| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 14986 | εκθηλύνω | [ἐκθηλύνω] εκ-θη-λύ-νω ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} (σπάν.-απαιτ. λεξιλόγ.): (για άνδρα) κάνω κάποιον θηλυπρεπή. Πβ. θηλυκοποιείται. [< μτγν. ἐκθηλύνω, γαλλ. féminiser] | |
| 14987 | εκθλίβω | [ἐκθλίβω] εκ-θλί-βω ρ. {κυρ. στο γ' πρόσ. ενεστ.} (σπάν.-λόγ.): στύβω: Τα σταφύλια ~ονται στο πατητήρι, για να παραχθεί ο μούστος. ● Παθ.: εκθλίβεται: ΓΡΑΜΜ. (για φωνήεν στο τέλος λέξης πριν από το αρχικό φωνήεν άλλης) παθαίνει έκθλιψη. [< μτγν. ἐκθλίβω] | |
| 14988 | εκθλιπτικός | , ή, ό [ἐκθλιπτικός] εκ-θλι-πτι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την έκθλιψη: ~ό: δικαίωμα (ελαιοτριβείου). Βλ. αλωνιστικός. | |
| 14989 | έκθλιψη | [ἔκθλιψη] έκ-θλι-ψη ουσ. (θηλ.) 1. ΓΡΑΜΜ. αποβολή του τελικού φωνήεντος μιας λέξης πριν από το αρχικό φωνήεν της επόμενης: π.χ. Ν' αρχίσετε. Βλ. αποκοπή, αφαίρεση. 2. (λόγ.) στύψιμο καρπών και εξαγωγή του χυμού τους: ~ σταφυλιών. Ελαιόλαδο ψυχρής ~ης (= άθερμο λάδι). [< 1: μτγν. ἔκθλιψις, γαλλ. élision 2: αρχ. ἔκθλιψις] | |
| 14990 | εκθρέψω | βλ. εκτρέφω | |
| 14991 | εκθρονίζω | [ἐκθρονίζω] εκ-θρο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {εκθρόνι-σε (λόγ.) εξεθρόνι-σε, εκθρονί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, εκθρονίζ-οντας, εκθρονι-σμένος} ΣΥΝ. ρίχνω κάποιον από τον θρόνο του 1. απομακρύνω, συνήθ. βίαια, βασιλιά από τον θρόνο, αφαιρώ την εξουσία, το αξίωμα από κάποιον ηγέτη: Ο πατριάρχης ~στηκε (= εξέπεσε) και εξορίστηκε. ΣΥΝ. καθαιρώ (1) ΑΝΤ. ενθρονίζω 2. (μτφ.) εκτοπίζω κάποιον από την κορυφή: Η ομάδα ~στηκε από την πρώτη θέση της βαθμολογίας (= έπεσε από/έχασε τον θρόνο της). [< γαλλ. détrôner, αγγλ. dethrone] | |
| 14992 | εκθρόνιση | [ἐκθρόνιση] εκ-θρό-νι-ση ουσ. (θηλ.) & εκθρονισμός (ο) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκθρονίζω: ~ βασιλιά/μητροπολίτη. Πβ. ανατροπή, καθαίρεση. Βλ. ενθρόνιση.|| (μτφ.) ~ της εταιρείας από την κορυφή των πωλήσεων. | |
| 14993 | εκθύμως | [ἐκθύμως] εκ-θύ-μως επίρρ. (απαιτ. λεξιλόγ.): από τα βάθη της ψυχής μου: Συνιστώ κάτι ~ (= ανεπιφύλακτα). Εύχομαι ~ καλή επιτυχία. ΣΥΝ. ολόψυχα [< μτγν. ἐκθύμως] | |
| 14994 | εκιού | [ἐκιού] ε-κι-ού ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ., ως το 1999): ΟΙΚΟΝ. Ευρωπαϊκή Νομισματική Μονάδα, πρόδρομος του ευρώ, στο πλαίσιο της σταδιακής εισαγωγής ενιαίας νομισματικής πολιτικής για τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [< αγγλ. ακρ. ECU (European Currency Unit), γαλλ. écu, 1979] | |
