| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 14966 | εκζητώ | [ἐκζητῶ] εκ-ζη-τώ ρ. (μτβ.) {εκζητ-είς (σπάν.) εκζητ-άς ...| -είται, μτχ. εκζητ-ών, -ούσα, -ούν, -ούμενος} (λόγ.) 1. αναζητώ κάτι επίμονα: ~εί το έλεος και τη συγχώρεση του Κυρίου. ~ούν ειλικρινά/εναγωνίως/ένθερμα την αλήθεια. 2. ΝΟΜ. ζητώ την έκδοση κάποιου: Ο ~ούμενος υποστηρίζει ότι ~είται για πολιτικούς λόγους. Εάν δεν εκδοθεί ο Έλληνας υπήκοος στο ~ούν κράτος, θα πρέπει να δικαστεί από τα αρμόδια ελληνικά δικαστήρια. ● βλ. εκζητούμενος, εξεζητημένος [< 1: μτγν. ἐκζητῶ] | |
| 14967 | έκθαμβος | , η, ο [ἔκθαμβος] έκ-θαμ-βος επίθ.: που έχει εκπλαγεί και εντυπωσιαστεί από κάτι εξαιρετικό ή/και απίθανο: (για πρόσ.) Άκουγα/παρακολουθούσα ~. Έμεινε ~ από την ομορφιά της (πβ. ενεός). Την κοίταξα ~. Με αφήνεις ~ο (πβ. κατάπληκτος).|| ~ο: βλέμμα. Μπροστά στα ~α μάτια όλου του κόσμου ... ΣΥΝ. έκπληκτος, εκστατικός (1), θαμπωμένος (1) [< μτγν. ἔκθαμβος] | |
| 14968 | εκθαμβωτικός | , ή, ό [ἐκθαμβωτικός] εκ-θαμ-βω-τι-κός επίθ. ΣΥΝ. θαμβωτικός 1. (μτφ.) που προκαλεί θαυμασμό ή/και έκπληξη, εντυπωσιακός: ~ή: εμφάνιση/θέα/ομορφιά. ~ό: χαμόγελο. ~ές: εικόνες. ~ά: γραφικά/χρώματα. Πβ. εκτυφλωτικός, έξοχος, καταπληκτικός. 2. (για πηγή φωτός) που είναι τόσο φωτεινή, ώστε να θαμπώνει την όραση: ~ός: ήλιος. ~ή: ακτινοβολία (λαμπτήρων)/λάμψη. ΣΥΝ. εκτυφλωτικός (1) ● επίρρ.: εκθαμβωτικά | |
| 14969 | εκθάμνωση | [ἐκθάμνωση] εκ-θά-μνω-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. κοπή, εκρίζωση θάμνων, κυρ. για λόγους διαμόρφωσης του εδάφους: ~ώσεις και αποξηράνσεις βάλτων. [< γαλλ. débroussaillage, 1966, γερμ. Buschlichtung] | |
| 14970 | ΕΚΘΕ | (το): Εθνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών. | |
| 14971 | εκθειάζω | [ἐκθειάζω] εκ-θει-ά-ζω ρ. (μτβ.) {εκθεία-σε κ. εξεθεία-σε, εκθειά-στηκε κ. -σθηκε, -στεί κ. -σθεί, -σμένος, εκθειάζ-οντας} (λόγ.): εξυμνώ κάποιον ή κάτι, πλέκω το εγκώμιό του: ~ τις αρετές/τις ικανότητες/την προσπάθεια κάποιου ... ~ει το έργο του προκατόχου του/τις ομορφιές του τόπου/τα προσόντα του. Δημοσιεύματα που ~ουν πολιτικά πρόσωπα. Η ταινία ~στηκε από κοινό και κριτικούς. Ευρέως ~σμένο ... Βλ. αποθεώνω. ΣΥΝ. εγκωμιάζω, εξαίρω (1) [< μτγν. ἐκθειάζω ‘θεοποιώ’] | |
