| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 15027 | έκκλητος | , η/ος, ο [ἔκκλητος] έκ-κλη-τος επίθ. 1. ΝΟΜ. για δικαστική απόφαση εναντίον της οποίας μπορεί να ασκηθεί έφεση: ~η: δίκη (= δευτεροβάθμια). Πβ. αναιρέσ-, εφέσ-ιμος.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο. ΑΝΤ. ανέκκλητος 2. ΝΟΜ.-ΕΚΚΛΗΣ. για έφεση που μπορεί να ασκήσει κληρικός ή μοναχός κατά απόφασης εκκλησιαστικού δικαστηρίου: ~ος: προσφυγή.|| (ως ουσ.-λόγ.) Η ~. [< αρχ. ἔκκλητος] | |
| 15028 | ΕΚΚΝ | (το): Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων. | |
| 15029 | εκκόκκιση | [ἐκκόκκιση] εκ-κόκ-κι-ση ουσ. (θηλ.) & εκκοκκισμός (ο) (επίσ.): ΓΕΩΡΓ. αφαίρεση σπόρων από φυτό: ~ βαμβακιού. [< γαλλ. égrenage] | |
| 15030 | εκκοκκιστήριο | [ἐκκοκκιστήριο] εκ-κοκ-κι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΡΓ. εργοστάσιο ή μηχανή εκκοκκισμού. Βλ. -τήριο. [< γαλλ. égrenoir] | |
| 15031 | εκκοκκιστικός | , ή, ό [ἐκκοκκιστικός] εκ-κοκ-κι-στι-κός επίθ.: ΓΕΩΡΓ. που έχει σχέση με ή χρησιμεύει για την εκκόκκιση: ~ή: επιχείρηση/μηχανή/περίοδος. | |
| 15032 | εκκολαπτήριο | [ἐκκολαπτήριο] εκ-κο-λα-πτή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) συνθήκες, παράγοντες, περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσεται κάτι: ~ επιχειρήσεων (υψηλής τεχνολογίας)/ιδεών. ~α βίας/διαφθοράς/νέων ταλέντων. Πβ. θερμοκήπιο, φυτώριο. 2. χώρος (ή σπανιότ. συσκευή) εκκόλαψης νεοσσών: ~α πουλερικών/ψαριών. Βλ. επωαστήριο, -τήριο. [< γαλλ. incubateur] | |
| 15033 | εκκολαπτικός | , ή, ό [ἐκκολαπτικός] εκ-κο-λα-πτι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την εκκόλαψη: ~ή: μηχανή. Βλ. επωαστικός. [< γαλλ. incubateur] | |
| 15034 | εκκολάπτω | [ἐκκολάπτω] εκ-κο-λά-πτω ρ. (μτβ.) {εκκόλα-ψε, εκκολά-ψει, -φθηκε, -φθεί, εκκολαπτ-όμενος}: {συνήθ. μεσοπαθ.} (μτφ.-λόγ.) γεννώ, αναπτύσσω, διαμορφώνω: Η αδιαφάνεια ~ει τη διαφθορά. ~φθηκαν νοοτροπίες και πρακτικές (πβ. ωριμάζω). ● εκκολάπτει: ΖΩΟΛ. (για ωοτόκο ζώο) προκαλεί την έξοδο νεοσσού από το αβγό ή εντόμου από το κουκούλι: Οι θαλάσσιες χελώνες γεννούν και ~ουν τα αβγά τους.|| Οι κάμπιες έχουν ~φθεί. Βλ. επωάζει, κλωσσά. [< αρχ. ἐκκολάπτω ‘σπάζω με το ράμφος’] ● Μτχ.: εκκολαπτόμενος, η, ο: κυρ. για πρόσωπο που κάνει τα πρώτα του βήματα σε κάποιον τομέα, συνήθ. επαγγελματικό, αφήνοντας πολλές ελπίδες για το μέλλον: ~ος: καλλιτέχνης/συγγραφέας.|| (κατ' επέκτ.) ~η: αγορά. [< γαλλ. éclore] | |
| 15035 | εκκόλαψη | [ἐκκόλαψη] εκ-κό-λα-ψη ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. (για ωοτόκα ζώα, κυρ. πτηνά, ψάρια) η έξοδος νεοσσού από το αβγό: τεχνητή/υποβοηθούμενη ~. Περίοδος ~ης. Βλ. επώαση, κλώσσημα.|| ~άψεις προνυμφών. 2. (μτφ.) ανάπτυξη, διαμόρφωση: υπό ~ (= εκκολαπτόμενη) επιχείρηση. [< 1: αρχ. ἐκκόλαψις 2: γαλλ. incubation] | |