| 14995 | ΕΚΚ | (το): Ευρωπαϊκό Κέντρο Καταναλωτή. | |
| 14996 | ΕΚΚΑ | : (το) Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης. | |
| 14997 | εκκαθαρίζω | [ἐκκαθαρίζω] εκ-κα-θα-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {εκκαθάρι-σα, -σει, -στηκε κ. -σθηκε, -στεί κ. -σθεί, -σμένος} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. ΛΟΓΙΣΤ. υπολογίζω το ενεργητικό και παθητικό επιχείρησης, περιουσίας, λογαριασμού, προκειμένου να βρω το τελικό χρεωστικό ή πιστωτικό αποτέλεσμα· ρυθμίζω οικονομική υποχρέωση ή συναλλαγή: ~ει τις μισθοδοτικές καταστάσεις του προσωπικού. Έχουν ~στεί οι φορολογικές δηλώσεις.|| ~σμένα: χρέη. 2. κάνω εκκαθαρίσεις· απομακρύνω ή διαγράφω κάτι που είναι ή θεωρείται περιττό ή βλαβερό: Ο στρατός θα ~σει την περιοχή.|| Το αρχείο απογράφεται, ~εται και μηχανογραφείται. Το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο έχει ~στεί. 3. (γενικότ.) τακτοποιώ, διευθετώ υπόθεση: Το ζήτημα ~στηκε οριστικά. Πβ. κανονίζω. [< πβ. μτγν. ἐκκαθαρίζω ‘καθαρίζω’, γαλλ. liquider] | |
| 14998 | εκκαθάριση | [ἐκκαθάριση] εκ-κα-θά-ρι-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΛΟΓΙΣΤ. υπολογισμός ποσού, ρύθμιση, διεκπεραίωση οικονομικών υποχρεώσεων ή συναλλαγών και συνεκδ. το παραστατικό με το οποίο αυτή βεβαιώνεται: οικονομική ~. ~ αποδοχών/δαπανών/της επιταγής/μισθοδοσίας/φορολογικών δηλώσεων/φόρου. Βλ. ρευστοποίηση.|| Δεν έχουν λάβει την ~ (= το εκκαθαριστικό). 2. (απαιτ. λεξιλόγ.) διαδικασία καθαρισμού, απομάκρυνσης κάθε ξένου, περιττού ή βλαβερού στοιχείου: ~ δασών/δρόμων/κοινόχρηστων χώρων.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) ~ αρχείων/μητρώου.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δίσκου. 3. (γενικότ.-απαιτ. λεξιλόγ.) διευθέτηση, διεκπεραίωση υπόθεσης ή αποστολής: οριστική ~ του ζητήματος. Πβ. τακτοποίηση.|| (ΝΟΜ.) Δικαστική ~ κληρονομίας. ● εκκαθαρίσεις (οι) (μτφ.): αποπομπή, εκδίωξη ανεπιθύμητων προσώπων από υπηρεσία, οργάνωση ή εχθρικών δυνάμεων, πληθυσμών από περιοχή με συνοπτικό και βίαιο τρόπο: μαζικές/πολιτικές/φυλετικές ~. Κάνουν ~ αντιφρονούντων. ~ στο έμψυχο δυναμικό/στον στρατό. ● ΣΥΜΠΛ.: εθνική εκκαθάριση/κάθαρση: εθνοκάθαρση., εκκαθάριση (των) συναλλαγών: ΟΙΚΟΝ. εκτέλεση χρηματιστηριακής συναλλαγής με την παράδοση των τίτλων στον αγοραστή και την πληρωμή της αξίας τους., εκκαθάριση εταιρείας/επιχείρησης: ΟΙΚΟΝ. η