Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [15780-15800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
14928εκδικούμαι[ἐκδικοῦμαι] εκ-δι-κού-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {εκδικ-είσαι ... | -ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος} & (λαϊκό) γδικιέμαι, εκδικιέμαι: παίρνω εκδίκηση, τιμωρώ κάποιον για το κακό που προξένησε: Αποφάσισε/ορκίστηκε να ~θεί (για) τον φόνο του αδελφού του. Τον/την ~ήθηκε για το χωρισμό τους. Βλ. αντ~.|| Η ιστορία/η φύση ~είται. ΣΥΝ. παίρνω το αίμα μου πίσω/πίσω το αίμα μου [< μτγν. ἐκδικοῦμαι]
14929εκδιπλώνω[ἐκδιπλώνω] εκ-δι-πλώ-νω ρ. (μτβ.) {εξεδίπλω-σε (σπάν.) εκδίπλω-σε, εκδιπλώ-σει, -θηκε, -θεί, εκδιπλών-οντας} (μτφ.-λόγ.): αναπτύσσω κάτι σε όλη του την έκταση, ξεδιπλώνω: Ο ποιητής ~ει στα έργα του συλλογικές μνήμες. Η αφήγηση δεν ~εται γραμμικά. Πβ. ξετυλίγω. ΑΝΤ. συμπτύσσω (1) [< γαλλ. déployer]
14930εκδίπλωση[ἐκδίπλωση] εκ-δί-πλω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκδιπλώνω: πλήρης ~ της δημιουργικότητας/της προσωπικότητας/της σκέψης. ~ της οικονομικής πολιτικής. Πβ. ξεδίπλωμα. Βλ. ανάπτυξη. ΑΝΤ. σύμπτυξη (1) [< γαλλ. déploiement]
14931εκδιώκω[ἐκδιώκω] εκ-δι-ώ-κω ρ. (μτβ.) {εξεδίω-ξε κ. εκδίω-ξε, εκδιώ-ξει, -χθηκε κ. -χτηκε, -χθεί κ. -χτεί, -γμένος, εκδιώκ-οντας} (λόγ.): διώχνω κάποιον από κάπου, συνήθ. βίαια: ~ουν τους κατακτητές/τους κατοίκους/τους πρόσφυγες. Τους ~ξαν κακήν κακώς. Χιλιάδες άνθρωποι ~ονται από τις εστίες/τη χώρα τους (βλ. πρόσφυγας). ~χθηκε (= αποπέμφθηκε) από την έδρα του/τη θέση του/το κόμμα. Οι εισβολείς ~χθηκαν (= απωθήθηκαν) πέρα από τα σύνορα. Κατατρεγμένοι και ~γμένοι. [< αρχ. ἐκδιώκω]
14932εκδίωξη[ἐκδίωξη] εκ-δί-ω-ξη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): βίαιη μετακίνηση προσώπου ή πληθυσμού από μέρος ή θέση, διώξιμο: οριστική ~. Μαζικές ~ώξεις. ~ των εισβολέων (= απώθηση)/των κατοίκων. Πβ. αποπομπή. [< μτγν. ἐκδίωξις]
14933εκδομένος, η, ο [ἐκδομένος] εκ-δο-μέ-νος επίθ. & (λόγ.) εκδεδομένος: που έχει εκδοθεί, τεθεί σε κυκλοφορία: ~ο: βιβλίο/(μετοχικό) κεφάλαιο. Επιταγή ~η στο όνομα της εταιρείας.|| ~α και ανέκδοτα πεζά κείμενα. ● βλ. εκδίδω [< αρχ. ἐκδεδομένος]
14934εκδορά[ἐκδορά] εκ-δο-ρά ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λόγ.) 1. μικρή γρατζουνιά στο δέρμα και κατ' επέκτ. κάθε επιφανειακή φθορά: (ΙΑΤΡ.) Έχει ~ές στα πόδια/στο σώμα. ~ές και εκχυμώσεις/μώλωπες. Έφερε/υπέστη ~ές. Τη γλίτωσε/σώθηκε με λίγες ~ές (= αμυχές). Βλ. εξέλκωση.|| ~ές στα τζάμια. Φινίρισμα ανθεκτικό στις ~ές. 2. (για σφάγιο) γδάρσιμο: τόποι σφαγής και ~άς των ζώων. [< μτγν. ἐκδορά]
14935εκδορέας[ἐκδορέας] εκ-δο-ρέ-ας ουσ. (αρσ.) {-έα (λόγ.) -έως | -είς, -έων} & εκδορεύς (επίσ.): εργάτης σε σφαγείο που αφαιρεί το δέρμα των ζώων. ΣΥΝ. γδάρτης (2)
14936εκδοροσφαγέας[ἐκδοροσφαγέας] εκ-δο-ρο-σφα-γέ-ας ουσ. (αρσ.): εργάτης σε σφαγείο που σφάζει τα ζώα και αφαιρεί το δέρμα τους: κρεοπώλης-~. Βλ. -έας.
