Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [15740-15760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
14888εκβαθύνω[ἐκβαθύνω] εκ-βα-θύ-νω ρ. (μτβ.) {εκβάθυν-ε, -θηκε} (απαιτ. λεξιλόγ.): αυξάνω το βάθος, βαθαίνω: ~εται το λιμάνι. Το ποτάμι διαπλατύνθηκε και ~θηκε. [< μεσν. εκβαθύνω]
14889εκβάλλω[ἐκβάλλω] εκ-βάλ-λω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {παρατ. εξέβαλλε, αόρ. εξέβαλε, εκ-βάλει, εκβλήθηκε (λόγ. εξεβλήθη, μτχ. εκβληθείς, -θείσα, -θέν) εκ-βληθεί, εκβάλλ-οντας} (λόγ.): (κυριολ. κ. μτφ.) απομακρύνω, αποβάλλω κάποιον ή κάτι συνήθ. με βίαιο τρόπο· εκδηλώνω, εξωτερικεύω έντονα κυρ. συναισθήματα: Τον εξέβαλαν (= έδιωξαν) από τον σύλλογο.|| Εξέβαλε αναστεναγμό ανακούφισης. Βλ. προ~.εκβάλλει: (για υγρό) καταλήγει, χύνεται, αδειάζει: Ο ποταμός ~ στον όρμο ... (ΑΝΤ. πηγάζει). Οι κοίλες φλέβες ~ουν στον δεξιό κόλπο της καρδιάς. [< αρχ. ἐκβάλλω]
14890εκβαρβαρίζω[ἐκβαρβαρίζω] εκ-βαρ-βα-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {εκβαρβάρι-σε, εκβαρβαρί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος} & εκβαρβαρώνω: αποκτηνώνω, εξαχρειώνω: Τα σκουπίδια της υποκουλτούρας ~ουν την ψυχή. ΑΝΤ. εκπολιτίζω, εξανθρωπίζω [< αρχ. ἐκβαρβαρῶ, αγγλ. barbarize]
14891εκβαρβαρισμός[ἐκβαρβαρισμός] εκ-βαρ-βα-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) & εκβαρβάρωση (η): αποκτήνωση, εξαχρείωση: αισθητικός ~. ~ της γλώσσας/κοινωνίας. ΑΝΤ. εκπολιτισμός, εξανθρωπισμός [< μτγν. εκβαρβάρωσις, αγγλ. barbarization]
14892έκβαση[ἔκβαση] έκ-βα-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατάληξη πράξης, γεγονότος, διαδικασίας: αβέβαιη/αίσια/αρνητική/επιτυχής/θετική/τελική ~. Η ~ του αγώνα/των διαπραγματεύσεων/της διάσκεψης/της δίκης/της εγκυμοσύνης/των εκλογών/της έρευνας/της θεραπείας/της μάχης/των πραγμάτων/των συνομιλιών/της υπόθεσης/της ψηφοφορίας. Ειρηνική ~ της κρίσης. Πβ. απόληξη, αποτέλεσμα, επίλογος, πέρας, τέλος, φινάλε. [< μτγν. ἔκβασις]
14893εκβιάζω[ἐκβιάζω] εκ-βι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {εκβία-σα (λόγ.) εξεβίασα, εκβιά-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, εκβιάζ-οντας} 1. αναγκάζω κάποιον να κάνει ή να μην κάνει κάτι, εκφοβίζοντας ή απειλώντας τον: ~ει (= ασκεί εκβιασμό) με αποκαλύψεις/απολύσεις. ~ουν συνειδήσεις. Τον ~ζε ότι θα αποκαλύψει τις παρανομίες του. ~στηκε για να υπογράψει. 2. (μτφ.) πιέζω τα πράγματα προς επιθυμητή κατάληξη, προσπαθώ εξαναγκαστικά ή παραπλανητικά να κερδίσω κάτι: ~ει τις εξελίξεις/τις καταστάσεις/τα πράγματα. Η ταινία ~ει τη συγκίνηση του θεατή. Ο παίκτης ~σε το πέναλτι. [< μτγν. ἐκβιάζω]
14894εκβίαση[ἐκβίαση] εκ-βί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. αδίκημα σύμφωνα με το οποίο κάποιος εξαναγκάζεται (με βία ή απειλές) σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή επιζήμια για τον ίδιο ή για άλλο πρόσωπο: ~ κατά/σε βάρος κάποιου. ~ σε βαθμό κακουργήματος/κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση. Σύλληψη για ~ και δωροδοκία. Πβ. εκβιασμός. [< γερμ. Erpressung, γαλλ. extorsion]
14895εκβιασμός[ἐκβιασμός] εκ-βι-α-σμός ουσ. (αρσ.): εξαναγκασμός κάποιου να κάνει ή να μην κάνει κάτι για εξυπηρέτηση ιδιοτελούς σκοπού: διαδικτυακός (πβ. εκδικητική πορνογραφία)/έμμεσος/ηθικός/κυνικός/οικονομικός/πολιτικός/συναισθηματικός/ψυχολογικός/ωμός ~. Απόπειρα/μέσο/υπόθεση ~ού. Έχει πέσει θύμα ~ού. Ενέδωσαν/υπέκυψαν στον ~ό. Βλ. καταναγκασμός.|| (μτφ.) ~ καταστάσεων.