διαδικασία με την οποία μια εταιρεία παύει να υφίσταται ως νομική οντότητα (υπολογισμός του ενεργητικού και παθητικού της, ώστε να ρυθμιστεί κάθε οφειλή που εκκρεμεί και το τυχόν πλεόνασμα να διανεμηθεί στους μετόχους της): αναγκαστική/εκούσια ~ ~. Περιουσιακά στοιχεία της υπό ~ ~. ... τέθηκε σε/τελεί υπό εκκαθάριση. Βλ. διάλυση, πτώχευση., τιμή κλεισίματος/εκκαθάρισης βλ. τιμή [< μτγν. ἐκκαθάρισις ‘καθαρισμός’, γαλλ.-αγγλ. liquidation, αγγλ. clearing] | |
| 14999 | εκκαθαριστής | [ἐκκαθαριστής] εκ-κα-θα-ρι-στής ουσ. (αρσ.) , εκκαθαρίστρια (η): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με την οικονομική εκκαθάριση επιχείρησης: ειδικός/προσωρινός ~.|| (ως επίθ.) ~τρια: εταιρεία. [< γαλλ. liquidateur] | |
| 15000 | εκκαθαριστικό | [ἐκκαθαριστικό] εκ-κα-θα-ρι-στι-κό ουσ. (ουδ.) ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.-ΛΟΓΙΣΤ. 1. σημείωμα που στέλνει η Εφορία σε όσους έχουν υποβάλει φορολογική δήλωση, ώστε να πληροφορηθούν το ύψος του φόρου που τους αναλογεί (επιστροφή, καταβολή ή μηδενικός φόρος): πιστωτικό/χρεωστικό ~. 2. (ειδικότ.) έγγραφο που πιστοποιεί το αποτέλεσμα οικονομικής εκκαθάρισης: ~ά μισθοδοσίας. [< γαλλ. bulletin de paye] | |
| 15001 | εκκαθαριστικός | , ή, ό [ἐκκαθαριστικός] εκ-κα-θα-ρι-στι-κός επίθ. 1. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.-ΛΟΓΙΣΤ. που σχετίζεται με την οικονομική εκκαθάριση: ~ός: λογαριασμός. ~ή: δήλωση ΦΠΑ. ~ό: σημείωμα (= το εκκαθαριστικό). 2. που στοχεύει στην εκδίωξη προσώπου ή πληθυσμού: ~ές επιχειρήσεις εναντίον/κατά ... | |
| 15002 | εκκαλώ | [ἐκκαλῶ] εκ-κα-λώ ρ. (μτβ.) {εκκαλεί, μτχ. ενεστ. εκκαλ-ών}: ΝΟΜ. ασκώ έφεση: Ο εισαγγελέας μπορεί να ~εί κάθε απόφαση ... Οι ~ούντες άσκησαν αναίρεση. ΣΥΝ. εφεσιβάλλω [< αρχ. ἐκκαλῶ] | |
| 15003 | εκκαμίνευση | [ἐκκαμίνευση] εκ-κα-μί-νευ-ση ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): υπερθέρμανση ορυκτού σε καμίνι για την παραγωγή συνήθ. μετάλλου: ~ χαλκού. | |
| 15004 | ΕΚΚΕ | (το): Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών. | |
| 15005 | εκκεντρικός | , ή, ό [ἐκκεντρικός] εκ-κε-ντρι-κός επίθ.: που διαφοροποιείται, αποκλίνει από το συνηθισμένο ή από ό,τι θεωρείται κανονικό, αποδεκτό: (για πρόσ.) ~ός: καλλιτέχνης (= ιδιόρρυθμος). ~ή: προσωπικότητα.|| ~ή: εμφάνιση/συμπεριφορά. ~ό: ντύσιμο. ~ά: ρούχα. Πβ. αλλόκοτος, παράξενος. ● επίρρ.: εκκεντρικά [< γαλλ. excentrique, αγγλ. eccentric] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