Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [15860-15880]

IDΛήμμαΕρμηνεία
15006εκκεντρικότητα[ἐκκεντρικότητα] εκ-κε-ντρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του εκκεντρικού ή εκκεντρική συμπεριφορά: ~ του χαρακτήρα.|| Προκαλούν με τις ~ές τους. Πβ. ιδιορρυθμία. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. excentricité , αγγλ. eccentricity]
15007έκκεντρο[ἔκκεντρο] έκ-κε-ντρο ουσ. (ουδ.) 1. ΜΗΧΑΝΟΛ. δίσκος ή κύλινδρος μηχανής του οποίου ο άξονας περιστροφής ή παλινδρόμησης δεν διέρχεται από το κέντρο του. 2. ΓΕΩΜ. το σημείο όπου συναντιούνται οι τρεις εσωτερικές διχοτόμοι τριγώνου. [< μτγν. έκκεντρος, γαλλ. excentrique, αγγλ. eccentric]
15008έκκεντρος, η, ο [ἔκκεντρος] έκ-κε-ντρος επίθ. (λόγ.): που δεν συμπίπτει με το κέντρο κύκλου ή περιστρεφόμενου άξονα: ~η: κίνηση/τροχιά. ~ο: τριβείο. ● ΣΥΜΠΛ.: έκκεντροι κύκλοι: ΓΕΩΜ. δύο μη ομόκεντροι κύκλοι, από τους οποίους ο ένας περιέχεται μέσα στον άλλο. [< μτγν. ἔκκεντρος]
15009εκκεντρότητα[ἐκκεντρότητα] εκ-κε-ντρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): απόκλιση, απομάκρυνση από το κέντρο: (ΓΕΩΜ.) η ~ της έλλειψης.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ τροχιάς (πλανήτη). [< μτγν. ἐκκεντρότης, γαλλ. excentricité, αγγλ. eccentricity]
15010εκκεντροφόρος[ἐκκεντροφόρος] εκ-κε-ντρο-φό-ρος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. άξονας μηχανών εσωτερικής καύσης που έχει έκκεντρα τα οποία ωθούν τις βαλβίδες εισαγωγής και εξαγωγής του κινητήρα: επικεφαλής/μέσος/πλάγιος ~. Γρανάζια/ιμάντας ~ου.|| (ως επίθ.) ~ άξονας. Βλ. -φόρος. [< γαλλ. arbre à cames]
15011εκκενώνω[ἐκκενώνω] εκ-κε-νώ-νω ρ. (μτβ.) {εκκένω-σε, εκκενώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος} (επίσ.) 1. (για ομάδα ανθρώπων) αποχωρώ, εγκαταλείπω χώρο ή τόπο, συνήθ. λόγω ανωτέρας βίας, αφήνοντάς τον άδειο: Οι κάτοικοι υποχρεώθηκαν να ~σουν τα σπίτια τους. Ο πρόεδρος του Δικαστηρίου διέταξε να ~θεί η αίθουσα. ~θηκαν αμέσως γραφεία/οικισμοί. Αεροσκάφος/πλοίο/σχολείο που ~θηκε λόγω πυρκαγιάς.|| Η Αστυνομία ~σε το κτίριο (: ειδοποίησε όσους ήταν μέσα σε αυτό να απομακρυνθούν). 2. (σπάν.) αδειάζω εντελώς: ~ δοχείο. ΑΝΤ. γεμίζω (1) [< 1: αρχ. ἐκκενῶ]
15012εκκένωση[ἐκκένωση] εκ-κέ-νω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) μαζική εγκατάλειψη χώρου ή περιοχής, ομαδική απομάκρυνση ανθρώπων από κάποιο μέρος: άμεση/επείγουσα ~. ~ αεροσκάφους/αίθουσας/κτιρίου/οικισμών/πλοίου. ~ του πληθυσμού. Επιχείρηση/σχέδια ~ης (σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης). 2. πλήρες άδειασμα: ~ δεξαμενής. ~ώσεις βόθρων.|| (ΙΑΤΡ.) ~ του εντέρου/της κύστης/του στομάχου. Πβ. κένωση. ΑΝΤ. γέμισμα (1) 3. ΦΥΣ. & ηλεκτρική εκκένωση: απότομη μεταβίβαση ηλεκτρικού φορτίου από αγώγιμο σώμα σε άλλο, ξαφνική μείωση ηλεκτρικού δυναμικού: ατμοσφαιρική ~ (πβ. αστραπή, κεραυνός). Λαμπτήρες ~ης. Ηλεκτροστατικές ~ώσεις. Πβ. εκφόρτιση. [< 1,2: μτγν. ἐκκένωσις, γαλλ. évacuation 3: αγγλ. discharge]
15014εκκενωτικός, ή, ό [ἐκκενωτικός] εκ-κε-νω-τι-κός επίθ. (επιστ.): που αδειάζει, εκκενώνει κάτι: ~ός: κρουνός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή παρακέντηση κύστεων.
