| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 570 | αγροτεχνική | [ἀγροτεχνική] α-γρο-τε-χνι-κή ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. η εφαρμογή των πορισμάτων των γεωργικών επιστημών στις καλλιέργειες: παραγωγική ~. Πβ. αγρονομία. | |
| 571 | αγροτεχνικός | , ή, ό [ἀγροτεχνικός] α-γρο-τε-χνι-κός επίθ.: ΓΕΩΠ. που σχετίζεται με την αγροτεχνική: ~ός: εξοπλισμός/συνεταιρισμός. ~ή: εταιρεία. ~ές: γνώσεις. ~ά: έργα. ● Ουσ.: αγροτεχνικός (ο/η): ειδικός στην αγροτεχνική. | |
| 572 | αγρότης, αγρότισσα | [ἀγρότης] α-γρό-της ουσ. (αρσ. + θηλ.) {αγροτών}: γεωργός, πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με την καλλιέργεια της γης (ή και την κτηνοτροφία). Βλ. (αγρο)καλλιεργητής, ξωμάχος, παραγωγός, χωρικός, μικρο~. [< αρχ. ἀγρότης ‘αγροτικός, χωριάτικος, κυνηγός’] | |
| 573 | αγροτιά | [ἀγροτιά] α-γρο-τιά ουσ. (θηλ.) (περιληπτ.-λαϊκό): οι αγρότες στο σύνολό τους, η αγροτική τάξη. Βλ. εργατιά, προσφυγιά. | |
| 574 | αγροτικός | , ή, ό [ἀγροτικός] α-γρο-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την πρωτογενή παραγωγή αγαθών (γεωργία, κτηνοτροφία, αλιεία) ή τους αγρότες: ~ός: κλήρος (= μερίδιο γης)/κόσμος/οικισμός/πληθυσμός/σύλλογος/συνεταιρισμός (: για τη διάθεση των αγροτικών προϊόντων και την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των παραγωγών)/τομέας. ~ή: ανάπτυξη/βιομηχανία (= αγροτοβιομηχανία)/δραστηριότητα/εκμετάλλευση (βλ. φάρμα)/επιχείρηση (= αγροεπιχείρηση)/κατοικία/κοινωνία/οικογένεια/παραγωγή/τάξη (ΣΥΝ. αγροτιά. Βλ. αστική τάξη). ~ό: δάνειο/(ΝΟΜ.) δίκαιο/εισόδημα/κίνημα. ~ές: αποζημιώσεις/εκτάσεις/εργασίες/καλλιέργειες. ~ά: μηχανήματα/προϊόντα/χρέη. Βλ. αντι~, παν~, φιλο~. ΣΥΝ. γεωργικός 2. που σχετίζεται με την ύπαιθρο: ~ός: διανομέας (= ταχυδρόμος)/δρόμος. ~ή: ζωή. ~ό: σπίτι (= αγροτόσπιτο, αγροικία). ~ά: ακίνητα (: που προορίζονται για γεωργική ή κτηνοτροφική εκμετάλλευση και βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλεως ή οικισμού). ΑΝΤ. αστικός (1) ● Ουσ.: αγροτικό (το) 1. φορτηγάκι (συνήθ. με καρότσα) ή τζιπ κατάλληλο για αγροτικές εργασίες. 2. {χωρ. πληθ.} υποχρεωτική υπηρεσία κάθε νέου γιατρού στην επαρχία: Πρέπει να κάνει το ~ του κι έπειτα να πάρει ειδικότητα. Πβ. υπηρεσία υπαίθρου.|| (μτφ., για σύλλογο ή ποδοσφαιριστή) Έκανε το ~ του στη Β' Εθνική και επέστρεψε στη Σούπερ Λιγκ. ● ΣΥΜΠΛ.: άγονο αγροτικό (ιατρείο): που βρίσκεται σε δυσπρόσιτη περιοχή., αγροτικές φυλακές {σπάν. στον εν.}: των οποίων οι τρόφιμοι κινούνται ελεύθερα και απασχολούνται σε αγροτικές κυρ. εργασίες με αποτέλεσμα τη μείωση της ποινής τους στο ήμισυ., αγροτική εκμετάλλευση: μονάδα παραγωγής αγροτικών προϊόντων, η οποία αναλαμβάνει και την αποθήκευση, τυποποίηση, συσκευασία και διακίνησή τους, ενώ δραστηριοποιείται και στη διαχείριση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας καθώς και στον αγροτουριστικό τομέα: οικογενειακή ~ ~. Κάτοχος ~ής ~ης., αγροτική μεταρρύθμιση: ΠΟΛΙΤ. που στοχεύει στην αναδιανομή των καλλιεργούμενων εκτάσεων προς όφελος των ακτημόνων ή των μικρών ιδιοκτητών., αγροτική οικονομία: ΟΙΚΟΝ. κλάδος που ασχολείται με ζητήματα παραγωγής και διάθεσης των αγροτικών προϊόντων, ανάπτυξης και διαχείρισης της σχετικής παραγωγής. [< γαλλ. économie