| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 14829 | είχα | βλ. έχω | |
| 14830 | ειωθός | [εἰωθός] ει-ω-θός ουσ. (ουδ.) {ειωθότ-ος | κυρ. στον πληθ.} (αρχαιοπρ.): αυτό που γίνεται σύμφωνα με τα καθιερωμένα: αποκλίσεις/εκτροπή από τα (πολιτικά) ~ότα. Αντίθετα προς/σύμφωνα με τα ~ότα. Συνήθ. στη ● ΦΡ.: κατά το ειωθός/κατά τα ειωθότα: όπως είναι συνηθισμένο. [< μτχ. παρακ. του ρ. ἔθω ‘είμαι συνηθισμένος’] | |
| 14831 | εκ | [ἐκ] πρόθ. (εκ πριν από σύμφωνο, εξ πριν από φωνήεν): (+ γεν.) για δήλωση προέλευσης, τόπου, χρόνου, αιτίας· από: δικηγόρος εξ Αθηνών. Οδηγία ~ του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου. ● ΣΥΜΠΛ.: εκπαίδευση εξ αποστάσεως/από απόσταση βλ. εκπαίδευση ● ΦΡ.: (συγγενείς/συγγένεια) εξ αγχιστείας/από αγχιστεία βλ. αγχιστεία, (συγγενείς/συγγένεια) εξ αίματος βλ. αίμα, από αβλεψία βλ. αβλεψία, από αμέλεια βλ. αμέλεια, από ένστικτο βλ. ένστικτο, από ιδίους πόρους βλ. πόρος, από το αποτέλεσμα βλ. αποτέλεσμα, από/με πρόθεση βλ. πρόθεση, εκ βαθέων βλ. βαθύς, εκ βάθρων βλ. βάθρο, εκ γενετής βλ. γενετή, εκ δεξιών βλ. δεξιός, εκ διαμέτρου αντίθετος βλ. διάμετρος, εκ θεμελίων βλ. θεμέλιο, εκ μέρους/από μέρους (κάποιου) βλ. μέρος, εκ νέου βλ. νέος, εκ παραδρομής βλ. παραδρομή, εκ πείρας βλ. πείρα, εκ πεποιθήσεως βλ. πεποίθηση, εκ περιτροπής βλ. περιτροπή, εκ προμελέτης βλ. προμελέτη, εκ προοιμίου βλ. προοίμιο, εκ πρώτης όψεως/όψης βλ. όψη, εκ συστήματος/κατά σύστημα βλ. σύστημα, εκ του ασφαλούς βλ. ασφαλής, εκ του αφανούς βλ. αφανής, εκ του μακρόθεν βλ. μακρόθεν, εκ του μη όντος βλ. ον, εκ του νόμου βλ. νόμος, εκ του πλησίον βλ. πλησίον, εκ του πονηρού βλ. πονηρός, εκ του προχείρου βλ. πρόχειρος, εκ του σύνεγγυς βλ. σύνεγγυς, εκ του συστάδην βλ. συστάδην, εκ του φυσικού βλ. φυσικός, εκ των ενόντων βλ. ενόντων, εκ των έσω/ένδον βλ. ένδον, εκ των πραγμάτων βλ. πράγμα, εκ των προτέρων βλ. πρότερος, εκ των υστέρων βλ. ύστερος, εκ των ων ουκ άνευ βλ. ος, η, ο, εκ φύσεως βλ. φύση, εκ/από Θεού βλ. θεός, εξ αδιαθέτου βλ. αδιάθετος, εξ αδιαιρέτου βλ. αδιαίρετος, εξ ακοής βλ. ακοή, εξ ακοής μαρτυρία βλ. ακοή, εξ Ανατολών βλ. ανατολή, εξ αντανακλάσεως βλ. αντανάκλαση, εξ αντικειμένου βλ. αντικείμενο, εξ απαλών ονύχων βλ. απαλός, εξ αποστάσεως/από απόσταση βλ. απόσταση, εξ απροόπτου βλ. απρόοπτος, εξ αριστερών βλ. αριστερός, εξ επαγγέλματος βλ. επάγγελμα, εξ επαφής βλ. επαφή, εξ ευωνύμων βλ. ευώνυμος, εξ εφόδου βλ. έφοδος, εξ ημισείας βλ. ήμισυς, εξ ιδίας αντιλήψεως βλ. αντίληψη, εξ ιδίας πρωτοβουλίας βλ. πρωτοβουλία, εξ οικείων/εξ ιδίων τα βέλη βλ. βέλος, εξ ολοκλήρου βλ. ολόκληρος, εξ ονόματος βλ. όνομα, εξ όνυχος τον λέοντα βλ. όνυχας1, εξ ορισμού βλ. ορισμός, εξ ου/εξού και βλ. ος, η, ο, εξ όψεως βλ. όψη, εξ υπαμοιβής βλ. υπαμοιβή, εξ υπαρχής βλ. υπαρχή, εξ υποκειμένου βλ. υποκείμενο, κατ' ανάγκη(ν)/εξ ανάγκης βλ. ανάγκη, κατά λάθος βλ. λάθος, ως εκ τούτου βλ. τούτος [< αρχ. ἐκ, ἐξ] | |