15015εκκίνηση[ἐκκίνηση] εκ-κί-νη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): έναρξη ενέργειας, λειτουργίας ή ειδικότ. αγώνα ταχύτητας ανάμεσα σε αθλητές και συνεκδ. το σημείο από το οποίο ξεκινούν: ~ κινητήρα (βλ. σπινθήρας). ~ (= άνοιγμα) επιχείρησης. Πβ. ξεκίνημα.|| (ΑΘΛ.) ~ μαραθωνίου. Γραμμή ~ης (πβ. αφετηρία). Άκυρες ~ήσεις.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ υπολογιστή (ΑΝΤ. τερματισμός). Δισκέτα/μενού ~ης. Αυτόματη ~ εφαρμογών/προγραμμάτων/συστήματος. Βλ. επαν~. ● ΣΥΜΠΛ.: τιμή εκκίνησης 1. η αρχική τιμή αντικειμένου σε δημοπρασία. 2. αυτή με την οποία εισάγεται μετοχή στο χρηματιστήριο προς διαπραγμάτευση. [< αγγλ. start value, γαλλ. valeur initial] , βατήρας εκκίνησης βλ. βατήρας [< μεσν. εκκίνησις]
15016εκκινητής[ἐκκινητής] εκ-κι-νη-τής ουσ. (αρσ.) & εκκινητήρας (επίσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. μίζα: ~ κινητήρα. Βλ. αναφλεκτήρας. [< αγγλ. starter, γαλλ. ~, 1931]
15017εκκινώ[ἐκκινῶ] εκ-κι-νώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {εκκιν-εί (σπάν.) -ά ... | εκκίν-ησα, -ήσει, συχνά στο γ΄πρόσ.} (επίσ.): θέτω κάτι σε λειτουργία, ξεκινώ: (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ το πρόγραμμα/το σύστημα/τον υπολογιστή.|| Το Ταμείο ~εί τη διαδικασία καταβολής αποζημίωσης.εκκινεί (μτφ.): έχει ως αφετηρία και βάση: Η παρέμβασή μας ~ από δύο βασικές παραδοχές. [< αρχ. ἐκκινῶ ‘προκαλώ μετακίνηση’]
15018έκκληση[ἔκκληση] έκ-κλη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): παράκληση για βοήθεια ή για επίτευξη σημαντικού στόχου· συνεκδ. το αντίστοιχο κείμενο: ~ για αιμοδοσία/διάλογο/ειρήνη/συμπαράσταση. Δραματικές/επανειλημμένες/συνεχείς ~ήσεις για δράση. Απευθύνει ~ για άμεση κατάπαυση του πυρός. Κάνουν ~ προς κάθε αρμόδιο (φορέα). Πβ. επίκληση.|| Υπογράφουν ~ αλληλεγγύης. [< μτγν. ἔκκλησις]
15019εκκλησία[ἐκκλησία] εκ-κλη-σί-α ουσ. (θηλ.) {εκκλησιών} 1. & (λαϊκό) εκκλησιά: οίκημα κατάλληλο για τη χριστιανική λατρεία· χριστιανικός ναός· συνεκδ. η εκκλησιαστική ακολουθία και κυρ. η Θεία Λειτουργία: η ~ του Αγίου ... Το καμπαναριό της ~ας. Γάμος στην ~ (= θρησκευτικός γάμος). Βλ. μοναστήρι, ξωκλήσι.|| Πότε σχολάει/τελειώνει η ~; Δεν πάει συχνά στην ~ (: δεν εκκλησιάζεται τακτικά). ΣΥΝ. ο οίκος (του) Θεού 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. Ε) το σύνολο των χριστιανών και κυρ. αυτών που ασπάζονται ορισμένο δόγμα· ειδικότ. ο κλήρος, η εκκλησιαστική εξουσία: η ~ ως σώμα Χριστού. Ορθόδοξη/(Ρωμαιο)καθολική ~. Προτεσταντικές ~ες. Η μεγάλη του Χριστού ~ (: το Οικουμενικό Πατριαρχείο). Ο προκαθήμενος της ~ας της Ελλάδος (: ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος). Οι γιορτές/τα μυστήρια της ~ας. Η Ιερά Σύνοδος της ~ας. Η Αυτοκέφαλη ~ της ... Πβ. χριστιανοσύνη.|| Η επίσημη ~. Η αποστολή/η ηγεσία/η ιεραρχία/ο ρόλος/το φιλανθρωπικό έργο της ~ας. Οι σχέσεις Κράτους-~ας. ● Υποκ.: εκκλησάκι (το): στη σημ. 1., εκκλησούλα & εκκλησίτσα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: άνθρωπος της Εκκλησίας 1. (μτφ.) θεοσεβούμενος, πιστός χριστιανός που τηρεί με συνέπεια τα θρησκευτικά του καθήκοντα. 