| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 14908 | εκγυμναστής | [ἐκγυμναστής] εκ-γυ-μνα-στής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πρόσωπο που εκγυμνάζει και κατ' επέκτ. εκπαιδεύει κάποιον σε κάτι: ~ές ζώων (= εκπαιδευτής).|| Μουσικός ~. ~ (= δάσκαλος) χορού. Βλ. προπονητής. | |
| 14909 | ΕΚΔΔΑ | (το): Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης. | |
| 14910 | εκδεδομένος | , η, ο βλ. εκδομένος | |
| 14911 | έκδηλος | , η, ο [ἔκδηλος] έκ-δη-λος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που είναι φανερός, γίνεται άμεσα και εύκολα αντιληπτός: ~η: αγανάκτηση/ανησυχία/απογοήτευση/διαφορά (= σαφής)/επιθυμία/συγκίνηση. ~ο: ενδιαφέρον. ~α: συμπτώματα. Είναι ~ (πβ. εμφανής) ο φόβος στο βλέμμα του. Η ικανοποίηση ήταν ~η στα πρόσωπά τους. Πβ. κατα-, πασι-, προ-φανής. ΣΥΝ. ολοφάνερος, πρόδηλος ΑΝΤ. άδηλος ● επίρρ.: έκδηλα [< αρχ. ἔκδηλος] | |
| 14912 | εκδηλώνω | [ἐκδηλώνω] εκ-δη-λώ-νω ρ. (μτβ.) {εκδήλω-σα (λόγ.) εξεδήλω-σα, εκδηλώ-θηκε, -μένος, εκδηλών-οντας} 1. αποκαλύπτω, εξωτερικεύω συναισθήματα, σκέψεις, επιθυμίες: ~ει την αγάπη/την αγωνία/την αδιαφορία/την ανησυχία/την εκτίμησή/το ενδιαφέρον/την προτίμησή του/της. ~ουν επιθετική συμπεριφορά/υπερβολικό άγχος. ~ τη συμπάθειά μου σε κάποιον. ~σε δημόσια/έμπρακτα τη δυσαρέσκειά του. ~σε το συγγραφικό του ταλέντο από μικρή ηλικία. Είναι συγκρατημένος και δεν ~εται εύκολα. Οι κοινωνικές ευαισθησίες τους ~ονται µε κοινωφελή έργα. ~θηκαν αντιδράσεις/διαφωνίες/παράπονα. ~μένη: επιθυμία/πρόθεση. ΣΥΝ. δείχνω (3), εκφράζω (1), φανερώνω ΑΝΤ. αποκρύπτω, κρύβω (2) 2. {συνηθέστ. μεσοπαθ.} εμφανίζω, παρουσιάζω: ~ουν αλλεργικά συμπτώματα/κατάθλιψη. ~θηκαν κρούσματα γρίπης. ~θηκαν τάσεις ρευστοποίησης στην αγορά. ● Παθ.: εκδηλώνεται: συμβαίνει ξαφνικά ή και βίαια, ξεσπά: ~ονται ακραία καιρικά φαινόμενα/καταιγίδες. ~θηκε εξέγερση. Έχει ~θεί πυρκαγιά σε δασική έκταση (πβ. πιάνω/παίρνω φωτιά). ~θηκε ισχυρός σεισμός με επίκεντρο ... [< μτγν. ἐκδηλῶ, γαλλ. (se) manifester] | |
| 14913 | εκδήλωση | [ἐκδήλωση] εκ-δή-λω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ομαδική δραστηριότητα, γεγονός που διοργανώνεται με σκοπό να προσελκύσει το ευρύ κοινό ή/και να εκφράσει συγκεκριμένη άποψη ή επιθυμία: ανοιχτή/δημόσια/ειδική/εναρκτήρια/ενημερωτική/εντυπωσιακή/εορταστική/ετήσια/μουσική (βλ. συναυλία, φεστιβάλ)/πολιτι(στι)κή/τιμητική ~. ~ βράβευσης (πβ. τελετή). Πρόγραμμα της ~ης. Αθλητικές/αποκριάτικες/εκπαιδευτικές/επίσημες/εταιρικές/καλλιτεχνικές/κοινωνικές/οικογενειακές/συλλογικές/σχολικές ~ώσεις. Λαϊκές ~ώσεις (: γιορτές). ~ώσεις και δραστηριότητες. Αίθουσα/κύκλος/σειρά/υπεύθυνος ~ώσεων. ~ µνήµης για τον ... Συζήτηση-~ με θέμα ... Πραγματοποιήθηκε ~ για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Στην ~η έλαβε μέρος/παραβρέθηκε ο … Την ~ διοργάνωσε ο σύλλογος ... Ειρηνική ~ διαμαρτυρίας κατά του πολέμου/ρατσισμού (βλ. πορεία). ~ώσεις υπό την αιγίδα του Υπουργείου ... Πβ. ιβέντ. 