| 14832 | ΕΚ | 1. (το) Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. 2. (η) (παλαιότ.) Ευρωπαϊκή Κοινότητα (πρώην ΕΟΚ). Τώρα ΕΕ. 3. (ο) Εμπορικός Κώδικας. | |
| 15118 | εκ μέρους | βλ. μέρος | |
| 42113 | εκ των πραγμάτων | [πρᾶγμα] πράγ-μα ουσ. (ουδ.) {πράγμ-ατος | -ατα, -άτων} & (λαϊκό) πράμα 1. οτιδήποτε άψυχο έχει αντικειμενική υπόσταση και γίνεται αντιληπτό με τις αισθήσεις· γενικότ. οτιδήποτε υπάρχει (συγκεκριμένο ή αφηρημένο) και δεν θέλει ή δεν μπορεί κάποιος να το προσδιορίσει με ακρίβεια: Πρόσωπο, ζώο ή ~. Ελαττωματικό/καινούργιο/μεταχειρισμένο ~. (οικ.) Πρώτο/φρέσκο πράμα (= εμπόρευμα, προϊόν).|| (μειωτ.) Μην το πιείτε αυτό το ~.|| Ένα ~ δεν μπορώ να καταλάβω ... Δύσκολο ~ (το) να κρατάς τις ισορροπίες. Οι δύο έννοιες δεν σημαίνουν το ίδιο ~. Η υπεροψία είναι κακό ~. Το μόνο ~ που του ζήτησα είναι να ... Το πρώτο ~ που προσέχω σε έναν άνθρωπο είναι ... Τέτοιο ~ δεν έχω ξαναδεί. Δεν υπάρχει χειρότερο ~ από το ... Αγόρασα διάφορα ~ατα (βλ. ψώνια). Απλά/λιτά/ταπεινά ~ατα. Τα βασικά/στοιχειώδη ~ατα της ζωής (= αγαθά). Κάποια ~ατα δεν λέγονται. Δεν κατάλαβα/συγκράτησα και πολλά ~ατα απ' όσα είπε.|| (προφ.) Το πράμα της/του (= τα γεννητικά όργανα· πβ. απαυτά, τέτοιο). Έκρυψαν το ~ (= παράνομο εμπόρευμα, συνήθ. ναρκωτικά). Βλ. χαζόπραμα. 2. γεγονός, περιστατικό ή θέμα, ζήτημα που απασχολεί κάποιον: σημαντικό/σοβαρό ~. Η έκβαση των ~άτων. Για ποιο ~ μιλάμε; Το πρώτο/τελευταίο ~ που μου ήρθε στο μυαλό/σκέφτηκα ήταν ... Το ~ (πβ. υπόθεση) είναι πολύπλοκο/σύνθετο. Το ~ για το οποίο διαφωνούν περισσότερο είναι ... Όπως και να το πάρεις το ~, θα έπρεπε να ... Το ~ σήκωνε συζήτηση. Το ~ έχει ως εξής. Αν υπάρξει αμοιβαίο ενδιαφέρον, το ~ προχωράει κανονικά. Θα φανεί το ~. Το ~ θέλει προσοχή/σκέψη/υπομονή/ψάξιμο. Δεν βλέπεις την ουσία του ~ατος. Για την ιστορία του ~ατος, ας σημειωθεί ότι ... Μυστήρια/παράξενα/περίεργα/φοβερά ~ατα. Βλέπω/κρίνω τα ~ατα συνολικά. Είναι κρίμα, αλλά αυτά τα ~ατα συμβαίνουν. 3. {συνηθέστ. στον πληθ.} δουλειά, ασχολία, ενέργεια: Το πρώτο ~ που κάνω είναι να ... Κάνει πολλά και ενδιαφέροντα ~ατα.