2. που ανήκει στο περιβάλλον της εκκλησιαστικής εξουσίας., η Εκκλησία του Δήμου: ΙΣΤ. (στις πόλεις-κράτη) δημοκρατική συνέλευση των αρρένων πολιτών κατά την οποία λαμβάνονταν αποφάσεις για θέματα της δημόσιας ζωής. [< αρχ. ἐκκλησία] , στρατευόμενη Εκκλησία: το σύνολο των ζώντων χριστιανών: η επί γης ~ ~., Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος βλ. αποστολικός, Ελλαδική Εκκλησία βλ. ελλαδικός, Επισκοπική Εκκλησία βλ. επισκοπικός, ζώσα Εκκλησία βλ. ζων, θριαμβεύουσα Εκκλησία βλ. θριαμβεύων, οι Πατέρες της Εκκλησίας βλ. πατέρας, Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών βλ. συμβούλιο, Σχίσμα (των δύο Eκκλησιών) βλ. σχίσμα, το πλήρωμα της Εκκλησίας/το χριστεπώνυμο πλήρωμα βλ. πλήρωμα, τρισυπόστατη εκκλησία βλ. τρισυπόστατος ● ΦΡ.: ανεβαίνω τα σκαλιά της εκκλησίας: παντρεύομαι: Το ζευγάρι ~ηκε ~., με τις ευλογίες της Εκκλησίας βλ. ευλογία, σαν να κλέβω/κλέβει εκκλησία βλ. κλέβω [< μτγν. ἐκκλησία ‘κοινότητα των χριστιανών και το σχετικό οικοδομημα’, πβ. γαλλ. église]
15020εκκλησιάζομαι[ἐκκλησιάζομαι] εκ-κλη-σι-ά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {εκκλησιά-στηκα κ. -σθηκα, -στεί κ. -σθεί, εκκλησιαζ-όμενος} (λόγ.): (για πιστό) παρακολουθώ τη Θεία Λειτουργία: ~εται κάθε Κυριακή/συχνά/τακτικά. Οι πιστοί ~στηκαν (= λειτουργήθηκαν) και κοινώνησαν. [< μτγν. ἐκκλησιάζομαι]
15021εκκλησιάρχης[ἐκκλησιάρχης] εκ-κλη-σι-άρ-χης ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. μοναχός ή κληρικός που έχει αναλάβει τη φροντίδα ναού: Μέγας ~ (του Πατριαρχείου). Βλ. -άρχης. [< μεσν. εκκλησιάρχης]
15022εκκλησίασμα[ἐκκλησίασμα] εκ-κλη-σί-α-σμα ουσ. (ουδ.) (περιληπτ.-επίσ.): οι πιστοί που παρευρίσκονται σε εκκλησία και παρακολουθούν ιερή ακολουθία, συνήθ. τη Θεία Λειτουργία. Βλ. ποίμνιο.
15023εκκλησιασμός[ἐκκλησιασμός] εκ-κλη-σι-α-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): παρακολούθηση της Θείας Λειτουργίας σε εκκλησία: κυριακάτικος ~. ~ των μαθητών. Βλ. αγιασμός, αρτοκλασία. [< μτγν. ἐκκλησιασμός ‘πραγματοποίηση συνέλευσης’]
15024εκκλησιαστικός, ή, ό [ἐκκλησιαστικός] εκ-κλη-σι-α-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Εκκλησία: ~ός: γάμος (πβ. θρησκευτικός)/ηγέτης/θεσμός/συγγραφέας/τουρισμός/ύμνος. ~ή: ακολουθία/διοίκηση/εκπαίδευση/ζωή/ιστορία/μουσική/παιδεία/παράδοση/ποίηση (πβ. υμνογραφία)/τέχνη. ~ό: αξίωμα/Δίκαιο (= το σύνολο των ~ών και πολιτειακών κανόνων δικαίου που ρυθμίζουν τις έννομες σχέσεις της Εκκλησίας. Βλ. Κανονικό Δίκαιο). ~οί: κύκλοι. ~ές: φυσιογνωμίες. ~ά: βιβλία/είδη/κειμήλια/σκεύη/σχολεία. Πβ. χριστιανικός. Βλ. αντι~, παρα~. || Ριζάρειος ~ Σχολή (ΡΕΣ). ● επίρρ.: εκκλησιαστικώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: εκκλησιαστικό έτος βλ. έτος, εκκλησιαστικό όργανο βλ. όργανο [< μτγν. ἐκκλησιαστικός, γαλλ. ecclésiastique, αγγλ. ecclesiastic]
15025εκκλησιολογία

[ἐκκλησιολογία] εκ-κλη-σι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΘΕΟΛ. κλάδος της δογματικής θεολογίας που μελετά την ουσία, τη φύση, τις δομές και τα μυστήρια της Εκκλησίας: ευχαριστιακή/ορθόδοξη ~. Βλ. -λογία. [< γαλλ. ecclésiologie, αγγλ. ecclesiology]

15026εκκλησιολογικός, ή, ό [ἐκκλησιολογικός] εκ-κλη-σι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΘΕΟΛ. που σχετίζεται με την εκκλησιολογία: ~ή: αίρεση. ● επίρρ.: εκκλησιολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. ecclésiologique, αγγλ. ecclesiol

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.