2. εξωτερίκευση συναισθημάτων, σκέψεων, επιθυμιών, διαθέσεων: ~ αγάπης/ευαισθησίας/ευγνωμοσύνης/λατρείας/συμπαράστασης/χαράς (= έκφραση, φανέρωση, βλ. δείγμα, ένδειξη). Αίτηση/πρόσκληση ~ης (= δήλωσης) ενδιαφέροντος. Ακραίες/βίαιες ~ώσεις αντίθεσης/φανατισμού. Συναισθηματικές ~ώσεις και αντιδράσεις. 3. εμφάνιση, παρουσίαση, ξέσπασμα: ~ της ασθένειας/της εξέγερσης/της επιδημίας. ~ επιθέσεων/συμπτωμάτων. Κλινικές/ψυχωσικές ~ώσεις. Πβ. φανέρωμα. [< γαλλ. manifestation] | |
| 14914 | εκδηλωτικός | , ή, ό [ἐκδηλωτικός] εκ-δη-λω-τι-κός επίθ.: που φανερώνει με έντονο τρόπο σκέψεις και συναισθήματα, που εξωτερικεύεται: ~ό: κοινό. Οι θεατές ήταν πολύ θερμοί και ~οί. Eξωστρεφής και ~ (: εκφραστικός) τύπος. Είναι ιδιαίτερα ~ με τους φίλους του. Πβ. ανοιχτόκαρδος, διαχυτικός, παρορμητικός. ΑΝΤ. επιφυλακτικός, εσωστρεφής, μαζεμένος (1), συγκρατημένος [< γαλλ. démonstratif] | |
| 14915 | εκδηλωτικότητα | [ἐκδηλωτικότητα] εκ-δη-λω-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εξωτερίκευση συναισθημάτων ή/και σκέψεων, εξωστρέφεια: αυθορμητισμός και ~. Έλλειψη ~ας και ενθουσιασμού. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. εσωστρέφεια (1) | |
| 14916 | εκδημεί | [ἐκδημεῖ] εκ-δη-μεί ρ. (λόγ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: εξεδήμησε προς/εις Κύριον: ΕΚΚΛΗΣ. πέθανε (κυρ. για ιερωμένους): ~ ~ η μοναχή. [< αρχ. ἐκδημῶ ‘βρίσκομαι έξω από την πατρίδα (σε ταξίδι)’] | |
| 14917 | εκδημία | [ἐκδημία] εκ-δη-μί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΕΚΚΛΗΣ. θάνατος (συνήθ. ιερωμένου): ~ (εις Κύριον) του (Σεβασμιωτάτου) μητροπολίτου/του ηγουμένου της Ιεράς Μονής ... Πβ. αποδημία. [< αρχ. ἐκδημία ‘διαμονή ή ταξίδι στο εξωτερικό’, μτγν. ~ ‘θάνατος’] | |
| 14918 | εκδημοκρατίζω | [ἐκδημοκρατίζω] εκ-δη-μο-κρα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {εκδημοκράτι-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, εκδημοκρατίζ-οντας, εκδημοκρατι-σμένος} 1. εισάγω δημοκρατικές αρχές, θεσμούς, συστήματα: Η χώρα ~στηκε. Εκσυγχρονισμένος και ~σμένος δημόσιος τομέας. 2. καθιστώ κάτι προσιτό σε όλους: Το ίντερνετ ~σε την πληροφόρηση. Πβ. εκλαϊκεύω. [< γαλλ. démocratiser, αγγλ. democratize] | |
