Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [15640-15660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
14788εισήχθηβλ. εισάγω
14789εισιτήριο[εἰσιτήριο] ει-σι-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. ειδικό δελτίο με το οποίο βεβαιώνεται ότι ο κάτοχός του έχει πληρώσει το αντίτιμο εισόδου του σε χώρο ή μετακίνησής του με συγκεκριμένο μεταφορικό μέσο: μαθητικό/φοιτητικό ~. Ενιαίο/ηλεκτρονικό ~ αστικών συγκοινωνιών. ~ λεωφορείου/πλοίου/τρένου. Αξία/απόκομμα/(χρονική) διάρκεια/έκδοση/επίδειξη/επικύρωση/κράτηση ~ίου. ~α Εργατικής Εστίας/θεάματος. Έλεγχος/εξάντληση/επιστροφή/(προ)πώληση ~ίων. Βγάζω/κλείνω/προμηθεύομαι ~ (για τον αγώνα/τη συναυλία). Δεν βρήκα ~. Επικυρώστε το ~ό σας. 2. {μόνο στον εν.} (μτφ.) κάθε μέσο ή προϋπόθεση για την πραγματοποίηση ενός στόχου: Η ομάδα πήρε το ~ για τον τελικό (πβ. χαρτάκι). Οι βαθμοί του στις εξετάσεις τού έδωσαν το ~ για το Πανεπιστήμιο. 3. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. έγγραφο με το οποίο βεβαιώνεται η εισαγωγή ασθενούς σε νοσοκομείο: εντολή εκτάκτου/τακτικού ~ου. Βλ. -τήριο. ΑΝΤ. εξιτήριο ● ΣΥΜΠΛ.: εισιτήριο διαρκείας & (προφ.) διαρκείας: το οποίο παρέχει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα στον κάτοχό του τη δυνατότητα απεριορίστων εισόδων σε κάποιο χώρο (κυρ. γήπεδο για την παρακολούθηση αγώνων) ή μετακινήσεων με μεταφορικό μέσο. Πβ. κάρτα διαρκείας., μειωμένο/μισό εισιτήριο: του οποίου το αντίτιμο αντιστοιχεί μέχρι και στο μισό της αξίας του κανονικού εισιτηρίου και το οποίο δικαιούνται άτομα συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας (φοιτητές, πολύτεκνοι, άτομα με ειδικές ανάγκες, ηλικιωμένοι): ~ ~ σε θέατρο/κινηματογράφο. ~α ~α αστικών συγκοινωνιών. ● ΦΡ.: εισιτήριο μετ' επιστροφής/με επιστροφή: που επιτρέπει στον επιβάτη να μεταβεί κάπου και να επιστρέψει με το ίδιο μεταφορικό μέσο: αεροπορικό/ακτοπλοϊκό ~ ~. Πβ. αλέ-ρετούρ., κόβω εισιτήρια: (κυρ. για κινηματογραφικά έργα, παραστάσεις ή αθλητικούς αγώνες) πουλώ εισιτήρια: Η ταινία δεν έκοψε ~ (: δεν είχε εισπρακτική επιτυχία).|| Κάθεται πίσω από το γκισέ και ~ει ~., κέρδισε το εισιτήριο βλ. κερδίζω [< μτγν. εἰσιτήριον, ουσιαστικοπ. ουδ. του επιθ. εἰσιτήριος 1: γερμ. Eintrittsgeld, Eintrittspreis, γαλλ. billet]
14790εισιτηριοδιαφυγή[εἰσιτηριοδιαφυγή] ει-σι-τη-ρι-ο-δι-α-φυ-γή ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. αποφυγή επικύρωσης εισιτηρίου ή γενικότ. πληρωμής του αντιτίμου εισόδου σε κάποιο χώρο: ~ στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς. ~ σε αρχαιολογικούς χώρους/μουσεία.
