Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [15700-15720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
14849εκατό[ἑκατό] ε-κα-τό αριθμητ. απόλ. {άκλ.} (& (λόγ.) εκατόν (για τα αριθμητικά που αποτελούνται από δύο ή περισσότερες λέξεις από το 101-199, π.χ. εκατόν σαράντα) 1. ο ακέραιος φυσικός αριθμός 100 ή το σύνολο εκατό μονάδων: ~ διά/επί/πλην/συν είκοσι. Πενήντα και πενήντα ίσον/κάνουν ~. Δέκα επί δέκα ~.|| (ως επίθ.) ~ γραμμάρια/ευρώ (πβ. εκατόευρο)/κιλά/μέτρα/χιλιόμετρα την ώρα/χρόνια (= αιώνας, εκατονταετία). 2. (προφ.) εκατοστός: στη σελίδα ~. 3. (συχνά για να δηλωθεί αγανάκτηση ή δυσαρέσκεια) απροσδιόριστα μεγάλος αριθμός: ~ ώρες να αλλάξουν ένα λάστιχο! ● Ουσ.: εκατό (το) 1. ο ακέραιος φυσικός αριθμός 100: Μέτρα μέχρι το ~. Διαιρώ/πολλαπλασιάζω με το ~. 2. (+ στα/τα) η ηλικία των εκατό χρόνων: Πλησιάζει (σ)τα ~. 3. το σύμβολο (100) και οτιδήποτε το φέρει ως διακριτικό του: Μένει στο ~ του ξενοδοχείου (ενν. δωμάτιο). 4. (συνήθ. γράφεται 100) η Άμεση Δράση, γιατί έχει τηλεφωνικό αριθμό το 100· συνεκδ. κάθε περιπολικό της: Κάλεσαν/πήραν/φώναξαν το ~.|| Έρχεται το ~. 5. ανώτατος βαθμός σε κλίμακα: Με άριστα το ~ πήρε ογδόντα. ● ΣΥΜΠΛ.: λίρα εκατό βλ. λίρα ● ΦΡ.: (επί) τοις εκατό/στα εκατό: για ποσοστό στις εκατό μονάδες (σύμβ. %): εκπτώσεις ως πενήντα ~ ~ (50%). [< γαλλ. pour cent] , εκατό τοις εκατό/εκατό (σ)τα εκατό/χίλια τα εκατό/χίλια τοις εκατό: απόλυτα, οπωσδήποτε: Είμαι ~ ~ σίγουρη για όσα λέω. Με βρίσκεις ~ ~ σύμφωνο! Θα έρθει ~ ~!|| Είναι άντρας/γυναίκα εκατό τα εκατό. Πβ. βέρος, γνήσιος, εξ ολοκλήρου. [< γαλλ. (à) cent pour cent] , (με) ύφος χιλίων (/δέκα/εκατό/πολλών/σαράντα) καρδιναλίων βλ. καρδινάλιος, χίλιες/εκατό φορές βλ. φορά [< αρχ. ἑκατόν, μεσν. εκατό]
14848εκατό-: α' συνθετικό ουσιαστικών και επιθέτων που δηλώνει ότι αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό είναι ίσο με εκατό: ~φυλλο/~χρονος. Bλ. εκατοντα-.
14850εκατόγχειρας[ἑκατόγχειρας] ε-κα-τόγ-χει-ρας επίθ./ουσ. {εκατόγχειρ-α (λόγ.) -ος | -ες} & (λόγ.) εκατόγχειρ (μετωνυμ.): οποιοσδήποτε ή οτιδήποτε έχει υπερβολικές ικανότητες ή δύναμη, συνήθ. καταστροφική: ~ες της κερδοσκοπίας. [< αρχ. ἑκατόγχειρ & ἑκατόγχειρος ‘αυτός που έχει εκατό χέρια’]
14851εκατόευρο[ἑκατόευρο] ε-κα-τό-ευ-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.): χαρτονόμισμα των εκατό ευρώ. ΣΥΝ. κατοστάρικο (1)
14852εκατόλιτρο[ἑκατόλιτρο] ε-κα-τό-λι-τρο ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα χωρητικότητας που ισούται με εκατό λίτρα (σύμβ. hl), όγκος εκατό λίτρων: ... ευρώ ανά ~ προϊόντος. [< γαλλ.-αγγλ. hectolitre]
14853εκατόμβη[ἑκατόμβη] ε-κα-τόμ-βη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μεγάλες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές που οφείλονται σε φυσικές καταστροφές, πολέμους, ατυχήματα, πανδημίες: ~ αμάχων/θυμάτων. ~/~ες νεκρών από έκρηξη/σεισμό. [< αρχ. ἑκατόμβη, γαλλ. hécatombe, αγγλ. hecatomb]
14854εκατόμετρο[ἑκατόμετρο] ε-κα-τό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μήκους που ισοδυναμεί με εκατό μέτρα (σύμβ. hm), μήκος εκατό μέτρων. || Κυβικά ~α νερού. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. hectomètre, αγγλ. hectometre]
14855εκατομμύριο[ἑκατομμύριο] ε-κα-τομ-μύ-ρι-ο αριθμητ. απόλ. {-ου (συνήθ. λόγ.) -ίου} (συντομ. εκατ. & εκατομ.): ο αριθμός 106 (1.000.000)· σύνολο από χίλιες χιλιάδες μονάδες: μισό ~. Δέκα ~α. Χίλια ~α (= δισ~). Ένα ~ άνθρωποι/ευρώ/θεατές/οικογένειες/πελάτες/χρήστες/χρόνια. Ένα ~ βατ/βολτ (βλ. μεγα-). Συγκέντρωση ενός ~ίου υπογραφών. Δύο ~α έτη φωτός μακριά. Πόλη πέντε ~ίων (ενν. κατοίκων). Βλ. τρισ~.|| (για αμέτρητο αριθμό) ~α αναγνώστες/οπαδοί. ~α ζωές σε κίνδυνο.|| (για χρήματα, κυρ. ευρώ) Το κόστος ανέρχεται/υπολογίζεται σε ~α. Βγάζει/κερδίζει/μοιράζει ~α. Έχει ~α (: είναι εκατομμυριούχος). Ζημιά/κέρδη ~ίων. ● Ουσ.: εκατομμύριο (το): ο αριθμός 1.000.000: Ξεπερνούν/φτάνουν το ένα ~ οι διαδηλωτές. Μία πιθανότητα στο ~ να ... Δεν υπάρχει ούτε ένα στο ~ (: σε καμιά περίπτωση, κανένα) περιθώριο λάθους. ΣΥΝ. μιλιούνι ● ΦΡ.: ένα εκατομμύριο/εκατομμύρια φορές (εμφατ.): για να τονιστεί ότι αυτό για το οποίο γίνεται λόγος έχει γίνει πάρα πολλές φορές: ~ ~ (= αμέτρητες, άπειρες, χίλιες/εκατό φορές) σου έχω πει να ... ~ ~ έχω κάνει αυτό το δρόμο. Πβ. επανειλημμένα.