| 14972 | εκθειασμός | [ἐκθειασμός] εκ-θει-α-σμός ουσ. (αρσ.) & εκθείαση (η) (λόγ.): ένθερμος έπαινος, εγκωμιαστικός λόγος για κάποιον ή κάτι: ~ του τιμώμενου προσώπου. Αντικείμενο ~ού. Άξιος ~ού (βλ. θαυμασμός). Πβ. εγκώμιο. ΣΥΝ. εγκωμιασμός, εξύμνηση [< μτγν. ἐκθειασμός] | |
| 14973 | εκθειαστικός | , ή, ό [ἐκθειαστικός] εκ-θει-α-στι-κός επίθ. (λόγ.): που εκθειάζει κάποιον ή κάτι: ~ή: κριτική. ~ά: λόγια/σχόλια. Πβ. διθυραμβ-, επαινετ-ικός. ΣΥΝ. εγκωμιαστικός, εξυμνητικός ● επίρρ.: εκθειαστικά | |
| 14974 | έκθεμα | [ἔκθεμα] έκ-θε-μα ουσ. (ουδ.) {εκθέμ-ατος | -ατα, -άτων}: καθετί που παρουσιάζεται στα πλαίσια οργανωμένης έκθεσης σε μουσείο, γκαλερί και γενικότ. σε οποιοδήποτε εκθεσιακό χώρο: κύριο/μόνιμο ~. Αρχαιολογικά/διαδραστικά/ενδυματολογικά/ιστορικά ~ατα. Αντίγραφα/κατάλογος ~άτων. Στη συλλογή περιλαμβάνονται ~ατα από την εποχή ... Ψηφιακά ~ατα της βιβλιοθήκης και ~ατα εικονικής πραγματικότητας. [< μτγν. ἔκθεμα 'διακήρυξη'] | |
| 14975 | εκθεμελιώνω | [ἐκθεμελιώνω] εκ-θε-με-λι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {εκθεμελίω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, εκθεμελιών-οντας, εκθεμελιω-μένος} (λόγ.) 1. (μτφ.) ανατρέπω, αφανίζω: Θεσμός που ~θηκε. Πβ. ξεριζώνω. 2. καταστρέφω οικοδόμημα από τα θεμέλια: Ναός/πόλη που ~θηκε (= γκρεμίστηκε, κατεδαφίστηκε). ΣΥΝ. ξεθεμελιώνω (2) | |
| 14976 | εκθεμελίωση | [ἐκθεμελίωση] εκ-θε-με-λί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ολοκληρωτική καταστροφή, αφανισμός, εξάλειψη: ~ κατοικημένης περιοχής/κτιρίου. Πβ. γκρέμισμα, κατεδάφιση.|| (μτφ.) ~ αξιών/αρχών/δικαιωμάτων. Πβ. ξερίζωμα. ΣΥΝ. ξεθεμελίωμα | |
| 14977 | εκθεμελιωτικός | , ή, ό [ἐκθεμελιωτικός] εκ-θε-με-λι-ω-τι-κός επίθ. (λόγ.-συνήθ. μτφ.): που καταστρέφει κάτι εκ βάθρων, ολοκληρωτικά: ~ή: πολιτική. ΣΥΝ. καταστροφικός | |
| 14978 | έκθεση | [ἔκθεση] έκ-θε-ση ουσ. (θηλ.) 1. συγκέντρωση αντικειμένων σε χώρο, με σκοπό τη δημόσια προβολή και επίδειξή τους· συνεκδ. ο αντίστοιχος χώρος: αναδρομική/ανθοκομική/ατομική/γεωργική/διαδικτυακή/εικαστική/εμπορική/καλλιτεχνική/κινητή/μαθητική/μόνιμη/ομαδική/παγκόσμια/πανελλήνια/περιοδεύουσα/περιοδική/τοπική/τουριστική ~. ~ αρχειακού υλικού/αυτοκινήτων/επίπλων/έργων τέχνης/ζωγραφικής/μόδας/πληροφορικής/τεχνολογιών/τροφίμων και ποτών/φωτογραφίας. Διεξαγωγή/εγκαίνια/έναρξη/επισκέπτες/λήξη/(διο)οργάνωση/χορηγοί της ~ης. Αίθουσα ~έσεων. Γίνεται/λειτουργεί/πραγματοποιείται/φιλοξενείται ~ βιβλίου στο ... Διεθνής ~ Θεσσαλονίκης (ακρ. ΔΕΘ).