβολέας[εἰσβολέας] ει-σβο-λέ-ας ουσ. (αρσ.) {εισβολ-είς}: στρατιωτική δύναμη που εισβάλλει σε ξένη χώρα ή πρόσωπο που μπαίνει αυθαίρετα σε χώρο που δεν του ανήκει: Ο στρατός απώθησε τον ~α και τον ανάγκασε να υποχωρήσει. Πβ. επιδρομέας.|| (μτφ.) Ανεπιθύμητος/απρόσκλητος ~. Πβ. παρείσακτος.
14775εισβολή[εἰσβολή] ει-σβο-λή ουσ. (θηλ.) 1. βίαιη είσοδος στρατού σε ξένη χώρα και παραβίαση των συνόρων της· γενικότ. μαζική και αιφνιδιαστική είσοδος: αιματηρή/εχθρική ~. ~ ξένων δυνάμεων. Πβ. επιδρομή. Βλ. επέμβαση.|| ~ της Αστυνομίας στο κτίριο/εξαγριωμένων οπαδών στον αγωνιστικό χώρο. Πβ. εφόρμηση, μπουκάρισμα. 2. (μτφ.) εισχώρηση, διείσδυση που γίνεται με αυθαίρετο τρόπο: κομματική ~ στη δημόσια διοίκηση. ~ των χάκερ στα υπολογιστικά συστήματα. Πβ. επέλαση. [< αρχ. εἰσβολή]
14776εισδοχή[εἰσδοχή] εισ-δο-χή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): είσοδος και ένταξη σε κάποιο σύνολο: ~ νέων μελών στην Ευρωπαϊκή Ένωση/ξένων λέξεων στη γλώσσα/οικονομικών μεταναστών στην αγορά εργασίας. Πβ. εισαγωγή. Βλ. επαν~. [< μτγν. εἰσδοχή ‘αποδοχή, υποδοχή’]
14777εισδύω[εἰσδύω] εισ-δύ-ω ρ. (αμτβ.) {εισέδυ-σε, εισδύ-σει, -οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (επίσ.): μπαίνω μέσα, προχωρώ στο εσωτερικό, διεισδύω: Τα φυτοφάρμακα ~ουν στο υπέδαφος. Οι διαδηλωτές ~σαν στον περίβολο της πρεσβείας. Βλ. τρυπώνω, χώνομαι.|| (μτφ.) ~ει στα βάθη της ψυχής. Ξένες εταιρείες ~ουν στη ελληνική αγορά. Πβ. εισέρχομαι, εισχωρώ. Βλ. παρ~. [< αρχ. εἰσδύω & εἰσδύνω]
14778εισέλθειβλ. εισέρχομαι
14779εισέρχομαι[εἰσέρχομαι] ει-σέρ-χο-μαι ρ. (αμτβ.) {εισήλθα, εισέλθω, λόγ. μτχ. εισελθ-ών, -ούσα, -όν, εισερχόμενος} (επίσ.) 1. μπαίνω σε κάποιο μέρος, χώρο: ~εται στο κτίριο. Το νερό ~εται (= εισρέει) στις δεξαμενές. Οι ηλιακές ακτίνες ~ονται στην ατμόσφαιρα. Το πλοίο εισήλθε στα ελληνικά χωρικά ύδατα. Έχει εισέλθει παράνομα στην περιοχή. Βλ. εισ-δύω, -χωρώ. ΑΝΤ. βγαίνω (1), εξέρχομαι (1) 2. (μτφ.) προχωρώ σε άλλη κατάσταση ή μεταβαίνω σε άλλη χρονική περίοδο: ~εται σε αναπτυξιακή πορεία/σε τροχιά ανάκαμψης/στη φάση υλοποίησης. Η χώρα ~εται σε προεκλογική περίοδο. 3. (μτφ.) γίνομαι δεκτός κάπου, εντάσσομαι σε κάποιο σύνολο: ~ σε εκπαιδευτικό ίδρυμα/σε δημόσια υπηρεσία. Χώρες που ~ονται στη ζώνη του ευρώ. Εταιρείες που ~ονται στο χρηματιστήριο. Το κόμμα έχει εισέλθει στη Βουλή. Πβ. εισάγομαι, μπαίνω. [< αρχ. εἰσέρχομαι]
14780εισερχόμενος, η, ο [εἰσερχόμενος] ει-σερ-χό-με-νος επίθ. ΑΝΤ. εξερχόμενος 1. που μπαίνει σε κάποιο μέρος ή χώρο και ειδικότ. σε κάποιο σύστημα: ~ος: αέρας/τουρισμός. ~η: ενέργεια/μετανάστευση. ~ο: ρεύμα/φως. ~οι: επιβάτες. ~ες: επενδύσεις/πτήσεις. ~α: οχήματα.|| ~η: (ηλεκτρονική) αλληλογραφία/κίνηση (του δικτύου, του υπολογιστή)/πληροφορία/σύνδεση. ~ο: γραπτό μήνυμα (SMS)/σήμα. ~ες: αιτήσεις/κλήσεις. ~α: μηνύματα/τηλεφωνήματα.|| (ως ουσ.) Οι ~οι στην ιστοσελίδα/στη χώρα/στον σταθμό. 2. που μεταβαίνει σε κάποια άλλη κατάσταση ή χρονική περίοδο: Εταιρεία ~η σε φάση δυναμικής αναδιοργάνωσης. Βλ. νεο~. 3. που γίνεται δεκτός κάπου, εντάσσεται σε έναν τομέα: ~ος: πρόεδρος (ΑΝΤ. απερχόμενος). ~οι: σπουδαστές/φοιτητές.|| Εταιρεία ~η στον χώρο των εκδόσεων.|| (ως ουσ.) Οι ~οι στην αγορά εργασίας/στο επάγγελμα. ● Ουσ.: εισερχόμενα (τα) {-ων (λόγ.) -ένων}: έγγραφα που παραλαμβάνει δημόσια υπηρεσία και τα καταχωρεί στο πρωτόκολλο· ηλεκτρονικά μηνύματα και ο χώρος αποθήκευσής τους: Τα ~ καταγράφονται και αποθηκεύονται σε φακέλους. Διαγραφή ~ων.|| ~ ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. ΑΝΤ. εξερχόμενα [< αγγλ. input, inbox]