14856εκατομμυριοστός, ή, ό [ἑκατομμυριοστός] ε-κα-τομ-μυ-ρι-ο-στός αριθμητ. τακτ.: που σε μια αριθμητική σειρά κατέχει τη θέση που αντιστοιχεί στον αριθμό ένα εκατομμύριο (1.000.000): ~ός: χρήστης. ~ό: εισιτήριο.|| (εμφατ.) Μου ζήτησε για ~ή (= πολλοστή, χιλιοστή) φορά να κάνω υπομονή. Βλ. -οστός. ● Ουσ.: εκατομμυριοστό (το): καθένα από τα ίσα μέρη ενός εκατομμυρίου: ένα ~ του γραμμαρίου (= μικρογραμμάριο)/του δευτερολέπτου. Βακτήρια μικρότερα από ένα ~ του μέτρου (= μικρόμετρο).
14857εκατομμυριούχος[ἑκατομμυριοῦχος] ε-κα-τομ-μυ-ρι-ού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {σπάν. θηλ. εκατομμυριούχα}: πρόσωπο με περιουσία πολλών εκατομμυρίων: Έγιναν ~οι μέσα σε ένα βράδυ. Πβ. ζάπλουτος, λεφτάς, πάμπλουτος. Βλ. δισ~, πολυ~, τρισ~, -ούχος1.|| (ως επίθ.) ~ούχος: επιχειρηματίας. [< γαλλ. millionnaire]
14858εκατόνβλ. εκατό
14859εκατοντα- & εκατοντά- & εκατοντ-: πρόθημα κυρ. επιθέτων και ουσιαστικών∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο αποτελείται από εκατό μέρη ή είναι εκατό φορές μεγαλύτερο ή περισσότερο συγκρινόμενο με άλλο: εκατοντα-μελής. Εκατοντά-φυλλος. Εκατοντα-ετία.|| Εκατοντα-πλάσιος. Πβ. εκατο-.
14860εκατοντάβαθμος, η, ο [ἑκατοντάβαθμος] ε-κα-το-ντά-βαθ-μος επίθ.: που είναι χωρισμένος σε εκατό βαθμούς ή βαθμίδες: ~η: κλίμακα. Βλ. -βαθμος. [< γαλλ. centigrade]
14861εκατοντάδα[ἑκατοντάδα] ε-κα-το-ντά-δα αριθμητ. 1. σύνολο εκατό ομοειδών στοιχείων: ~ες θεατών. Το ποσό στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη ~. Εγκαταλείπουν τα σπίτια τους κατά ~ες (: μαζικά). 2. {μόνο στον πληθ.} πάρα πολλοί, αμέτρητοι: ~ες: αιτήματα/άνθρωποι/αυτοκίνητα. Το έχω κάνει ~ες (= άπειρες, εκατό, ένα εκατομμύριο, χίλιες) φορές ως τώρα! Πβ. πλειάδα. Βλ. -άδα. [< αρχ. ἑκατοντάς]
14862εκατονταετηρίδα[ἑκατονταετηρίδα] ε-κα-το-ντα-ε-τη-ρί-δα ουσ. (θηλ.) 1. επέτειος για τη συμπλήρωση εκατό χρόνων: ~ από τη γέννηση/τον θάνατο του ποιητή. Εορτασμός ~ας της εταιρείας. 2. αιώνας, εκατονταετία: σε διάστημα ~ίδων. Βλ. -ετηρίδα. [< αρχ. ἑκατονταετηρίς]
14863εκατονταετής, ής, ές βλ. εκατοντα-, -ετής
14864εκατονταετίαβλ. εκατοντα-, -ετία
14865εκατοντάκιςβλ. εκατοντα-, -άκις
14866εκατονταμελής, ής, ές βλ. εκατοντα-, -μελής
14867εκατονταπλασιάζωβλ. εκατοντα-, -πλασιάζω

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.