14791εισιτήριος, α, ο [εἰσιτήριος] ει-σι-τή-ρι-ος επίθ. (επίσ.): που έχει σχέση με την εισαγωγή φοιτητών, σπουδαστών σε ανώτατο ή ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα: ~ες: εξετάσεις.|| ~ος λόγος στην Ακαδημία Αθηνών. Βλ. -τήριος. ΣΥΝ. εισαγωγικός (2) [< αρχ. εἰσιτήριος]
14793εισόδημα[εἰσόδημα] ει-σό-δη-μα ουσ. (ουδ.) {εισοδήμ-ατος | -ατα, -άτων}: το σύνολο των χρημάτων που αποκτά κάποιος σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, έσοδα: αγροτικό/ατομικό/διαθέσιμο/διάμεσο/ετήσιο/ισοδύναμο/κατά κεφαλήν/μηνιαίο/οικογενειακό/φορολογητέο ~. Κοινωνικό ~ Αλληλεγγύης (ΚΕΑ). Ελάχιστο εγγυημένο ~. Αδήλωτα/πλασματικά/πραγματικά/συμπληρωματικά ~ατα. ~ από ελεύθερα επαγγέλματα/εκμίσθωση ακινήτων/εμπορικές επιχειρήσεις/καταθέσεις και επενδύσεις/μισθούς/συντάξεις. Αναδιανομή/δήλωση (φορολογίας)/ύψος (του) ~ατος. Μείωση/φορολόγηση ~άτων. Πβ. πρόσοδος. ● ΣΥΜΠΛ.: εθνικό εισόδημα: ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των χρημάτων που αποκτούν οι μόνιμοι κάτοικοι μιας χώρας ως αμοιβή για τη συνεισφορά τους στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Βλ. εθνική δαπάνη., ακαθάριστο εισόδημα βλ. ακαθάριστος, αφορολόγητο εισόδημα βλ. αφορολόγητος, τεκμαρτό εισόδημα βλ. τεκμαρτός, φόρος εισοδήματος βλ. φόρος [< μεσν. εισόδημα, γαλλ. revenu, αγγλ. income]
14794εισοδηματίας[εἰσοδηματίας] ει-σο-δη-μα-τί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): πρόσωπο που έχει εισοδήματα, συνήθ. από ακίνητα ή κληρονομιά, και ζει από αυτά, χωρίς να εργάζεται. Βλ. κτηματίας. [< γαλλ. rentier]
14795εισοδηματικός, ή, ό [εἰσοδηματικός] ει-σο-δη-μα-τι-κός επίθ. (επίσ.): που αναφέρεται στα εισοδήματα: ~ή: ανισότητα/κατάσταση. ~ό: κλιμάκιο/όριο. ~ές: απώλειες/διεκδικήσεις/πηγές. ~ά: κριτήρια/στρώματα. ● επίρρ.: εισοδηματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: χαμηλές και μεσαίες ~ τάξεις. ● ΣΥΜΠΛ.: εισοδηματική πολιτική: ΟΙΚΟΝ. σύνολο μέτρων και ενεργειών του κράτους με τα οποία καθορίζεται το ύψος των τιμών, των μισθών και των συντάξεων, με σκοπό κυρ. τον έλεγχο του πληθωρισμού. Βλ. οικονομική πολιτική. [< αγγλ. incomes policy, 1965]
14796Εισόδια[Εἰσόδια] Ει-σό-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {Εισοδίων}: ΕΚΚΛΗΣ. κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: τα Εισόδια της Θεοτόκου/της Παναγίας: γιορτή σε ανάμνηση της εισόδου της μητέρας του Ιησού στον ναό του Σολομώντα και της αφιέρωσής της στον Θεό από τους γονείς της (21 Νοεμβρίου)· το αντίστοιχο εικονογραφικό θέμα. [< μτγν. εἰσόδιος, μεσν. φρ. Εισόδια της Θεοτόκου]
14797εισοδικό[εἰσοδικό] ει-σο-δι-κό ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. τροπάριο της Ορθόδοξης Εκκλησίας που ψάλλεται στη Θεία Λειτουργία κατά τη Μικρά Είσοδο. Βλ. κοινων-, χερουβ-ικό. [< μτγν. Εἰσοδικόν]