14937έκδοση[ἔκδοση] έκ-δο-ση ουσ. (θηλ.) 1. η διαδικασία της τύπωσης ενός έργου σε πολλά συνήθ. αντίτυπα και της διάθεσής του σε κυκλοφορία· συνεκδ. το ίδιο το έργο: εικονογραφημένη/ενημερωτική/έντυπη/επιστημονική/ιδιωτική/ιστορική/καθημερινή/λαμπρή/μηνιαία/μνημειώδης/πανεπιστημιακή/περιοδική/πολυτελής/πολύτομη/συλλεκτική ~. ~ εγχειριδίου/λεξικού/ποιημάτων. Επιμέλεια/τόπος/χρονολογία ~ης. Ιστορικό/κατάλογος ~όσεων. Βλ. αυτο~, συν~.|| ~ νομισμάτων (πβ. κοπή). 2. κάθε νέα μορφή ενός έργου ή προϊόντος που τίθεται σε κυκλοφορία: αναθεωρημένη/διαδικτυακή/δοκιμαστική/έκτακτη/εμπλουτισμένη/επαγγελματική/επαυξημένη/επετειακή/πιλοτική/πρώτη/τελευταία ~. ~ με διορθώσεις. Γραμματόσημο της αναμνηστικής ~ης. Αριθμός ~ης.|| Πολυμορφική ~ αυτοκινήτου. Έχει βγει βελτιωμένη ~. Πβ. μοντέλο.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ενημερωμένη ~ λογισμικού. Αναβάθμιση σε νέα ~. Πβ. ανατύπωση, επανακυκλοφορία, επαν~. 3. εκτύπωση επίσημου ή ειδικού εντύπου, με το οποίο δίνεται ορισμένο δικαίωμα στον κάτοχό του· γενικότ. κοινοποίηση: ~ άδειας (κυκλοφορίας)/βίζας/δελτίου αστυνομικής ταυτότητας/διαβατηρίου/διαζυγίου/εγκυκλίου/εισιτηρίου/εντάλματος/επιταγής/πιστοποιητικού/ποινικού μητρώου/πράσινης κάρτας. Ημερομηνία/τέλη ~ης. Θα γίνει ~ τιμολογίου (= θα εκδοθεί).|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ αποδείξεων/δανείου (: παροχή άδειας για δάνειο)/ομολόγων/τίτλων/χρεογράφων.|| ~ αποτελεσμάτων/απόφασης/διαταγής/διατάγματος (= ανακοίνωση, δημοσίευση). 4. ΝΟΜ. παράδοση ατόμου που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα από το κράτος στο οποίο έχει καταφύγει σε αυτό που έχει τη δικαιοδοσία να το δικάσει ή/και να το τιμωρήσει: ~ εγκληματία/υπόπτων. Αίτημα ~ης. Η χώρα ζητά την ~ των τρομοκρατών. Βλ. προσαγωγή.εκδόσεις (οι): εκδοτικός οίκος και γενικότ. το εμπόριο βιβλίου: Κυκλοφορεί από τις ~ ... Βιβλίο των ~όσεων ...|| Εταιρεία που δραστηριοποιείται στο χώρο των ~όσεων. ● ΣΥΜΠΛ.: έκδοση δικαιωμάτων: ΟΙΚΟΝ. έκδοση επιπλέον μετοχών στους υπάρχοντες μετόχους σε τιμή λίγο πιο χαμηλή από την τρέχουσα της αγοράς: ~ ~ προτίμησης. [< αγγλ. rights issue, 1955] , ηλεκτρονική έκδοση: κυκλοφορία ενός έργου στο διαδίκτυο ή σε CD-ROM: ~ ~ εγκυκλοπαίδειας/περιοδικού. Η εφημερίδα κυκλοφορεί σε έντυπη και ~ ~. Πβ. ηλεκτρονικό βιβλίο. [< αγγλ. electronic/e- edition] , κριτική έκδοση: ΦΙΛΟΛ. που βασίζεται στη μελέτη διαφορετικών χειρογράφων και εκδόσεων: ~ ~ (αρχαίου) κειμένου. ~ ~ με σχόλια και μετάφραση. [< λατ. editio critica] , επιτραπέζια έκδοση βλ. επιτραπέζιος [< μτγν. ἔκδοσις, γαλλ. édition]
