Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [15800-15820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
14947εκδράμω[ἐκδράμω] εκ-δρά-μω ρ. (αμτβ.) {εξέδραμε, εκδράμει} (επίσ.-συχνά ειρων.): πηγαίνω εκδρομή: Εξέδραμαν μαζικά οι κάτοικοι των αστικών κέντρων για το εορταστικό τριήμερο. [< πβ. αρχ. ἐκδραμεῖν < ἐκτρέχω]
14948εκδρομέας[ἐκδρομέας] εκ-δρο-μέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {εκδρομ-είς, -έων}: αυτός που πηγαίνει εκδρομή: μαθητές-~είς. Οι ~είς του καλοκαιριού/Πάσχα. Η έξοδος/επιστροφή των ~έων. [< γαλλ. excursionniste ]
14949εκδρομή[ἐκδρομή] εκ-δρο-μή ουσ. (θηλ.): σύντομο ταξίδι με επιστροφή που γίνεται κυρ. για λόγους ψυχαγωγίας: αεροπορική/εκπαιδευτική/ετήσια/ημερήσια/μικρή/μονοήμερη/οικογενειακή/οργανωμένη (πβ. τουρ)/πολυήμερη (βλ. ταξίδι)/προσκυνηματική/σχολική (βλ. περίπατος) ~. Αρχηγός/πρόγραμμα της ~ής. Πακέτα ~ών. Θα κάνω/πάω ~ στο βουνό/στην εξοχή/στο εξωτερικό/στη θάλασσα/στην ύπαιθρο. ~ με αυτοκίνητο/πλοίο (βλ. κρουαζιέρα)/ποδήλατο/πούλμαν/τρένο. Πβ. εξόρμηση. ● ΣΥΜΠΛ.: πενθήμερη εκδρομή & (προφ.) πενταήμερη: καθιερωμένο ταξίδι διάρκειας πέντε ημερών που γίνεται κάθε χρόνο από μαθητές της Γ' Λυκείου. [< πβ. αρχ. ἐκδρομή ‘έξοδος, επίθεση, βλάστηση, θάνατος’, αγγλ.-γαλλ. excursion]
14950εκδρομικός, ή, ό [ἐκδρομικός] εκ-δρο-μι-κός επίθ.: που έχει σχέση με τους εκδρομείς ή/και την εκδρομή: ~ός: όμιλος/προορισμός. ~ή: εξόρμηση. ~ές: δραστηριότητες. ~ά: εισιτήρια (βλ. κοινωνικός τουρισμός)/καΐκια/πακέτα/σακίδια/σκάφη. Είναι ~ τύπος (: κάνει συχνά εκδρομές). Βλ. ταξιδιωτικός.|| (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. λεωφορείο). [< αγγλ.-γαλλ. excursion]
14951έκδυση[ἔκδυση] έκ-δυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. βιολογική διεργασία κατά την οποία ο εξωσκελετός ορισμένων ζωικών ειδών απορρίπτεται περιοδικά και αναπληρώνεται ύστερα από σύντομο χρονικό διάστημα: ~ του φιδιού. Αλλεπάλληλες ~ύσεις ή μεταμορφώσεις. 2. (σπάν.-επίσ.) γδύσιμο: ~ ασθενή. ~ και προστασία από την υποθερμία. ΣΥΝ. ξεγύμνωμα ΑΝΤ. ένδυση, ντύσιμο (2) [< μτγν. ἔκδυσις ‘απογύμνωση’]
14952εκδυτικισμός[ἐκδυτικισμός] εκ-δυ-τι-κι-σμός ουσ. (αρσ.): κοινωνική διαδικασία μέσω της οποίας μια πληθυσμιακή ομάδα εξοικειώνεται με ή/και υιοθετεί τις συνήθειες και πρακτικές του δυτικού πολιτισμού. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. westernization]
14953ΕΚΕ1. (η) Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη. 2. ΣΤΡΑΤ. (το) Ειδικό Κέντρο Εκπαίδευσης.