14798εισοδισμός[εἰσοδισμός] ει-σο-δι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. διείσδυση οργανωμένης ομάδας με σαφείς προπαγανδιστικούς στόχους σε ιδεολογικά συγγενές ή/και αντίπαλο στρατόπεδο, αποσκοπώντας στην αποδυνάμωση και μετάλλαξή του προς όφελος των επιδιώξεών της: ~ ακραίων στοιχείων στο κόμμα/πρακτόρων στον χώρο της τρομοκρατίας. Πβ. παρείσφρηση. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. entr(y)ism, 1963]
14799είσοδος[εἴσοδος] εί-σο-δος ουσ. (θηλ.) {εισόδ-ου} 1. μετάβαση από εξωτερικό σημείο σε άλλο εσωτερικό: άδεια/απαγόρευση/δικαίωμα/έλεγχος/ώρες ~ου. Τα σημεία ~ου στη χώρα. Η ~ επιτρέπεται μόνο με την επίδειξη αστυνομικής ταυτότητας. Κίνηση στο ρεύμα ~ου (στην πόλη). Έκανε/πραγματοποίησε εντυπωσιακή/θριαμβευτική ~ο (πβ. εμφάνιση). ~ ενός καλλιτέχνη στη σκηνή. ~ στρατευμάτων (κατοχής) σε μια χώρα/στο μουσείο/στον κινηματογράφο.|| ~ μικροβίων (στον οργανισμό). Οπή ~ου (αέρα σε δοχείο). ~ χαρτιού (σε εκτυπωτή). ΑΝΤ. έξοδος (2) 2. (συνεκδ.) άνοιγμα που επιτρέπει την πρόσβαση σε ή την επικοινωνία με το εσωτερικό ενός χώρου: κεντρική/κύρια/πλευρική ~. ~ αίθουσας/ναού/πάρκινγκ/σκηνής (θεάτρου)/σπιτιού/σταθμού/σχολείου. Στέγαστρο/φύλαξη ~ου. Οι διαδηλωτές (απ)έκλεισαν τις ~ους της πόλης. Μπήκε από την μπροστινή/πίσω ~ο. Πβ. πόρτα, πύλη. 3. (μτφ.) ένταξη ή μετάβαση σε οργανωμένο σύνολο ή νέα κατάσταση: ~ εταιρείας/μετοχών στο Χρηματιστήριο/ομάδας στον τελικό/χώρας (στην Ευρωπαϊκή Ένωση/στον πόλεμο). Η ~ (= το πέρασμα) της ανθρωπότητας στη νέα χιλιετία. Η ~ του ευρώ στη ζωή μας. Πβ. εισαγωγή, εισδοχή. 4. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. διέλευση ηλεκτρικού ρεύματος ή σήματος σε διάταξη· συνεκδ. το άκρο μιας διάταξης από το οποίο διέρχεται ηλεκτρικό ρεύμα ή σήμα σε αυτή: συσκευή ~ου εικόνας/ήχου. Αντίσταση/ισχύς/κανάλια/πηγή/τάση ~ου.|| (συνεκδ.) ~ ακουστικών/κάρτας ήχου/μικροφώνου/στερεοφωνικού/τηλεόρασης. 5. ΠΛΗΡΟΦ. μεταφορά (σε υπολογιστή) δεδομένων, πληροφοριών προς επεξεργασία. 6. ΠΛΗΡΟΦ. πρόσβαση σε σύστημα, συνήθ. μέσω της πληκτρολόγησης κωδικού: ~ διαχειριστή/χρήστη. Πρόβλημα ~ου σε ιστοσελίδα/λογαριασμό/υπηρεσία/φόρουμ. Πβ. λογκ ιν. ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερη είσοδος: δωρεάν πρόσβαση σε χώρο: ~ ~ για το κοινό/τα παιδιά/τους φοιτητές. ~ ~ σε αρχαιολογικούς χώρους/μουσεία/συναυλίες. Ημέρες/προσκλήσεις ~ης (κ. ελευθέρας) ~ου., Μεγάλη Είσοδος: ΕΚΚΛΗΣ. (κατά τη Θεία Λειτουργία) η μεταφορά των Τιμίων Δώρων από την Ιερά Προσκομιδή στην Αγία Τράπεζα. Βλ. χερουβικό., Μικρά Είσοδος: ΕΚΚΛΗΣ. (κατά τη Θεία Λειτουργία) η μεταφορά του Ευαγγελίου από την Αγία Τράπεζα μέχρι το μέσο του ναού. Βλ. εισοδικό., συσκευή κατάδειξης/εισόδου βλ. κατάδειξη [< 1,2: αρχ. εἴσοδος 3: γαλλ. entrée 4,5: αγγλ. input]
14800εισορμώ[εἰσορμῶ] ει-σορ-μώ ρ. (αμτβ.) {εισορμάς ...| εισόρμ-ησα, -ήσω} (επίσ.): εισέρχομαι με μεγάλη ορμητικότητα και συνήθ. με εχθρική διάθεση: Ληστές ~ησαν τη νύχτα σε μονοκατοικία. Πβ. εισβάλλω, εφορμώ. Βλ. εξορμώ. [< μτγν. εἰσορμῶ]
14801εισπήδηση[εἰσπήδηση] ει-σπή-δη-ση ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. τέλεση λατρευτικών πράξεων από κληρικό σε άλλη μητρόπολη ή ενορία από αυτή στην οποία ανήκει χωρίς έγκριση του οικείου μητροπολίτη.