14938εκδοτήριο[ἐκδοτήριο] εκ-δο-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): γραφείο ή θυρίδα από όπου μπορεί να προμηθευτεί κανείς εισιτήρια: αυτόματο/κεντρικό ~. Ειδικά ~α των λεωφορείων, του μετρό και του τραμ. Ουρές έξω από τα/στα ~α του γηπέδου/θεάτρου (πβ. ταμείο). Πβ. γκισέ. Βλ. -τήριο.
14939εκδότης[ἐκδότης] εκ-δό-της ουσ. (αρσ.) , εκδότρια (η) 1. πρόσωπο που αναλαμβάνει την εκτύπωση (ή ανατύπωση) και κυκλοφορία έργου, έχοντας την οικονομική και νομική ευθύνη: ~ (και διευθυντής) εφημερίδας. Σημείωμα του ~η (= εντιτόριαλ). Ανεξάρτητοι/εμπορικοί/ξένοι ~ες. ~ες (παιδικών) βιβλίων/εντύπων/περιοδικών. Σύνδεσμος ~ών Βιβλίου. Βλ. συν~.|| ~ λογισμικού. 2. που συντάσσει και καλύπτει νομικά επίσημο έγγραφο: ~ κινητών αξιών/ομολόγων/συναλλαγματικής. ~ες εισηγµένων τίτλων στο Χρηµατιστήριο.|| (ως επίθ.) ~τρια: Αρχή/τράπεζα. 3. ΦΙΛΟΛ. που επιμελείται τη φιλολογική ή κριτική έκδοση παλαιότερου κειμένου: ~ κλασικών συγγραφέων. Βλ. -δότης. [< πβ. μτγν. ἐκδότης ‘ο πατέρας της νύφης’, ‘αυτός που ενοικιάζει ή που δίνει με εργολαβική σύμβαση’, γαλλ. éditeur]
14940εκδοτικός, ή, ό [ἐκδοτικός] εκ-δο-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον εκδότη ή την έκδοση: ~ός: όμιλος/οργανισμός/χώρος. ~ή: βιομηχανία/δραστηριότητα/επιμέλεια/επιτυχία/παραγωγή/προσπάθεια/πρωτοβουλία. ~ό: γεγονός (της χρονιάς)/έργο/πρόγραμμα/σημείωμα (= εντιτόριαλ)/τμήμα. ~ές: επιχειρήσεις. ~ά: δικαιώματα (= κοπιράιτ)/συγκροτήματα/συμφέροντα. ~ή ομάδα του περιοδικού.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Επιτραπέζια ~ά συστήματα.|| Αυτόματα ~ά μηχανήματα (εισιτηρίων). ● ΣΥΜΠΛ.: εκδοτική τράπεζα: στην οποία έχει παραχωρηθεί από το κράτος το αποκλειστικό δικαίωμα έκδοσης χαρτονομισμάτων: κεντρική ~ ~. Βλ. νομισματοκοπείο., εκδοτικός οίκος: εταιρεία που αναλαμβάνει εκδόσεις. [< αγγλ. publishing house] [< μεσν. εκδοτικός 'συμφωνημένος']
14941έκδοτος, η, ο [ἔκδοτος] έκ-δο-τος επίθ. (λόγ.): που επιδιώκει τις απολαύσεις και ικανοποιεί τις επιθυμίες του χωρίς αναστολές: ~οι στις ηδονές. ΣΥΝ. ακόλαστος, έκλυτος ΑΝΤ. εγκρατής (1) [< αρχ. ἔκδοτος ‘δοσμένος’, γαλλ. adonné]