14954εκεί[ἐκεῖ] ε-κεί επίρρ. & (προφ.) κει & 'κει 1. για τη δήλωση τοπικού σημείου που είτε το δείχνει κανείς είτε έχει ήδη αναφερθεί σε αυτό: ~ γύρω/έξω/κάτω/κοντά/μέσα/πέρα/ψηλά. Κάπου/(λίγο) πιο ~ (πβ. παρακεί). Ήμουν κι εγώ ~. Είναι κανείς ~; ~ γεννήθηκε/έζησε/μεγάλωσε. ~ που θα πας. Ο ναός βρισκόταν ~ που σήμερα υπάρχουν ερείπια. (εμφατ., συχνά με δείξιμο του χεριού) Αυτός/εκείνος ~. Ε, εσύ ~! Από (= αποκεί)/κατά/προς τα ~. Ίσαμε/μέχρι/ως ~. Κοίτα/περίμενε/πήγαινε/στάσου ~. ~ να το αφήσεις.|| Δούλεψε ~ για δέκα χρόνια. ΑΝΤ. εδώ (1) 2. (μτφ.) για αναφορά σε κάποιο στοιχείο, σε προσδιορισμένο σημείο: Δεν είναι ~ το θέμα. Συνεχίζουμε το μάθημα από ~ που μείναμε χθες. Υπάρχει πρόβλημα οργάνωσης και ~ οφείλεται η αποτυχία. ~ εντοπίζονται και οι περισσότερες δυσκολίες. 3. για τη δήλωση χρονικού σημείου συνήθ. κατά προσέγγιση: ~ κατά το βραδάκι. Κάπου ~ (= περίπου) στις δύο. ● ΦΡ.: από κει που ήρθε/'ρθε (υβριστ.): για κάποιον που δεν πέτυχε τίποτα ή που είναι ανεπιθύμητος: Γύρισε πίσω/έφυγε ~ ~. Τον έστειλε ~ ~. Να πάει ~ ~., εκεί που: για τη δήλωση χρόνου, αντίθεσης ή σύγκρισης: ~ ~ οδηγούσε, σκάει το λάστιχο.|| ~ ~ (: πάνω που) νόμιζα ότι δεν θα μιλούσαμε ποτέ ξανά, με πήρε τηλέφωνο., κι αυτός εκεί (εμφατ.): για να δηλωθεί η πεισματική επιμονή κάποιου: ~ ~, "βράχος"/τον χαβά του., (για) δες (εκεί)/(για) κοίτα/για φαντάσου/άκου/ακούς εκεί βλ. βλέπω, από δω κι από κει & εδώ κι εκεί & μια εδώ και μια εκεί βλ. εδώ, από δω τον είχα, από κει τον είχα βλ. έχω, από κει και πέρα βλ. από, εδώ/εκεί πέρα βλ. πέρα, εδώ/εκεί που φτάσαμε βλ. εδώ, εδώ/εκεί/κάπου γύρω/τριγύρω βλ. τριγύρω, εκεί που είσαι ήμουνα κι εδώ που είμαι θα 'ρθεις βλ. είμαι, εκεί που μας χρωστούσαν/χρωστάγανε (μας πήραν και το βόδι) βλ. χρωστώ, εκεί/πού να δεις βλ. βλέπω, το/τα φέρνω από δω, το/τα φέρνω/πηγαίνω από κει βλ. φέρνω, χτυπάω εκεί που πονάει βλ. χτυπώ, ως εδώ (και μη παρέκει) βλ. εδώ [< αρχ. ἐκεῖ]
14955εκειδά[ἐκειδά] ε-κει-δά επίρρ. (λαϊκό): εκεί ακριβώς, να εκεί. ΑΝΤ. εδωδά & εδωνά [< μεσν. εκειδά]
14956εκείθεβλ. κείθε
14957εκείθεν[ἐκεῖθεν] ε-κεί-θεν επίρρ. (αρχαιοπρ.): από εκεί, από εκείνο το σημείο και πέρα (τοπικό ή σπανιότ. χρονικό): εντεύθεν και ~ των συνόρων. Βλ. -θεν. ● ΦΡ.: ένθεν και ένθεν/ένθεν κακείθεν/ένθεν και εκείθεν βλ. ένθεν [< αρχ. ἐκεῖθεν]
14958εκείνος, η, ο [ἐκεῖνος] ε-κεί-νος δεικτ. αντων. {-ου (λαϊκό) εκειν-ού (θηλ. -ής) | -ων (λαϊκό) εκειν-ών} & (προφ.) κείνος: για να δηλωθεί κάποιος ή κάτι που συνήθ. είναι μακριά (τοπικά ή χρονικά), συχνά σε αντιδιαστολή με την αντων. αυτός· ειδικότ. για ανάμνηση: ~η την εποχή (πβ. τότε). (δείχνοντας:) Σου αρέσει ~η εκεί η μπλούζα; Πάει αρκετός καιρός από ~ο το απόγευμα. Ποτέ δεν θα ξεχάσω ~ο το καταπληκτικό πάρτι. (για κάτι που έχει προαναφερθεί) Τι θα γίνει με ~η τη βόλτα που λέγαμε; Πρόεδρος εκλέγεται ~ που (= όποιος) συγκεντρώνει την απόλυτη πλειοψηφία των έγκυρων ψήφων. Ας έρθουν ~οι που (= όσοι) θέλουν. (επιτατ.) Όχι εγώ, ~ φταίει. ● Ουσ.: εκείνο (το) {άκλ.}: ΨΥΧΑΝ. αυτό. [< λατ. id] ● ΦΡ.: μ' αυτά/με τούτα και μ'εκείνα βλ. αυτός [< αρχ. ἐκεῖνος]
14959ΕΚΕΠ(το): Εθνικό Κέντρο Επαγγελματικού Προσανατολισμού.