| 14919 | εκδημοκρατισμός | [ἐκδημοκρατισμός] εκ-δη-μο-κρα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκδημοκρατίζω: ~ της δημόσιας διοίκησης/της κοινωνίας/του κράτους. ~ και ανθρώπινα δικαιώματα. Προσπάθεια εκσυγχρονισμού και ~ού της χώρας. ΣΥΝ. δημοκρατικοποίηση 2. διαδικασία κατά την οποία ένα αγαθό καθίσταται προσιτό σε όλους: ~ της γνώσης/έκφρασης/παιδείας/τεχνολογίας. Πβ. εκλαΐκευση. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. démocratisation, αγγλ. democratization] | |
| 14920 | εκδίδω | [ἐκδίδω] εκ-δί-δω ρ. (μτβ.) {εξέδιδ-α, εξέδω-σα, εκδώ-σω, εκδίδ-εται, εκδό-θηκε (λόγ. εξεδόθη, μτχ. εκδο-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, εκδιδ-όμενος, εκδίδ-οντας} 1. (για φυσικό ή νομικό πρόσωπο) τυπώνω και διαθέτω έντυπο ή ηλεκτρονικό υλικό για δημοσίευση, διανομή, πώληση· ειδικότ. επιμελούμαι κριτική έκδοση κειμένου: ~ βιβλίο/εφημερίδα/λεξικό/περιοδικό. Τα πρακτικά του συνεδρίου θα ~θούν του χρόνου. Τα δοκίμιά του ~θηκαν σε δύο τόμους.|| (κατ' επέκτ., για δημιουργό:) Έχει ~σει έξι ποιητικές συλλογές. Βλ. επαν~, συν~. 2. (για δημόσια υπηρεσία, Αρχή) συντάσσω και παραδίδω επίσημο έγγραφο σε πολίτη, συνήθ. μετά από αίτησή του: Ο λογαριασμός ρεύματος ~εται στο όνομα του δικαιούχου. Η νέα ταυτότητα ~θηκε στις ... Πβ. βγάζω. 3. εκτυπώνω σε πολλά και αριθμημένα συνήθ. αντίτυπα και θέτω σε κυκλοφορία: Η νέα σειρά γραμματοσήμων πρόκειται να ~θεί στις ... (πβ. κυκλοφορώ). Ο ελεύθερος επαγγελματίας υποχρεούται να ~ει αποδείξεις παροχής υπηρεσιών. Περίπου εξήντα χιλιάδες εισιτήρια θα ~θούν (= κοπούν) για το ντέρμπι. 4. (επίσ.) δημοσιεύω, ανακοινώνω συνήθ. εγγράφως: ~θηκε διαταγή (πληρωμής)/ένταλμα (σύλληψης)/ο νόμος για την ιδιωτικοποίηση/υπουργική απόφαση. Το υπουργείο ~σε προκήρυξη για την πρόσληψη προσωπικού. Την επόμενη εβδομάδα αναμένεται να ~θούν τα αποτελέσματα του διαγωνισμού. ~θηκε δελτίο ακραίων καιρικών φαινομένων. Πβ. κοινοποιώ. 5. ΝΟΜ. (για κράτος) παραδίδω ξένο υπήκοο που κατηγορείται (ή έχει καταδικαστεί) για ποινικό αδίκημα στις Αρχές της χώρας που τον διώκει: Η χώρα αρνείται να ~σει τον πρώην κατάδικο. 6. εξωθώ στην πορνεία, εκπορνεύω: Την ανάγκαζε να ~εται. Νόμιμα/παράνομα ~όμενες γυναίκες (= ιερόδουλες). ● βλ. εκδομένος [< 1: αρχ. ἐκδίδωμι, γαλλ. éditer, αγγλ. edit 2,3,4: γαλλ. émettre, délivrer 5: γαλλ. extrader 6: μεσν. εκδεδομένη (γυναίκα)] | |
| 14921 | εκδίδων | , ουσα, ον [ἐκδίδων] εκ-δί-δων επίθ./ουσ. (επίσ.): που κοινοποιεί ή θέτει κάτι σε κυκλοφορία: ~ουσα: διεύθυνση/τράπεζα. ~ον: (διαχειριστικό) όργανο. ~οντες: φορείς.|| (ως ουσ.) O ~ την απόφαση. Οι ~οντες ομόλογα/πιστοποιητικά/τιμολόγια. ● ΣΥΜΠΛ.: εκδίδουσα Αρχή: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. φορέας που είναι υπεύθυνος για τον έλεγχο αιτημάτων και την έκδοση επίσημων εγγράφων: ~ ~ διαβατηρίου/ταυτότητας. Η ~ ~ αποφασίζει/χορηγεί άδεια. [< αγγλ. issuing authority] [< αρχ. ἐκδίδων] | |