|| (προφ.) Είναι σοβαρά ~ατα αυτά; (= πβ. φέρσιμο, συμπεριφορά). Δεν είναι για μεγάλα ~ατα (= για σπουδαίες πράξεις, κατορθώματα). Έχει χίλια ~ατα στο μυαλό του (= πολλές έγνοιες). 4. ΝΟΜ. καθετί που έχει ο άνθρωπος στην κατοχή του· περιουσιακό στοιχείο, κτήμα: ακίνητο/κινητό ~. Κατάσχεση/μίσθωση/νομέας/χρήση του ~ατος. Φυσική εξουσία του προσώπου επί του ~ατος. ● πράγματα & πράματα (τα) 1. η πραγματική (πολιτική, κοινωνική ή ατομική) κατάσταση, τα δεδομένα, οι συνθήκες: εκπαιδευτικά/καλλιτεχνικά/οικονομικά/πολιτιστικά ~. Δύσκολα τα ~. Όπως βλέπω/δείχνουν τα ~, δεν μας συμφέρει να ... Τα ~ πάνε από το κακό στο χειρότερο/άσχημα/καλά/στραβά. Αγρίεψαν/άλλαξαν/βελτιώθηκαν/σοβάρεψαν/χειροτέρευσαν τα ~. Για κοίτα κάτι ~. Είδε τα ~ με άλλο μάτι. Θα φτιάξουν τα ~. Τα ~ πήραν ενδιαφέρουσα τροπή. Τα ~ ήρθαν βολικά/καλύτερα απ' ό,τι φανταζόμουν. Αντιμετωπίζω/δέχομαι/παίρνω τα ~ όπως έρχονται. Κάντε τα ~ όσο πιο απλά γίνεται. Έχει θαρραλέα στάση απέναντι στα ~. Συμμετέχει ενεργά στα ~. Τόλμησε μια βαθιά τομή στα ~. Άσε τα ~ να εξελιχθούν/κυλήσουν από μόνα τους. Ο ανασχηματισμός έγινε υπό την πίεση των ~άτων. 2. (+ γεν. προσώπου) προσωπικά αντικείμενα (ρούχα, παπούτσια, βιβλία, αποσκευές): Μάζεψε/πήρε/τακτοποίησε τα ~ά της/του. Άφησαν/έχασαν/ξέχασαν τα ~ά τους στο αεροδρόμιο. Βλ. μικρο~, ψιλο~. ● Υποκ.: πραγματάκι & πραματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσια πράγματα: οι υποθέσεις, τα ζητήματα που αφορούν όλους τους πολίτες: Ασχολούμαι με τα ~ ~. Συμμετοχή των νέων στα ~ ~. Πβ. κοινά. Βλ. πολιτικά. [< γαλλ. la chose publique] , πράγμα καθ' εαυτό: ΦΙΛΟΣ. (στην καντιανή φιλοσοφία) η πραγματικότητα που υπάρχει πίσω από τα φαινόμενα. [< γερμ. das Ding an sich] , εξεταστική των πραγμάτων επιτροπή βλ. επιτροπή, νέα τάξη (πραγμάτων) βλ. τάξη ● ΦΡ.: άλλο πρά(γ)μα! (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί ότι κάτι είναι μοναδικό ή αξιοσημείωτο: Μια παράσταση ~ ~! ~ ~ ο καθαρός αέρας! Μου έφτιαξε ένα φαΐ, ~ ~!, άλλο πράγμα ... κι άλλο (πράγμα) (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί ότι κάτι είναι διαφορετικό από κάτι άλλο: ~ ο ενθουσιασμός ~ η αγάπη., ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά: ας ακολουθήσουμε τη χρονική ή λογική αλληλουχία: ~ ~: πρώτο ..., δεύτερο ..., τρίτο ..., βλέπω/αντιμετωπίζω/παίρνω την κατάσταση/τα πράγματα όπως είναι: αντιμετωπίζω ρεαλιστικά την πραγματικότητα., δεν είναι και λίγο/μικρό πράγμα & λίγο/μικρό πράγμα το έχεις & λίγο/μικρό πράγμα είναι να ... (εμφατ.): για να τονιστεί η σημασία ορισμένης κατάστασης: Τουλάχιστον είναι υγιής, δεν είναι και λίγο ~. Έχει δική του δουλειά, λίγο (πράγμα) το έχεις αυτό; Δεν είναι (και) λίγο/μικρό πράγμα (= είναι σημαντικό, σπουδαίο) να είσαι πρωταθλητής. Λίγο/μικρό πράγμα είναι να έχεις φίλους στις δύσκολες στιγμές;, δεν λέει/λένε (και) πολλά πράγματα (προφ.) 1. δεν είναι σημαντικός, δεν αξίζει: Το έργο του δεν λέει ~. 