| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 14868 | εκατονταπλάσιος | , α, ο βλ. εκατοντα &-πλάσιος | |
| 14869 | εκατοντάχρονος | , η, ο βλ. εκατοντα-, -χρονος | |
| 14870 | εκατοστάρα | βλ. κατοστάρα | |
| 14871 | εκατοστάρης | βλ. κατοστάρης | |
| 14872 | εκατοστάρι | βλ. κατοστάρι | |
| 14873 | εκατοσταριά | βλ. κατοσταριά | |
| 14874 | εκατοστάρικο | βλ. κατοστάρικο | |
| 14875 | εκατοστή | [ἑκατοστή] ε-κα-το-στή αριθμητ. & κατοστή: κυρ. στη ● ΦΡ.: καμιά ... -αριά/εκατοστή/χιλιάρα βλ. κανείς [< μεσν. εκατοστή] | |
| 14876 | εκατοστημόριο | [ἑκατοστημόριο] ε-κα-το-στη-μό-ρι-ο ουσ. (ουδ.): υποδιαίρεση ενός συνόλου που αντιστοιχεί στο ένα από τα εκατό ίσα μέρη του: ~ τιμών μιας περιοχής. (ΣΤΑΤΙΣΤ.) ~α και τεταρτημόρια κατανομών πιθανότητας. Πβ. εκατοστό. Βλ. δεκατημόριο. | |
| 14877 | εκατοστιαίος | , α, ο [ἑκατοστιαῖος] ε-κα-το-στι-αί-ος επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται ή εκφράζεται με ποσοστά επί τοις εκατό: ~α: αναλογία/θέση/περιεκτικότητα/σύνθεση. ~α απώλεια σωματικού βάρους. Η τιμή του πετρελαίου αυξήθηκε κατά ... ~ες μονάδες. Βλ. ποσοστιαίος, -ιαίος. [< μτγν. ἑκατοστιαῖος ‘αποτελούμενος από το 1% (μηνιαίως)’] | |
| 14878 | εκατοστίζω | [ἑκατοστίζω] ε-κα-το-στί-ζω ρ. (μτβ.) {(σπάν.) εκατόστισε} : κυρ. στη ● ΦΡ.: να τα εκατοστίσεις! & (προφ.) να τα κατοστίσεις!: ευχή που δίνεται συνήθ. σε πρόσωπο την ημέρα των γενεθλίων του ή κατά τον εορτασμό επετείου: Χρόνια σου πολλά! ~ ~. Βλ. να ζήσεις. | |
| 14879 | εκατοστό | [ἑκατοστό] ε-κα-το-στό ουσ. (ουδ.) (συντομ. εκ., σύμβ. cm) 1. ΜΕΤΡΟΛ. υποδιαίρεση του μέτρου, καθένα από τα εκατό ίσα μέρη του: λωρίδα μήκους/πλάτους ... ~ών. Θάμνος ύψους ... ~ών. ΣΥΝ. δάκτυλος (4), εκατοστόμετρο, πόντος1 (1) 2. καθένα από τα εκατό ίσα μέρη ενός συνόλου, συνήθ. μιας μονάδας μέτρησης: ένα ~ του δευτερολέπτου/του ευρώ. Πβ. εκατοστημόριο. 3. (κατ' επέκτ.) το ελάχιστο: Όλα όσα τους είπε δεν είναι ούτε το ένα ~ απ' όσα στην πραγματικότητα έχουν γίνει. ● ΣΥΜΠΛ.: κυβικό μέτρο/εκατοστό/δεκατόμετρο/χιλιοστόμετρο βλ. κυβικός, τετραγωνικό μέτρο/χιλιόμετρο/εκατοστό/δεκατόμετρο/χιλιοστόμετρο βλ. τετραγωνικός [< αρχ. ἑκατοστός] | |
| 14880 | εκατοστόλιτρο | [ἑκατοστόλιτρο] ε-κα-το-στό-λι-τρο ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης του όγκου (συμβ. cl) ισοδύναμη με ένα εκατοστό του λίτρου: δοχεία/μπουκάλια των ... ~ων. Βλ. χιλιοστόλιτρο. [< γαλλ. centilitre] | |
| 14881 | εκατοστόμετρο | [ἑκατοστόμετρο] ε-κα-το-στό-με-τρο ουσ. (ουδ.) (συντομ. εκ., σύμβ. cm): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μήκους ίση με το ένα εκατοστό του μέτρου: κυβικό/τετραγωνικό ~. Κλίμακα ~ου. Έχει ύψος ... ~α. Βλ. δεκατό-, χιλιοστό-μετρο. ΣΥΝ. δάκτυλος (4), πόντος1 (1) [< γαλλ. centimètre] | |
| 14882 | εκατοστός | , ή, ό [ἑκατοστός] ε-κα-το-στός αριθμητ. τακτ. (σύμβ. 100ός, Ρ'/ρ', λατ. C): που σε σειρά (τυχαία, αλφαβητική, αξιολογική ή χρονολογική) από πρόσωπα ή όμοια πράγματα κατέχει τη θέση που αντιστοιχεί στον αριθμό εκατό: ~ή: επέτειος (πβ. εκατονταετηρίδα)/ημέρα/σελίδα. Ο ~ αγώνας της ομάδας. Το ~ό τεύχος του περιοδικού. Αναρωτήθηκα για ~ή (= πολλοστή, χιλιοστή) φορά.|| (ως ουσ.) Ο ~ που απάντησε σωστά. Βλ. -οστός. [< αρχ. ἑκατοστός] | |
| 14883 | εκατόφυλλος | , η, ο & εκατοντάφυλλος βλ. εκατοντα-, -φυλλος | |
| 14884 | εκατόχρονος | , η, ο βλ. εκατό-, -χρονος | |
| 14885 | έκατσα | βλ. κάθομαι | |
| 14886 | έκαψα | βλ. καίω | |
| 14887 | εκβάθυνση | [ἐκβάθυνση] εκ-βά-θυν-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκβαθύνω, βάθυνση: ~ της λιμενολεκάνης/του πυθμένα. Εκσκαφή και ~ γεώτρησης. ~ και διαπλάτυνση της κοίτης ποταμού.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Αλγόριθμος/αναζήτηση επαναληπτικής ~ης. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