| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 14809 | εισπρακτέος | , α, ο [εἰσπρακτέος] ει-σπρα-κτέ-ος επίθ. (επίσ., για χρηματικό ποσό): που πρέπει να εισπραχθεί: ~ος: φόρος. ~ες: επιταγές. ~α: γραμμάτια/δάνεια. Βλ. -τέος. ΑΝΤ. καταβλητέος, πληρωτέος | |
| 14810 | εισπρακτικός | , ή, ό [εἰσπρακτικός] ει-σπρα-κτι-κός επίθ. & (προφ.) εισπραχτικός: που έχει σχέση με την είσπραξη ή τις εισπράξεις: ~ός: θρίαμβος/μηχανισμός. ~ή: αποτυχία/ικανότητα (του κράτους)/λογική/πολιτική. ~ό: αποτέλεσμα/ρεκόρ. ~ές: εταιρείες. ~ά: δικαιώματα/κριτήρια/οφέλη. ● επίρρ.: εισπρακτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] | |
| 14811 | εισπράκτορας | [εἰσπράκτορας] ει-σπρά-κτο-ρας ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (λόγ.) εισπράκτωρ 1. υπάλληλος με αρμοδιότητα να εισπράττει οφειλόμενα χρηματικά ποσά: εξουσιοδοτημένοι ~ες. ~ διοδίων/ταμείου/χρεών/φόρων (= φορο~). 2. (κυρ. παλαιότ.) εργαζόμενος σε αστικά ή υπεραστικά λεωφορεία που εισπράττει το αντίτιμο των εισιτηρίων. Βλ. ελεγκτής, -τορας. [< 1: μτγν. εἰσπράκτωρ] | |
| 14812 | είσπραξη | [εἴσπραξη] εί-σπρα-ξη ουσ. (θηλ.): παραλαβή οφειλόμενου χρηματικού ποσού: άμεση/αναγκαστική/συνολική ~. ~ αμοιβών/εισφορών/επιδοτήσεων/κονδυλίων/τελών/φόρου/(ληξιπρόθεσμων) χρεών. Αποδείξεις/γραμμάτιο/διπλότυπο/εντάλματα ~ης. ~ ασφαλιστικής αποζημίωσης για ζημιά σε αυτοκίνητο. Ταμείο ~ης εσόδων. Ενεργεί τις ~άξεις και τις πληρωμές. Βιβλίο/διενέργεια ~άξεων και πληρωμών. Βλ. προ~. ΑΝΤ. καταβολή (1), πληρωμή (1) ● εισπράξεις (οι): τα έσοδα που προέρχονται από πωλήσεις ή καταβολή χρημάτων: ακαθάριστες/ετήσιες/θεαματικές/καθαρές/συναλλαγματικές/τουριστικές ~. ~ από τις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων/από πώληση ακινήτων. Απόδοση/διαχείριση ~άξεων. ~ του Δημοσίου/της εταιρείας/κερδών/του ταμείου. Οι ~ της ημέρας άγγιξαν τα/ανέρχονται σε ... Ποσοστό των ~άξεων. Πβ. ταμείο, τζίρος. ΑΝΤ. έξοδα. [< αρχ. εἴσπραξις, γαλλ. perception] | |
| 14813 | εισπράξιμος | , η, ο [εἰσπράξιμος] ει-σπρά-ξι-μος επίθ. (επίσ.): που μπορεί να εισπραχθεί: ~ος: φόρος. ~ες: οφειλές. Ποσό άμεσα ~ο. Μακροχρόνιο μη ~ο χρέος. | |
| 14814 | εισπράττω | [εἰσπράττω] ει-σπράτ-τω ρ. (μτβ.) {εισέπραττε, εισέπρα-ξε, εισπρά-ξω, -χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -χτεί (λόγ.) -χθεί (λόγ. μτχ. εισπραχθείς, -θείσα, -θέν), εισπραττ-όμενος, εισπράττ-οντας} 1. παίρνω οφειλόμενο χρηματικό ποσό, ενεργώντας για τον εαυτό μου ή για λογαριασμό τρίτου: ~ ασφάλιστρα/ενοίκια/επίδομα/επιταγή/προκαταβολή/σύνταξη. Το κράτος ~ει εισφορές/φόρους. Η εταιρεία ~ει δικαιώματα (από τις πωλήσεις)/ποσοστό επί των κερδών. Οι τράπεζες ~ουν τόκους. Ποσό που ~χθηκε από αποκρατικοποιήσεις/από εκποίηση ακινήτων. ~όμενα/~χθέντα: ποσά/τέλη. Βλ. προ~. ΑΝΤ. καταβάλλω (1), πληρώνω (1) 2. (μτφ.) γίνομαι αποδέκτης θετικής ή αρνητικής συμπεριφοράς: ~ αγάπη/αδιαφορία/απόρριψη/εγκωμιαστικές κριτικές/ευγνωμοσύνη/παράπονα. ... ~οντας τα χειροκροτήματα των θεατών. [< 1: αρχ. εἰσπράττω] | |