| 14922 | εκδικάζω | [ἐκδικάζω] εκ-δι-κά-ζω ρ. (μτβ.) {εκδίκα-σε, εκδικά-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, εκδικάζ-οντας, -όμενος} : ΝΟΜ. δικάζω υπόθεση και εκδίδω τη σχετική απόφαση: ~στηκε η αγωγή/ένσταση/έφεση/προσφυγή. Η αποζημίωση που ~σε το δικαστήριο είναι ... ευρώ. Βλ. κρίνω, συνεκδικάζει. [< αρχ. ἐκδικάζω] | |
| 14923 | εκδίκαση | [ἐκδίκαση] εκ-δί-κα-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. εξέταση υπόθεσης από δικαστήριο και έκδοση απόφασης· διεξαγωγή δίκης: δευτεροβάθμια/πρωτόδικη ~. ~ αγωγών/ασφαλιστικών μέτρων/διαφορών/κακουργημάτων. Επιτροπή ~ης ενστάσεων. Βλ. συν~. | |
| 14924 | εκδίκηση | [ἐκδίκηση] εκ-δί-κη-ση ουσ. (θηλ.): ανταπόδοση αδικίας, τιμωρία του προσώπου που την προξένησε, ώστε να αποκατασταθεί ηθικά αυτός που την υπέστη: προσωπική/σκληρή/τυφλή ~. Μανία/μέσο/πράξη/σχέδιο ~ης. Ανάγκη/δίψα/επιθυμία/ευκαιρία για ~ (βλ. μνησικακία). Παίρνω (την) ~ (μου) (= εκδικούμαι, παίρνω το αίμα μου πίσω). Ζητά/ορκίστηκε ~ για τον άδικο χαμό του ... Πβ. αντίποινα, αυτοδικία, βεντέτα, γδικιωμός, ρεβάνς. Βλ. αντ~.|| H ~ της φύσης. ● ΦΡ.: η εκδίκηση είναι ένα πιάτο/φαγητό που τρώγεται κρύο & η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που σερβίρεται κρύο: για να είναι αποτελεσματική η εκδίκηση πρέπει να περιμένει κανείς την κατάλληλη στιγμή. [< γαλλ. la vengeance est un plat qui se mange froid] [< μτγν. ἐκδίκησις] | |
| 14925 | εκδικητής | [ἐκδικητής ] εκ-δι-κη-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. εκδικήτρια, (λαϊκό) εκδικήτρα}: πρόσωπο που παίρνει εκδίκηση, ανταποδίδει το κακό που έγινε: αδίστακτος ~. Πβ. τιμωρός. [< μτγν. ἐκδικητής, μεσν. εκδικήτρια] | |
| 14926 | εκδικητικός | , ή, ό [ἐκδικητικός] εκ-δι-κη-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τον εκδικητή ή την εκδίκηση: ~ή: απόλυση/διάθεση/ενέργεια/μανία/πράξη/συμπεριφορά. ~ό: μένος. ~ές: σκέψεις/τάσεις. 2. (για πρόσ.) που δεν συγχωρεί, έχει την τάση να εκδικείται: Σκληρός και ~ με τους αντιπάλους του. ΣΥΝ. μνησίκακος ΑΝΤ. αμνησίκακος, ανεξίκακος ● επίρρ.: εκδικητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: εκδικητική πορνογραφία βλ. πορνογραφία [< μεσν. εκδικητικός] | |
| 14927 | εκδικητικότητα | [ἐκδικητικότητα] εκ-δι-κη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): τάση για εκδίκηση: πολιτική ~. Εκδήλωση/πράξη ~ας. Πβ. μνησικακία, ρεβανσισμός. Βλ. -ότητα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