|| Τα περίπτερα της ~ης. Πβ. εκθετήριο. 2. γραπτή συνήθ. παρουσίαση ή περιγραφή (από αρμόδιο όργανο) κατάστασης ή γεγονότος με ακριβή και λεπτομερή στοιχεία: αιτιολογική/γενική/εισηγητική/ενημερωτική/επίσημη/ετήσια/μηνιαία/οικονομική/προφορική/στατιστική/συμπληρωματική/συνοπτική/τεχνική ~. ~ αξιολόγησης/δαπανών/διαχείρισης/δραστηριοτήτων/ελέγχου/πεπραγμένων/προόδου (εργασιών). ~ εμπειρογνώμονα/επιθεωρητή/επιτροπής/ιατροδικαστή/οργανισμού. Ανακοίνωση/δημοσίευση/έγκριση/υποβολή ~ης. Δημοσιοποιώ/συντάσσω/παραδίδω μια ~. Πβ. αναφορά. Βλ. πρακτικό. 3. κατάσταση κατά την οποία κάποιος ή κάτι βρίσκεται ή τίθεται, χωρίς τη λήψη προστασίας, υπό την επίδραση βλαβερών συνήθ. παραγόντων: ~ στον ιό .../στον καπνό του τσιγάρου (πβ. παθητικό κάπνισμα)/στο νέφος/στη ραδιενέργεια/σε ρύπους/σε τοξικές ουσίες/στις υπεριώδεις ακτίνες. Αποφυγή παρατεταμένης/πολύωρης ~ης στον ήλιο. Τα όρια ασφαλούς ~ης στην ακτινοβολία. Βλ. υπερ~.|| (ΦΩΤΟΓΡ.) Ανεπιθύμητη ~ του φιλμ (στο φως). Κλείδωμα αυτόματης ~ης.|| (παλαιότ.) ~ βρέφους (: εγκατάλειψή του σε δημόσιο χώρο). 4. γραπτή ανάπτυξη δεδομένου θέματος και κυρ. το σχολικό μάθημα στο οποίο διδάσκεται η παραγωγή λόγου (επίσ. Νεοελληνική Γλώσσα)· συνεκδ. το κείμενο που γράφει μαθητής στο πλαίσιο του συγκεκριμένου μαθήματος: ~ ιδεών. Βλ. αφήγηση, περιγραφή.|| Έκφραση-~. Το θέμα της ~ης (στις Πανελλαδικές Εξετάσεις).|| Η ~ή του ήταν εκτός θέματος. Διόρθωσε τις ~έσεις. 5. ΜΟΥΣ. το εναρκτήριο μέρος σονάτας ή φούγκας στο οποίο παρουσιάζεται το βασικό θέμα της σύνθεσης. Βλ. εισαγωγή. ● ΣΥΜΠΛ.: υπηρεσιακή έκθεση βλ. υπηρεσιακός [< πβ. αρχ. ἔκθεσις ‘εγκατάλειψη (βρέφους), ερμηνεία, διατύπωση’, γαλλ. exposition] | |
| 14979 | εκθεσιακός | , ή, ό [ἐκθεσιακός] εκ-θε-σι-α-κός επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται σε εκθέσεις έργων τέχνης ή εμπορευμάτων: ~ός: χώρος (πβ. εκθετήριο, βλ. γκαλερί). ~ή: ατζέντα/διοργάνωση. ~ό: κέντρο/περίπτερο. ~ές: εγκαταστάσεις. Συνεδριακός-~ τουρισμός. Πβ. εκθετικός. | |