| 14815 | εισρέει | [εἰσρέει] εισ-ρέ-ει ρ. (αμτβ.) {εισέρρεε, εισέρρευ-σε, εισρρεύ-σει} (επίσ.) ΑΝΤ. εκρέει 1. (για υγρά) χύνεται μέσα σε κάτι: Το νερό ~ στο φράγµα. ΣΥΝ. εισέρχεται. Βλ. εγχέω. 2. (μτφ.) εισέρχεται σε μεγάλες ποσότητες, μαζικά: ~ χρήμα στην αγορά/στα ταμεία. Συνάλλαγμα ~ στη χώρα. Κεφάλαια ~ουν σταδιακά από το εξωτερικό/στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών. Η ανθρωπιστική βοήθεια αρχίζει να ~ στη σεισμόπληκτη χώρα. Οικονομικά οφέλη θα ~σουν στην εταιρεία. Πλήθος ξένων λέξεων ~σαν στη γλώσσα μας. Εργατικό δυναμικό ~ στην περιοχή. Πβ. εισάγεται, μπαίνει. ΑΝΤ. εξάγεται. [< 1: αρχ. εἰσρέω] | |
| 14816 | εισροή | [εἰσροή] εισ-ρο-ή ουσ. (θηλ.) (επίσ.) ΑΝΤ. εκροή 1. ροή υγρού μέσα σε κάτι: ~ αζωτούχων ενώσεων/υδάτων. ~ ρύπων στο έδαφος. 2. (μτφ.) (κυρ. για χρήματα, αγαθά, πρόσωπα) μαζική είσοδος: μεταναστευτική/ταµειακή ~. ~ επενδύσεων/κονδυλίων (ΑΝΤ. απώλεια). ~ δεδοµένων/προσφύγων/τουριστών. ● εισροές (οι): ΟΙΚΟΝ. παραγωγικοί πόροι επιχείρησης που μετασχηματίζονται σε αγαθά ή υπηρεσίες: γεωργικές/φορολογητέες ~. Ισοζύγιο ~ών-εκροών. ΑΝΤ. εκροές [< 1: μτγν. εἰσροή 2: αγγλ. inflow] | |
| 14817 | εισρόφηση | [εἰσρόφηση] εισ-ρό-φη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. εισχώρηση υγρών ή στερεών ουσιών στην αναπνευστική οδό: ~ (θαλασσινού) νερού/ξένου σώματος/τροφής. Μην αφήνετε το παιδί ανάσκελα, γιατί μπορεί να προκληθεί ~. 2. διείσδυση αντικειμένου ή ζωντανού οργανισμού, κυρ. πτηνού, σε κινητήρα αεροπλάνου. [< γαλλ. aspiration] | |
| 14818 | εισφέρω | [εἰσφέρω] ει-σφέ-ρω ρ. (μτβ.) {παρατ. κ. αόρ. εισέφερα, εισφέρ-εται, -οντας, -όμενος} (επίσ.): προσφέρω υλική ή άλλη βοήθεια για την επίτευξη κοινού σκοπού: ~ μετρητά. ~ σε γη/είδος. ~ στο ταμείο. Ο όμιλος θα ~ει ακίνητη περιουσία αξίας ... ~ονται περιουσιακά στοιχεία. ~όμενο: κεφάλαιο. Πβ. παραχωρώ.|| ~ει την άποψή του. Πβ. συν~. [< αρχ. εἰσφέρω ‘φέρνω, προσκομίζω’] | |
| 14819 | εισφορά | [εἰσφορά ] ει-σφο-ρά ουσ. (θηλ.) (επίσ.): (υποχρεωτική ή εθελοντική) προσφορά υλικής ή άλλης βοήθειας για την ενίσχυση κοινής προσπάθειας: αμυντική/ασφαλιστική/εργοδοτική/κρατική/οικονομική/οφειλόμενη ~. Πνευματική και επιστημονική ~. Πολύτιμη ~ στην καταπολέμηση της ανεργίας/στην πατρίδα. Ειδική ~ αλληλεγγύης. Πβ. συμβολή, συν~. ● ΣΥΜΠΛ.: εργατική εισφορά: ποσοστό επί των ακαθάριστων αποδοχών του απασχολούμενου που παρακρατείται από τον εργοδότη κατά την πληρωμή των αποδοχών του εργαζομένου. [< αρχ. εἰσφορά] | |
| 14820 | εισφοροαποφυγή | [εἰσφοροαποφυγή] ει-σφο-ρο-α-πο-φυ-γή ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. αποφυγή καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών με νομιμοφανείς διαδικασίες. Βλ. φοροαποφυγή. | |