14896εκβιαστής[ἐκβιαστής ] εκ-βι-α-στής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. εκβιάστρια}: πρόσωπο που εκβιάζει: επαγγελματίας/στυγνός ~. Θύμα/κύκλωμα/Τμήμα Δίωξης ~ών. [< μτγν. ἐκβιαστής]
14897εκβιαστικός, ή, ό [ἐκβιαστικός] εκ-βι-α-στι-κός επίθ.: που αποτελεί εκβιασμό ή αποσκοπεί σε αυτόν: ~ή: ενέργεια/πολιτική/τακτική. ~ό: δίλημμα. ~ές: απειλές/πιέσεις. ~ά: τελεσίγραφα/τηλεφωνήματα. ~ή απόσπαση χρημάτων. ● επίρρ.: εκβιαστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< πβ. μτγν. ἐκβιβαστικός ‘αυτός που εκβιάζει, καταπιεστικός’]
14898εκβιομηχανίζω[ἐκβιομηχανίζω] εκ-βι-ο-μη-χα-νί-ζω ρ. (μτβ.) {εκβιομηχάνι-σε, εκβιομηχανί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος}: ΟΙΚΟΝ. αναπτύσσω τη βιομηχανία, εισάγω βιομηχανικές τεχνικές σε όλους τους τομείς της οικονομίας: Η γεωργία/κτηνοτροφία ~εται στις αναπτυσσόμενες χώρες. ~σμένη: κοινωνία. ~σμένα: κράτη. Πβ. μηχανοποιώ. ΣΥΝ. βιομηχανοποιώ [< γαλλ. industrialiser]
14899εκβιομηχάνιση[ἐκβιομηχάνιση] εκ-βι-ο-μη-χά-νι-ση ουσ. (θηλ.) & εκβιομηχανισμός (ο): ΟΙΚΟΝ. ανάπτυξη της βιομηχανίας και του εξοπλισμού της, εισαγωγή τεχνολογικών μέσων και μεθόδων στους διάφορους τομείς της οικονομίας: ραγδαία/ταχεία ~ της παραγωγής/χώρας. Πλήρης ~ του τομέα τροφίμων και τυποποίηση των προϊόντων. Πρόγραμμα ~ης και εκσυγχρονισμού. Πβ. εκμηχάνιση. ΣΥΝ. βιομηχανοποίηση (1) ΑΝΤ. αποβιομηχάνιση [< γαλλ. industrialisation]
14900εκβλαστάνει[ἐκβλαστάνει] εκ-βλα-στά-νει ρ. (αμτβ.) {εκβλάστ-ησε, εκβλαστ-ήσει} & (σπάν.) εκβλασταίνει (λόγ.) 1. βγάζει βλαστούς, παρακλάδια ή αποφύσεις: ~ησαν άνθη.|| Στελέχη που ~ουν από την επιφάνεια των κυττάρων. Πβ. βλασταίνει, (εκ)φύεται, φυτρώνει. 2. (μτφ.) γεννιέται, πηγάζει: Ελπίδα που ~ από την ψυχή. [< αρχ. ἐκβλαστάνω]
14901εκβλάστηση[ἐκβλάστηση] εκ-βλά-στη-ση ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. ΙΑΤΡ. ανάπτυξη παθολογικού ιστού στην επιφάνεια του δέρματος ή σε βλεννογόνο: αγγειακές/σαρκώδεις ~ήσεις (βλ. κονδυλώματα). Κύστη με ~ήσεις. Ο ιός προκαλεί ~ήσεις και χρόνια φλεγμονή. Βλ. έκφυση, υπερπλασία. 