rurale] , αγροτική πολιτική: ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των οικονομικών μέτρων για την προστασία των εργαζομένων στον πρωτογενή τομέα: Κοινή ~ ~ (ΚΑΠ) της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [< γερμ. Agrarpolitik] , αγροτικός γιατρός: που εκτελεί υποχρεωτική υπηρεσία στην επαρχία για ορισμένο χρονικό διάστημα., αγροτική πίστη βλ. πίστη, αγροτικός τουρισμός βλ. τουρισμός, δημοπρατήριο αγροτικών προϊόντων βλ. δημοπρατήριο, κλειστή αγροτική οικονομία βλ. κλειστός [< μεσν. αγροτικός, γαλλ. agricole, rural, champêtre, αγγλ. agrarian] | |
| 575 | αγροτισμός | [ἀγροτισμός] α-γρο-τι-σμός ουσ. (αρσ.): η κοινωνικοοικονομική οργάνωση της αγροτικής ζωής, η πολιτική, οι νόμοι και τα προγράμματα που την αφορούν, με στόχο την ανάδειξη της αγροτικής τάξης στην πολιτική ζωή ενός τόπου: Η αστυφιλία καταστρέφει τον ~ό. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. ruralism] | |
| 576 | αγροτιστής | [ἀγροτιστής] α-γρο-τι-στής ουσ. (αρσ.): αγροτοσυνδικαλιστής. | |
| 577 | αγροτο- & αγροτό- | : το ουσιαστικό αγρότης ως α' συνθετικό λέξεων: αγροτο-βιομηχανικός/~κτηνοτρόφος/~συνδικαλιστής. Αγροτό-παιδο/~σπιτο. Βλ. αγρο-. | |
| 578 | αγροτοβιομηχανία | [ἀγροτοβιομηχανία] α-γρο-το-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.) & αγροβιομηχανία: βιομηχανία που κατεργάζεται αγροτικά προϊόντα ή παρέχει τις αναγκαίες πρώτες ύλες για την αγροτική παραγωγή· συνεκδ. το σύνολο των αντίστοιχων επιχειρήσεων. Πβ. αγροεπιχείρηση. Βλ. -βιομηχανία. [< αγγλ. agricultural industry, agro-industry, 1965, γαλλ. agro-industrie, 1975] | |
| 579 | αγροτοβιομηχανικός | , ή, ό [ἀγροτοβιομηχανικός] α-γρο-το-βι-ο-μη-χα-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αγροτοβιομηχανία: ~ός: συνεταιρισμός. ~ή: ανάπτυξη. ~ά: απόβλητα/προϊόντα. [< αγγλ. agro–industrial, 1940] | |
| 580 | αγροτοβιοτεχνία | βλ. αγροβιοτεχνία | |
| 581 | αγροτοβιοτεχνικός | βλ. αγροβιοτεχνικός | |
| 582 | αγροτοβιοτεχνολογία | βλ. αγροβιοτεχνολογία | |
| 583 | αγροτοεργάτης | βλ. αγρεργάτης | |
| 584 | αγροτοκαλλιέργεια | βλ. αγροκαλλιέργεια | |
| 585 | αγροτοοικονομολόγος | [ἀγροτοοικονομολόγος] α-γρο-το-οι-κο-νο-μο-λό-γος ουσ. (αρσ.): επιστήμονας που έχει ως αντικείμενο έρευνας την αντιμετώπιση των οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων που αναφέρονται στον αγροτικό τομέα: Γεωπόνος-~. Βλ. -λόγος. [< αγγλ. agro-economist, 1974] | |
| 586 | αγροτόπαιδο | [ἀγροτόπαιδο] α-γρο-τό-παι-δο ουσ. (ουδ.): παιδί που προέρχεται από αγροτική οικογένεια ή σπανιότ. που έχει ζήσει στην ύπαιθρο. Βλ. -παιδο. | |
| 587 | αγροτοπατέρας | [ἀγροτοπατέρας] α-γρο-το-πα-τέ-ρας ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: λαϊκιστής συνδικαλιστής αγρότης ή πολιτικός που παρουσιάζεται ως προστάτης των συμφερόντων των αγροτών. Βλ. -πατέρας. | |
| 588 | αγροτοσυνδικαλιστής | [ἀγροτοσυνδικαλιστής] α-γρο-το-συν-δι-κα-λι-στής ουσ. (αρσ.): συνδικαλιστής που εκπροσωπεί αγρότες. ΣΥΝ. αγροτιστής | |
| 589 | αγροτοσυνδικαλιστικός | , ή, ό [ἀγροτοσυνδικαλιστικός] α-γρο-το-συν-δι-κα-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον αγροτικό συνδικαλισμό: ~ή: οργάνωση. ~ό: στέλεχος. ~οί: φορείς. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