14802εισπλέω[εἰσπλέω] ει-σπλέ-ω ρ. (αμτβ.) {εισέπλευ-σε, εισπλεύ-σει, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (επίσ.): (για πλεούμενο και επιβάτες του) εισέρχομαι σε ασφαλές μέρος πλέοντας: Το πλοίο/το σκάφος ~σε στον κόλπο/στον όρμο (= έπιασε λιμάνι). Πβ. καταπλέω. ΑΝΤ. αποπλέω, εκπλέω [< αρχ. εἰσπλέω]
14803είσπλους[εἴσπλους] εί-σπλους ουσ. (αρσ.) (επίσ.): είσοδος πλοίου σε λιμάνι, κόλπο ή όρμο: ασφαλής ~ και έκπλους σκαφών. ~ του στόλου. Πβ. κατάπλους. ΑΝΤ. απόπλους, έκπλους [< αρχ. εἴσπλους]
14804εισπνευστήρας[εἰσπνευστήρας] εισ-πνευ-στή-ρας ουσ. (αρσ.): συσκευή για τη λήψη εισπνεόμενων φαρμάκων ή για τη διευκόλυνση της αναπνοής: ~ άσθματος/ινσουλίνης. ~ες με δοσομετρητή. Πβ. αναπνευστήρας. Βλ. ψεκαστήρας, -τήρας. [< γαλλ. inhalateur]
14805εισπνευστικός, ή, ό [εἰσπνευστικός] ει-σπνευ-στι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην εισπνοή: ~ός: χρόνος. ~ή: αναισθησία/δύσπνοια/πίεση/συσκευή/χωρητικότητα. ~ό: έγκαυμα. ΑΝΤ. εκπνευστικός [< γαλλ. inhalateur]
14806εισπνέω[εἰσπνέω] εισ-πνέ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {εισέπνευ-σα, εισπνεύ-σω, -στηκε, -στεί, εισπνε-όμενος, εισπνέ-οντας}: εισάγω αέρα, αέριο, φαρμακευτικές ή άλλες ουσίες στους πνεύμονές μου μέσω της αναπνευστικής οδού: ~ αργά/βαθιά. ~ει από τη μύτη και εκπνέει από το στόμα. ~ουν αναθυμιάσεις/δακρυγόνα/καπνό/καυσαέρια/(επικίνδυνα) χημικά. Το σκεύασμα είναι επιβλαβές για την υγεία εάν ~στεί ή καταποθεί. ~όμενα αντιβιοτικά υπό μορφή αεροζόλ. Πβ. αναπνέω. ΑΝΤ. εκπνέω [< αρχ. εἰσπνέω]
14807εισπνοή[εἰσπνοή] εισ-πνο-ή ουσ. (θηλ.): η πράξη που εκτελεί όποιος εισπνέει και το αποτέλεσμά της: ήρεμη/παθητική ~. ~-εκπνοή. Λήψη κορτιζονούχων φαρμάκων με ~. Πάρτε μια βαθιά ~! Πβ. αναπνοή. ΑΝΤ. εκπνοή (1) [< αρχ. εἰσπνοή]
14808εισπνοθεραπεία[εἰσπνοθεραπεία] εισ-πνο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.) & εισπνοοθεραπεία: ΙΑΤΡ. θεραπευτική χρήση φαρμακευτικών ουσιών, κυρ. αερίων ή σταγονιδίων, που χορηγούνται με εισπνοή: Η ~ συνιστάται για αναπνευστικές παθήσεις. Βλ. υδροθεραπεία. [< αγγλ. inhalation therapy, γαλλ. inhalothérapie, 1968]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.