| 14980 | εκθετήριο | [ἐκθετήριο] εκ-θε-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος στον οποίο οργανώνονται εκθέσεις (προϊόντων ή έργων τέχνης): ηλεκτρονικό/μόνιμο/υπαίθριο ~. Πρατήριο/πωλητήριο-~. Πβ. γκαλερί. Βλ. -τήριο. | |
| 14981 | εκθέτης | [ἐκθέτης] εκ-θέ-της ουσ. (αρσ.) 1. {σπάν. θηλ. εκθέτρια} πρόσωπο ή εταιρεία που παίρνει μέρος σε έκθεση, παρουσιάζoντας έργα τέχνης ή εμπορικά προϊόντα: άμεσοι/έμμεσοι ~ες. Περιήγηση στα περίπτερα των ~ών.|| (ως επίθ.) ~τρια: επιχείρηση. Βλ. -θέτης. 2. ΜΑΘ. αριθμητική ή αλγεβρική έκφραση που εκφράζει τη δύναμη στην οποία είναι υψωμένη μια ποσότητα και σημειώνεται άνω δεξιά της· κατ' επέκτ. κάθε σύμβολο, στον γραπτό λόγο, που τίθεται στην ίδια θέση: αρνητικός/μέγιστος ~. Δυνάμεις αριθμών (ή παραστάσεων) με ~η έναν φυσικό αριθμό. Βλ. δείκτης. [< πβ. μτγν. ἐκθέτης 'μπαλκόνι', γαλλ. exposant] | |
| 14982 | εκθετικός | , ή, ό [ἐκθετικός] εκ-θε-τι-κός επίθ. 1. ΜΑΘ. που αναφέρεται στον εκθέτη: ~ή: εξοµάλυνση/καµπύλη/κατανομή/συνάρτηση. ~ό: µοντέλο/σήμα. Αριθμός σε ~ή μορφή. ~ές και λογαριθμικές εξισώσεις. 2. (μτφ.) που μεταβάλλεται με ταχείς ρυθμούς: ~ή: ανάπτυξη (του διαδικτύου)/αύξηση (του πληθυσμού)/μείωση (μεγεθών)/πρόοδος. 3. που αναφέρεται στις οργανωμένες εκθέσεις: ~ός: χώρος. Το μουσείο αποτελείται από τέσσερις ~ές ενότητες. Πβ. εκθεσιακός. ● επίρρ.: εκθετικά [< μτγν. ἐκθετικός 1: γαλλ. exponentiel] | |
| 14983 | έκθετος | , η, ο [ἔκθετος] έκ-θε-τος επίθ. 1. που είναι εκτεθειμένος σε κάποιον εξωτερικό, φυσικό παράγοντα χωρίς προφύλαξη ή κάλυψη: ~ στον αέρα/στη βροχή. Μνημείο ~ο στη φθορά του χρόνου. Πβ. εγκαταλελειμμένος. 2. (μτφ.) που βρίσκεται ανυπεράσπιστος και απροστάτευτος σε αντίξοες συνθήκες ή σε εχθρικές ενέργειες: Το κείμενο είναι ~ο στην κριτική.|| (κυρ. για πρόσ.) (Παρα)μένει ~ (απέναντι) στην κοινή γνώμη. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος άφησε ~ο τον υπουργό. Πβ. ακάλυπτος. Βλ. υπόλογος. ● Ουσ.: έκθετο (το) (παλαιότ.): βρέφος που είχε εγκαταλειφθεί σε δημόσιο χώρο: τα ~α και τα ορφανά.|| (ως επίθ.) ~ο: παιδί. [< μτγν. ἔκθετος 'εκτεθειμένος'] | |