2. ΒΙΟΛ. (στα πρωτόζωα) τρόπος πολλαπλασιασμού χωρίς γονιμοποίηση: ~ θυγατρικού κυττάρου. Οργανισμοί που πολλαπλασιάζονται με διχοτόμηση ή ~. ΣΥΝ. αγενής/μονογονική αναπαραγωγή 3. ΒΟΤ.-ΒΙΟΛ. βλάστηση και συνεκδ. οτιδήποτε εκφύεται από κάπου: ~ των βολβών/των οφθαλμών (του φυτού)/φύλλων. ● ΣΥΜΠΛ.: αδενοειδείς εκβλαστήσεις βλ. αδενοειδής [< μτγν. ἐκβλάστησις 'φύτρωμα βλαστού']
14902εκβολή[ἐκβολή] εκ-βο-λή ουσ. (θηλ.) (επιστ.) 1. ΓΕΩΜΟΡΦ. κατάληξη φυσικού ή τεχνητού αγωγού σε ένα μέρος· ειδικότ. σημείο στο οποίο καταλήγει ρεύμα υδάτων: ~ του ρέματος/χειμάρρου στη θάλασσα. Κοίτη/περιοχή ~ής (πβ. δέλτα, στόμιο).|| (συνήθ. στον πληθ.) ~ές του ποταμού. Βλ. προ~. 2. (σπανιότ.) αποβολή, απόρριψη: ~ λυμάτων/φορτίου. (σε καφετιέρα εσπρέσο:) Ρυθμιζόμενη ~ ατμού. Πβ. εξαγωγή. [< αρχ. ἐκβολή]
14903εκβράζει[ἐκβράζει] εκ-βρά-ζει ρ. (μτβ.) {εξέβρα-σε, εκβρά-στηκε (λόγ.) -σθηκε} (επίσ.): βγάζει στην ακτή, ξεβράζει: Τα κύματα ~ουν στην παραλία τα φύκια. Νεκρά ψάρια ~στηκαν στις όχθες του ποταμού. [< αρχ. ἐκβράζω]
14904εκβραχισμός[ἐκβραχισμός] εκ-βρα-χι-σμός ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. αφαίρεση βράχων από το έδαφος ή την κοίτη ποταμού, συνήθ. για την κατασκευή έργων: υποθαλάσσιοι ~οί. ~ με στόχο τη διάνοιξη της οδού. Διάτρηση και ~ με χρήση εκρηκτικών (βλ. φουρνέλο). Εργασίες ανατίναξης και ~ού. Πβ. ξεσκάρωμα. Βλ. λατόμευση, -ισμός.
14905ΕΚΒΥ(το): Ελληνικό Κέντρο Βιοτόπων-Υγροτόπων.
14906εκγυμνάζω[ἐκγυμνάζω] εκ-γυ-μνά-ζω ρ. (μτβ.) {εκγύμνα-σα, εκγυμνά-στηκε, -στεί, -σμένος} (λόγ.): γυμνάζω· γενικότ. εκπαιδεύω, εξασκώ: Προπόνηση που ~ει τους μυς.|| Οι πολεμικές τέχνες ~ουν μυαλό και σώμα. Εκτρέφει και ~ει σκύλους. ~σμένος: νους. [< μτγν. ἐκγυμνάζω]
14907εκγύμναση[ἐκγύμναση] εκ-γύ-μνα-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συστηματική άσκηση του ανθρώπινου σώματος· γενικότ. εκπαίδευση: ατομική/εντατική/ολοκληρωμένη/ομαδική ~. ~ των αθλητών. ~ των κοιλιακών/μυών. ~ με βάρη. Όργανα/πρόγραμμα ~ης (= γυμναστικής). Πβ. άθληση, γύμνασμα, προπόνηση.|| (μτφ.) ~ δεξιοτήτων (= εξάσκηση).|| ~ ίππων/σκύλων.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.