14781εισήγαγεβλ. εισάγω
14782εισήγηση[εἰσήγηση] ει-σή-γη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. πρόταση που διατυπώνεται προφορικά ή γραπτά και παρουσιάζεται ή κατατίθεται προς έγκριση ή απόρριψη: αρχική/πολιτική/τεκμηριωμένη/τελική ~. ~ της επιτροπής/του προέδρου/του (διοικητικού) συμβουλίου. ~ μέτρων για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας. Υποβλήθηκε ~ προς τις Γενικές Συνελεύσεις των Συλλόγων. Βλ. αντι~. 2. επιστημονική ανακοίνωση σε συνέδριο: ~-τοποθέτηση. Αντικείμενο/περίληψη/τίτλος της ~ης. Ανέπτυξε/παρουσίασε ~ με θέμα ... Πρακτικά των ~ήσεων. 3. εισαγωγή επίσημου κειμένου, κυρ. ψηφίσματος ή νόμου, στην οποία παρουσιάζεται ο σκοπός του. [< αρχ. εἰσήγησις]
14783εισηγητής[εἰσηγητής] ει-ση-γη-τής ουσ. (αρσ.) , εισηγήτρια (η) (λόγ.) 1. πρόσωπο που συντάσσει και παρουσιάζει ή υποβάλλει εισήγηση: ειδικός ~. ~ του νομοσχεδίου/της πρότασης. Ο ~ της αξιωματικής αντιπολίτευσης. ~ του (ευρω)κοινοβουλίου για το θέμα της ... Ορίστηκε βασικός ~ στη συζήτηση/στη συνεδρίαση.|| (ειδικότ. ΝΟΜ.) ~ές και δόκιμοι ~ές του ΣτΕ. Βλ. συν~. 2. (σε συνέδριο, ημερίδα) πρόσωπο που παρουσιάζει τα πορίσματα επιστημονικής έρευνας και γενικότ. αυτός που αναπτύσσει ένα θέμα σε ειδικό ακροατήριο: βασικός/κεντρικός/κύριος ~. ~ ημερίδας/σεμιναρίων/συμποσίου. Τον λόγο κατόπιν πήρε η δεύτερη ~τρια. 3. πρωτοπόρος μιας επιστήμης, ιδεολογίας, καλλιτεχνικού ή φιλοσοφικού ρεύματος: ~ του υπερρεαλισμού/της ψυχανάλυσης. [< αρχ. εἰσηγητής, γαλλ. rapporteur]
14784εισηγητικός, ή, ό [εἰσηγητικός] ει-ση-γη-τι-κός επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται στον εισηγητή ή αποτελεί εισήγηση: ~ή: έκθεση/επιτροπή/ομιλία/πρόταση. ~ές: αρμοδιότητες/μελέτες. [< μτγν. εἰσηγητικός]
14785εισηγμένος, η, ο [εἰσηγμένος] ει-σηγ-μέ-νος επίθ. 1. ΟΙΚΟΝ. που έχει εισαχθεί στο χρηματιστήριο ή σε άλλη οργανωμένη αγορά: ~η: αξία/μετοχή/τράπεζα. ~ο: κεφάλαιο. ~οι: τίτλοι. ~ες: επιχειρήσεις. ~α: αξιόγραφα/χρεόγραφα. 2. (λόγ.) που τον έχουν φέρει από το εξωτερικό: ~ες: πρώτες ύλες. ΑΝΤ. εγχώριος ● βλ. εισάγω [< αρχ. εἰσηγμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. εισάγω, αγγλ. introduced]
14786εισηγούμαι[εἰσηγοῦμαι] ει-ση-γού-μαι ρ. (μτβ.) {εισηγ-είται ... | εισηγ-ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος} (επίσ.): παρουσιάζω προφορικά ή γραπτά πρόταση, άποψη, ιδέα, επιδιώκοντας την έγκρισή της: Η επιτροπή ~είται τρόπους αύξησης της παραγωγικότητας/την αναθεώρηση του κανονισμού/την επιβολή κυρώσεων. ~ούνται στον διευθυντή/στο διοικητικό συμβούλιο/προς το υπουργείο. Ο πρόεδρος ~ήθηκε περικοπές δαπανών.|| Στο συνέδριο ο καθηγητής ... ~ήθηκε το θέμα: ... (= ανέπτυξε). ΣΥΝ. προτείνω (1) [< αρχ. εἰσηγοῦμαι]
14787εισήλθαβλ. εισέρχομαι

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.