| 14821 | εισφοροδιαφεύγω | [εἰσφοροδιαφεύγω] ει-σφο-ρο-δι-α-φεύ-γω ρ. (αμτβ.): δεν καταβάλλω τις οφειλόμενες εισφορές προς τα ασφαλιστικά ταμεία: ~ει ένα ποσοστό ασφαλισμένων/επιχειρήσεων/εργαζομένων. Θέσπιση αυστηρών κυρώσεων σε όσους ~ουν (= στους ~οντες). Βλ. φοροδιαφεύγω. | |
| 14822 | εισφοροδιαφυγή | [εἰσφοροδιαφυγή] ει-σφο-ρο-δι-α-φυ-γή ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. μη καταβολή οφειλόμενων εισφορών σε ασφαλιστικό ταμείο: εξάλειψη/µείωση/πάταξη της ~ής. Μέτρα κατά της ~ής. Βλ. φοροδιαφυγή. | |
| 14823 | εισφοροφυγάδες | [εἰσφοροφυγάδες] ει-σφο-ρο-φυ-γά-δες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπάν. στον εν. εισφοροφυγάς}: πολίτες που εισφοροδιαφεύγουν. Βλ. φοροφυγάς. | |
| 14824 | εισχώρηση | [εἰσχώρηση] ει-σχώ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. κίνηση προς το εσωτερικό: ~ νερού/σκόνης. ~ της θάλασσας στην ξηρά. ΣΥΝ. διείσδυση (1) 2. (μτφ.) είσοδος: παράνομη ~ σε δεδομένα/πληροφορίες. ~ εταιρείας σε ξένες αγορές/των υπολογιστών στην καθηµερινή ζωή του ανθρώπου. | |
| 14825 | εισχωρώ | [εἰσχωρῶ] ει-σχω-ρώ ρ. (αμτβ.) {εισχωρείς ... | εισχώρ-ησα, -ήσω, -ώντας} 1. προχωρώ προς το εσωτερικό, εισέρχομαι: Η θάλασσα ~εί στη στεριά. Με τη βροχή ~εί υγρασία (στον τοίχο). Το βερνίκι ~εί στους πόρους του ξύλου. Οι αστυνομικοί ~ησαν στη συγκέντρωση. ΣΥΝ. εισδύω, μπαίνω (1) ΑΝΤ. εξέρχομαι (1) 2. (μτφ.) διεισδύω, εξαπλώνομαι: Έχει ~ήσει στην οργάνωση. Κατορθώνει να ~εί στην ουσία/στο βάθος των πραγμάτων. Ο ιός ~εί και στις χώρες της Ευρώπης. Η τεχνολογία έχει ~ήσει σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας. [< 1: μτγν. εἰσχωρῶ] | |
| 14826 | είτε | [εἴτε] εί-τε σύνδ. (συνδέει διαζευκτικά προτάσεις ή όρους πρότασης, είτε ... είτε/ή): δηλώνει εναλλακτική επιλογή, δυνατότητα ή εκδοχή: ~ το ένα ~ το άλλο. ~ πριν ~ μετά. ~ σας αρέσει/το θέλετε ~ όχι. ~ ηλεκτρονικά ~ σε έντυπη μορφή. ● ΦΡ.: έτσι ή αλλιώς(/αλλιώτικα)/είτε έτσι είτε αλλιώς/έτσι (κι) αλλιώς (κι αλλιώτικα) βλ. έτσι [< αρχ. εἴτε] | |
| 14827 | έιτζ | [ἔιτζ] έ-ιτζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & AIDS: θανατηφόρα ασθένεια που προκαλείται από τον Ιό της Ανθρώπινης Ανοσοανεπάρκειας (HIV), προσβάλλει το ανοσοποιητικό σύστημα και μεταδίδεται κυρ. με σεξουαλική επαφή ή μέσω του αίματος: η αντιμετώπιση της εξάπλωσης/καταπολέμηση/μάστιγα του ~. Πρόληψη και προστασία κατά του ~. Παγκόσμια ημέρα του ~ (: η 1η Δεκεμβρίου). Φορείς και ασθενείς του ~. Βλ. λεμφοκύτταρα. ΣΥΝ. σύνδρομο επίκτητης ανοσοανεπάρκειας/ανοσολογικής ανεπάρκειας [< αγγλ. AIDS (Acquired Immune Deficiency Syndrome), 1982] | |
| 14828 | έιτις | [ἔιτις] έ-ι-τις ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} (συνήθ. γράφεται 80s, κυρ. νεαν. αργκό): η δεκαετία του 1980: βιντεοταινία/ντίσκο των ~. Μεγάλωσα στα ~. Βλ. σίξτις, σέβεντις, νάιντις. [< αγγλ. eighties] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