| 14984 | εκθέτω | [ἐκθέτω] εκ-θέ-τω ρ. (μτβ.) {εξέθεσα, εκθέσει· εκτίθ-εται, -ενται (προφ.) εκθέτ-εται, -ονται, παρατ. γ' πρόσ. (λόγ.) εξ-ετίθετο, -ετίθεντο, αόρ. εκτέθηκε (λόγ. εξετέθη ..., μτχ. εκτε-θείς, -θείσα, -θέν), εκτεθώ, εκτιθέμενος, εκτεθειμένος, εκθέτοντας} 1. συγκεντρώνω αντικείμενα σε χώρο με σκοπό τη δημόσια προβολή και επίδειξή τους: ~ εμπορεύματα προς πώληση/προϊόντα σε κοινή θέα. Ο ζωγράφος ~ει τους πίνακές του σε γκαλερί. Στα περίπτερα (της έκθεσης) ~εται τουριστικό υλικό. Στο μουσείο ~ενται αρχαιολογικά ευρήματα/γλυπτά.|| Η σορός του εκλιπόντος θα εκτεθεί σε λαϊκό προσκύνημα. Το ακίνητο εκτέθηκε σε δημοπρασία. 2. (συνήθ. ως αρμόδιο όργανο ή ενώπιον αρμόδιου οργάνου) παρουσιάζω, περιγράφω κατάσταση ή γεγονός: ~ (αναλυτικά/δημόσια/εγγράφως/λεπτομερώς) ένα αίτημα/τις απόψεις/τις ιδέες/τους λόγους (της παραίτησής μου)/τις σκέψεις/τους σκοπούς μου. Ο πρόεδρος εξέθεσε τα πεπραγμένα του ΔΣ. Στο κείμενο ~ενται με σαφήνεια τα αποτελέσματα της μελέτης. Απ' όσα εξετέθησαν/από τα ~θέντα ανωτέρω, καθίσταται προφανές ότι ... Βλ. προεκτεθείς. 3. {κυρ. μεσοπαθ.} αφήνω κάποιον ή κάτι σε κατάσταση επιβλαβή ή επικίνδυνη, χωρίς τη λήψη προστασίας: ~εται στον αέρα/σε ακτίνες Χ/σε υψηλές θερμοκρασίες. Πληθυσμός που εκτέθηκε στον ιό/σε ραδιενέργεια. Η συσκευή έχει εκτεθεί στην υγρασία.|| (ΦΩΤΟΓΡ.) Η φωτογραφική πλάκα/το φιλμ ~εται στο φως του ήλιου.|| (μτφ.) ~εμαι σε σκηνές βίας/στα φώτα της δημοσιότητας. Προϊόντα που ~ενται στον διεθνή ανταγωνισμό. 4. κάνω κάποιον στόχο δυσμενών σχολίων: ~ το κύρος/την υπόληψη (κάποιου). Κατάσταση που ~ει τη χώρα (ανεπανόρθωτα/διεθνώς). Με τη στάση σου με ~εις. ~εται ανεπανόρθωτα. ~εμαι απέναντι σε κάποιον. Με τη συμπεριφορά του έχει εκτεθεί στην κοινή γνώμη/στα μάτια του κόσμου. Πβ. αδειάζω, θίγω, προσβάλλω. Βλ. καλύπτω. ● ΦΡ.: εκθέτω σε κίνδυνο: βάζω, θέτω κάποιον σε κίνδυνο: Με τις ενέργειές του ~ει την οικογένειά του/τη χώρα σε κίνδυνο. Εκτίθεται ~ η υγεία των εργαζομένων. ● βλ. εκτεθειμένος [< 1,2: μεσν. εκθέτω 3,4: γαλλ. exposer] | |
| 14985 | εκθήλυνση | [ἐκθήλυνση] εκ-θή-λυν-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.-μειωτ., για άνδρες): απόκτηση θηλυκών χαρακτηριστικών. Πβ. θηλυκοποίηση. Βλ. θηλυπρέπεια. [< μτγν. ἐκθήλυνσις ‘μαλθακότητα’, γαλλ. féminisation] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