2. (+ για) δεν παρέχει ασφαλή, πλήρη στοιχεία: Οι επιμέρους δείκτες δεν λένε ~ για την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης., είμαι/έρχομαι στα πράγματα: ανεβαίνω στην εξουσία, έχω ηγετική θέση: Ποιο κόμμα είναι στα ~; Όταν ήρθε στα ~, αντιμετώπισε πολλά προβλήματα., (ως) εκ των πραγμάτων (λόγ.): (όπως προκύπτει) από τα γεγονότα, από την πραγματικότητα: Ο υπουργός υποχρεώθηκε ~ ~ να προχωρήσει σε δηλώσεις. Τίθεται ~ ~ ζήτημα αναδιάταξης της οικονομίας., εν τοις πράγμασι (αρχαιοπρ.): στην πράξη., έξω από τα πράγματα: χωρίς ενημέρωση και εκτός δράσης: Βρίσκομαι/είμαι/μένω ~ ~., έχει άλλα πράγματα στο μυαλό/στο(ν) νου/στο κεφάλι του: τον απασχολούν άλλες σκέψεις, έγνοιες: Πήγα να του μιλήσω, αλλά ~ ~., κορίτσι/παιδί πράμα (προφ.-εμφατ.): για να τονιστεί η παιδική ηλικία ή αθωότητα, που δεν συνάδει με ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά: Ξημεροβραδιάζεται ~ ~ σε ύποπτα μαγαζιά., μέσα στα πράγματα & στα πράγματα 1. για πρόσωπο ενεργό σε έναν τομέα, ενημερωμένο ή/και σε θέση-κλειδί: Βρίσκεται/είναι ~ ~ (: στην πρώτη γραμμή). 2. για κάποιον που είναι στη μόδα. Πβ. ιν, τρέντι., πολύ πρά(γ)μα (προφ.): για να δηλωθεί πληθώρα, αφθονία: Αν ψάξεις, θα βρεις ~ ~., πού τέτοιο πρά(γ)μα! (προφ.): για κάτι που δεν έχει συμβεί ή δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί, παρόλο που θα ήταν επιθυμητό: Θα πας διακοπές; Μπα, ~ ~. Πβ. πού τέτοια τύχη!, πρά(γ)μα που σαλεύει (μτφ.-προφ.): λέγεται για φρέσκο ψάρι και καταχρ. για πολύ όμορφη νεαρή γυναίκα., πράγμα που/το οποίο ... (εισάγει αναφορική πρόταση): γεγονός, ζήτημα που: Η διαδικασία έχει ολοκληρωθεί, ~ ~ σημαίνει ότι δεν μπορεί να γίνει καμία αλλαγή., πώς είναι/πάνε τα πράγματα; (προφ.): ποια είναι η κατάσταση, η εξέλιξη των πραγμάτων;: -~ ~ στη δουλειά/στο εξωτερικό/στο σπίτι; -Καλά/μια χαρά/όπως τα ξέρεις., σιγά το/χαρά στο πρά(γ)μα! (προφ.