14960ΕΚΕΤΑ(το): Εθνικό Κέντρο Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης.
14961ΕΚΕΦΕ(το): Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών "Δημόκριτος".
14962εκεχειρία[ἐκεχειρία] ε-κε-χει-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. προσωρινή κατάπαυση εχθροπραξιών, που κηρύσσεται κατόπιν αμοιβαίας συμφωνίας μεταξύ των εμπολέμων· συνεκδ. το επίσημο κείμενο με τους όρους της: άμεση/εύθραυστη/μονομερής/παγκόσµια ~. Επιβολή/επίτευξη/πρόταση ~ας. Απόρριψη/άρση/λήξη/παραβίαση/τήρηση της ~ας. Η ~ κατέρρευσε/παραβιάστηκε. || Υπογραφή ~ας. ΣΥΝ. ανακωχή 2. (μτφ.) πρόσκαιρη διακοπή οποιασδήποτε διένεξης ή διαμάχης: πολιτική ~. Μακρόχρονη ~ μεταξύ των κομμάτων. ● ΣΥΜΠΛ.: ολυμπιακή εκεχειρία βλ. ολυμπιακός [< αρχ. ἐκεχειρία]
14963έκζεμα[ἔκζεμα] έκ-ζε-μα ουσ. (ουδ.) {εκζέμ-ατος | -ατα}: ΙΑΤΡ. φλεγμονώδης αντίδραση της επιδερμίδας που χαρακτηρίζεται κυρ. από ερυθρότητα, κνησμό, φυσαλίδες και απολέπιση: αλλεργικό/ατοπικό/βρεφικό/υγρό/χρόνιο ~. ~ εξ επαφής. ~ στο πρόσωπο/στα χέρια. Εξανθήματα και ~ατα. Βλ. δερματίτιδα, δερματοπάθεια. [< μτγν. ἔκζεμα, γαλλ. eczéma, αγγλ. eczema]
14964εκζήτηση[ἐκζήτηση] εκ-ζή-τη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. προσπάθεια διαφοροποίησης, που συνίσταται σε ακραίες, ασυνήθιστες και υπερβολικές επιλογές στην ένδυση, τη συμπεριφορά, τον λόγο ή το ύφος: αισθητική/γλωσσική ~. ~ στην επίδειξη γνώσεων. Λεξιθηρία/ωραιοπάθεια και ~. Πβ. επιτήδευση, θεατρινισμός, προσποίηση. 2. (σπανιότ.) επίμονη αναζήτηση: ~ βοήθειας. ~ της ευδαιμονίας. Έρευνα και ~ της αλήθειας. [< μτγν. ἐκζήτησις ‘αναζήτηση, έρευνα’]
14965εκζητούμενος[ἐκζητούμενος] εκ-ζη-τού-με-νος ουσ. (αρσ.) {θηλ. εκζητούμενη}: ΝΟΜ. πρόσωπο του οποίου ζητείται η έκδοση: οι ~οι από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης για εγκλήματα πολέμου.|| (ως επίθ.) ~ος: εγκληματίας. Βλ. καταζητούμενος. ● βλ. εκζητώ
55689Εκζητουμενος

φυ-γό-δι-κος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -ίκου}: ΝΟΜ. κατηγορούμενος που αρνείται να παρουσιαστεί στο δικαστήριο την καθορισμένη ημέρα και ώρα, προκειμένου να δικαστεί: Συνελήφθη ο καταζητούμενος ~. Είναι ~ για κλοπές/για την υπόθεση ...|| (ως επίθ.) ~ος: κακοποιός. Βλ. φυγόποινος. [< μτγν. φυγόδικος ‘αυτός που διαφεύγει τη δίκη’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.