14942εκδούλευση[ἐκδούλευση] εκ-δού-λευ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.-αρνητ. συνυποδ.): διευκόλυνση, εξυπηρέτηση που παρέχεται σε κάποιον χαριστικά, συνήθ. με την προσδοκία μελλοντικής ανταπόδοσης: πολιτική ~. Προσωπικές ~εύσεις. Πουλάει/προσφέρει ~. Πβ. ρουσφέτι. [< μεσν. εκδούλευσις, γαλλ. service]
15412εκδοχέας

[ἐκχωρητής] εκ-χω-ρη-τής ουσ. (αρσ.) , εκχωρήτρια (η): ΝΟΜ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κάνει εκχώρηση: ~ές αδειών/ονομάτων (δικτυακών τόπων). ΑΝΤ. εκδοχέας [< μεσν. εκχωρητής, γαλλ. cédant]

14943εκδοχέας[ἐκδοχέας] εκ-δο-χέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {εκδοχ-είς | -έων}: ΝΟΜ. κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο μεταβιβάζεται απαίτηση (εναντίον οφειλέτη): πρωτογενής ~. ΑΝΤ. εκχωρητής [< μτγν. ἐκδοχεύς ‘αποδέκτης’]
14944εκδοχή[ἐκδοχή] εκ-δο-χή ουσ. (θηλ.) 1. υποκειμενική άποψη, εξήγηση: επικρατέστερη/επίσημη/νέα/πιθανή/ρεαλιστική/υπέρτατη ~. Υπάρχουν διάφορες ~ές για το ζήτημα. Αμερόληπτη παράθεση/αναζήτηση όλων των (πιθανών) ~ών. Πβ. ερμηνεία. 2. (κατ' επέκτ.) κάθε διαφορετική μορφή με την οποία παρουσιάζεται κάτι: ακραία/αναθεωρημένη/απλοποιημένη/βελτιωμένη/διαδικτυακή/διευρυμένη/δραματική/δραματοποιημένη/εναλλακτική/θεατρική/κινηματογραφική (πβ. διασκευή)/μοντέρνα/πρωτότυπη/ψηφιακή ~. Γλωσσικές/ηλεκτρονικές~ές. ~ του βιβλίου/του έργου/του ποιήματος/της ταινίας. Αρχική ~ του κειμένου. Η τελική ~ του νομοσχεδίου. Ορχηστρικές ~ές των τραγουδιών. Πβ. βερσιόν, έκφανση, παραλλαγή. [< 1: μτγν. ἐκδοχή 2: γαλλ. version]
14945έκδοχο[ἔκδοχο] έκ-δο-χο ουσ. (ουδ.) {εκδόχ-ου | -ων}: ΦΑΡΜΑΚ. κάθε θεραπευτικά ανενεργή ουσία που περιλαμβάνεται σε φάρμακο, ώστε να διευκολυνθεί η απορρόφηση των δραστικών συστατικών του: χημικά ~α. Προειδοποιήσεις για τα περιεχόμενα ~α. [< γαλλ. excipient]
14946εκδραμάτιση[ἐκδραμάτιση] εκ-δρα-μά-τι-ση ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. αντίδραση σε ασυνείδητη ενόρμηση ή παρόρμηση, με στόχο τη μείωση της εσωτερικής έντασης: ~ φαντασιώσεων. Πβ. εκφόρτιση. Βλ. διαδραμάτιση, μεταβίβαση, προβολή, ψυχόδραμα. [< αγγλ. acting out, 1945]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.