-συνήθ. ειρων.): για κάτι που δεν είναι τόσο σημαντικό ή δύσκολο όσο το παρουσιάζουν: Σε χαιρέτησε ο πρόεδρος; ~ ~! ~ ~, και τι έγινε; ΣΥΝ. σιγά/σπουδαία τα λάχανα!, τι πρά(γ)μα (εμφατ., σε ευθείες ή πλάγιες ερωτήσεις): τι: ~ ~ είναι αυτό; Για ~ ~ πρόκειται ακριβώς; Δεν καταλαβαίνω για ~ ~ μιλάς. Σε ~ ~ αναφέρεσαι; Τι πράμα είσαι συ (= τι είδους άνθρωπος);|| (ως έκφρ. έκπληξης) -Θα μετακομίσω στο εξωτερικό. -~ ~ (: τι έκανε λέει);, τι πρά(γ)μα είναι αυτό & τι πρά(γ)μα κι αυτό (προφ.): για να δηλωθεί έκπληξη, απορία ή αγανάκτηση: ~ ~ με τον καιρό! Όλο βρέχει! Μα ~ ~ να μην μπορεί να συγκρατηθεί!, τι πρά(γ)ματα είναι αυτά (προφ.): ως έκφραση έντονης αποδοκιμασίας για συγκεκριμένη ενέργεια ή συμπεριφορά: ~ ~; Ντροπή! Μα είσαι σοβαρός; ~ ~ που λες;, (πράγματα) εκτός συναλλαγής βλ. συναλλαγή, άκου πράγματα! βλ. ακούω, βάζω τα πράγματα στη θέση τους βλ. θέση, ζορίζουν/στενεύουν τα πράγματα βλ. ζορίζω, κάθε πράγμα στον καιρό του (κι ο κολιός τον Αύγουστο) βλ. καιρός, κάθε πράγμα/πράμα στην ώρα του βλ. ώρα, καιρός παντί πράγματι βλ. καιρός, καλώς εχόντων των πραγμάτων βλ. καλώς, κάπως έτσι είναι/έχουν τα πράγματα βλ. κάπως, λέω τα πράγματα με τ' όνομά τους βλ. όνομα, νοικοκυρεμένα πρά(γ)ματα βλ. νοικοκυρεύω, ντροπής πρά(γ)ματα! βλ. ντροπή, ξηγημένα πρά(γ)ματα βλ. ξηγημένος, όνομα και πρά(γ)μα βλ. όνομα, όπως και/κι αν έχει το πράγμα ... βλ. αν, ούτως εχόντων των πραγμάτων βλ. ούτω(ς), πάω τα πράγματα βλ. πηγαίνω & πάω, πράματα και θάματα/θαύματα βλ. θάμα, πρόσωπα και πράγματα βλ. πρόσωπο, πώς την έχεις δει (τη δουλειά); βλ. βλέπω, σκούρα/ζόρικα τα πράγματα βλ. σκούρος, τα πράγματα πήραν το(ν) δρόμο τους βλ. δρόμος, τζάμπα πράμα βλ. τζάμπα, τίμια/δίκαια πράγματα! βλ. τίμιος, το ... της υπόθεσης/του πράγματος/της ιστορίας βλ. υπόθεση, το γελοίο(ν)/το αστείο της υπόθεσης/του πράγματος/του θέματος βλ. γελοίος, το καλό πρά(γ)μα αργεί να γίνει βλ. αργώ, το πράγμα αλλάζει/αλλάζει το θέμα/το ζήτημα/το πράγμα βλ. αλλάζω, το πράγμα μιλάει (από) μόνο του βλ. μιλώ [< αρχ. πρᾶγμα, μεσν. πράμα, γαλλ. chose(s), γερμ. Ding] | |
| 14833 | εκ- & εξ- & έκ- & έξ- | {εκ- πριν από σύμφωνο}: λόγια πρόθεση που χρησιμοποιείται ως πρόθημα, κυρ. σε ρήματα και ουσιαστικά και δηλώνει μεταβολή, αφαίρεση, κίνηση από τόπο, υπέρβαση χρονικού ορίου: εξ-αϋλώνω/~αερώνω. Εκ-ριζώνω (πβ. ξε-). Εκ-χιονισμός (πβ. απο-).|| Εκ-βάλλω/~φεύγω. Εξ-έρχομαι (ΑΝΤ. εισ-.). Εκ-τόπιση.|| Εκ-πρόθεσμος (ΑΝΤ. εμ-).|| (επιτατ.) Έκ-θαμβος.|| (με στερητική σημ.) Εκ-τόνωση. | |
| 14834 | ΕΚΑ | : 1. (η): Εφορεία Κλασικών Αρχαιοτήτων. 2. (το): Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Αθήνας. | |
| 14835 | ΕΚΑΑ | (η): Ευρωπαϊκή Κάρτα Ασφάλισης Ασθένειας. | |
| 14836 | ΕΚΑΒ | (το): Εθνικό Κέντρο Άμεσης Βοήθειας. | |
| 14837 | εκάι | [ἐκάι] ε-κά-ι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μαύρο χρώμα αναμεμειγμένο με κόκκινο: ριγέ ταγιέρ σε ~. [< γαλλ. écaille] | |
| 14838 | ΕΚΑΜ | 1. (ο) Ενιαίος Κωδικός Αριθμός Μητρώου. 2. (τα κ. σπανιότ. η) Ειδική Κατασταλτική Αντιτρομοκρατική Μονάδα. | |
| 14839 | έκαμα/έκανα | βλ. κάνω | |
| 14840 | εκάρη | [ἐκάρη] ε-κά-ρη ρ. (αμτβ.) {αόρ.} (αρχαιοπρ.): μόνο στη ● ΦΡ.: εκάρη μοναχός: ΕΚΚΛΗΣ. έγινε μοναχός. Βλ. αγγελικό σχήμα, κουρά, χειροτονία. ● βλ. κεκαρμένος [< αρχ. κείρομαι] | |
| 14841 | εκάς | [ἑκάς] ε-κάς επίρρ.: μόνο στη ● ΦΡ.: εκάς οι βέβηλοι! (αρχαιοπρ.): (μακριά οι ασεβείς!) για να δηλωθεί αγανάκτηση απέναντι σε άτομα που με τις πράξεις τους προσβάλλουν κάτι ιερό. [< αρχ. ἑκάς] | |
| 14843 | έκαστος | , η, ο [ἕκαστος] έ-κα-στος αντων. {θηλ. (λογιότ.) εκάστη, -ου (λογιότ.) εκάστου} (λόγ.): (εμφανίζεται συνήθ. σε στερεότυπες εκφρ.) καθένας: ~ος: δικαιούχος/υποψήφιος. Μηνιαίο εισόδημα εκάστου συζύγου. Οι προσδοκίες ~ου από εμάς ποικίλλουν. ~ο (= κάθε) μέρος δύναται να ... ● ΦΡ.: εις έκαστος {ενός εκάστου, ένα έκαστον} (αρχαιοπρ.): καθένας ξεχωριστά: τα δικαιώματα ενός εκάστου., καθ' εκάστην (επίσ.): κάθε μέρα: Ο γιατρός/ο δικηγόρος δέχεται επισκέψεις ~ ~ από ... μέχρι ... [< αρχ. καθ’ ἑκάστην (τήν) ἡμέραν] , καθείς/έκαστος εφ' ω ετάχθη [ἕκαστος ἐφ' ᾧ ἐτάχθη] (αρχαιοπρ.): καθένας στον τομέα του: Για την επιτυχία του συνεδρίου μόχθησαν, ~ ~, πολλοί εκλεκτοί συνάδελφοι., έκαστος/καθείς/καθένας στο είδος του βλ. είδος [< αρχ. ἕκαστος] | |
| 14844 | εκάστοτε | [ἑκάστοτε] ε-κά-στο-τε επίρρ. (λόγ.): κάθε φορά: Εφαρμόζεται ο νόμος ... όπως ~ ισχύει.|| (ως επίθ.) Ο ~ δήμαρχος/πρόεδρος. Οι ~ ανάγκες/συνθήκες. Πρότυπα που προβάλλει η ~ εποχή. [< αρχ. ἑκάστοτε] | |
| 14845 | εκατ. | [ἐκατ.] ε-κατ.: συντομ. της λ. εκατομμύριο (ανεξάρτητα από κλίση και πτώση): έργα πέντε ~ ευρώ. | |
| 14846 | εκάτερος, εκατέρα, εκάτερο(ν) | [ἑκάτερος] ε-κά-τε-ρος αντων. {εκατέρ-ου} (αρχαιοπρ.): καθένας από τους δύο: ~ ή από κοινού. Εν ~έρα περιπτώσει ... ● ΦΡ.: έτερον εκάτερον (λόγ.): για να δηλωθεί ότι δύο πράγματα είναι διαφορετικά και δεν έχουν καμία συνάφεια, σχέση μεταξύ τους. ΣΥΝ. άλλο το ένα κι άλλο το άλλο [< αρχ. ἑκάτερος] | |
| 14847 | εκατέρωθεν | [ἑκατέρωθεν] ε-κα-τέ-ρω-θεν επίρρ. (λόγ.): από ή σε καθεμία από τις δύο πλευρές χωριστά: ~ της γέφυρας/του δρόμου/της εισόδου/της οδού/των συνόρων. Ακούστηκαν ~ (= και από τη μια και από την άλλη πλευρά) βαριές κατηγορίες.|| (ως επίθ.) Οι ~ απόψεις/βολές. Τα ~ λάθη/πυρά. (ΝΟΜ.) Η αρχή της ~ ακροάσεως. Βλ. -θεν. [< αρχ. ἑκατέρωθεν] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