| 15036 | εκκόλπωμα | [ἐκκόλπωμα] εκ-κόλ-πω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. θύλακας που υπάρχει φυσιολογικά ή δημιουργείται από πρόπτωση του βλεννογόνου σε κοίλο όργανο του σώματος: ~ του εντέρου/του οισοφάγου/ουροδόχου κύστης. Βλ. μεκέλειος απόφυση. [< αγγλ. diverticulum] | |
| 15037 | εκκολπωματίτιδα | [ἐκκολπωματίτιδα] εκ-κολ-πω-μα-τί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή εκκολπώματος: οξεία ~. Βλ. -ίτιδα. [< αγγλ. diverticulitis, περ. 1900] | |
| 15038 | εκκολπωμάτωση | [ἐκκολπωμάτωση] εκ-κολ-πω-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.): παρουσία εκκολπωμάτων, συνήθ. στο παχύ έντερο. [< αγγλ. diverticulosis, 1917, γαλλ. diverticulose, 1939] | |
| 15039 | εκκοσμίκευση | [ἐκκοσμίκευση] εκ-κο-σμί-κευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. αποδέσμευση κοινωνίας, θεσμού, συμπεριφοράς από την επίδραση της θρησκείας: ~ της γνώσης. 2. προσαρμογή οργανωμένης θρησκείας στις επικρατούσες αντιλήψεις της κοινωνίας: ~ της Εκκλησίας. [< γαλλ. sécularisation] | |
| 15040 | εκκοσμικεύω | [ἐκκοσμικεύω] εκ-κο-σμι-κεύ-ω ρ. (μτβ.) {εκκοσμίκευ-σε, εκκοσμικεύ-θηκε (σπάν.) -τηκε, -θεί κ. -τεί, -μένος, συνήθ. μεσοπαθ.} (σπάν.-λόγ.): προσδίδω κοσμικό χαρακτήρα σε κάτι: Η Εκκλησία έχει ~θεί.|| ~μένη: κοινωνία. [< γαλλ. séculariser] | |
| 15041 | εκκρεμεί | [ἐκκρεμεῖ] εκ-κρε-μεί ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.) : (για ζήτημα) δεν έχει διεκπεραιωθεί, διευθετηθεί οριστικά: ~ αγωγή αποζημίωσης/η απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου/το πρόβλημα/το ραντεβού (= είναι σε εκκρεμότητα). Υποθέσεις που ~ούν ενώπιον των δικαστηρίων (: δεν έχουν εκδικαστεί οριστικά. Πβ. λιμνάζει). Σε βάρος του ~ούν εντάλματα σύλληψης/κατηγορίες για λαθρεμπόριο. ~ούσε εναντίον τους ποινική δίωξη. | |
| 15042 | εκκρεμές | [ἐκκρεμές] εκ-κρε-μές ουσ. (ουδ.) {εκκρεμ-ούς} 1. ΦΥΣ. κάθε σώμα που αιωρείται υπό την επίδραση της βαρύτητας, όταν κρεμαστεί σταθερά από οριζόντιο άξονα, και εκτελεί ταλαντώσεις, όταν βρεθεί σε κίνηση: απλό/ηλεκτρικό/μαθηματικό/φυσικό ~. Μάζα/περίοδος του ~ούς. 2. ρολόι, τοίχου ή επιτραπέζιο, που λειτουργεί με βάση την αρχή του εκκρεμούς. 3. (μτφ.) ό,τι κινείται ανάμεσα σε δύο άκρα, πόλους: πολιτικό ~. [< γαλλ. pendule] | |
| 15043 | εκκρεμής | , ής, ές [ἐκκρεμής] εκ-κρε-μής επίθ. {εκκρεμ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): που δεν έχει διακανονιστεί, λυθεί οριστικά: ~ής: λογαριασμός. ~ής: δίκη (: που δεν εκδικάστηκε)/διαδικασία. ~είς: αιτήσεις/αποφάσεις/διαφορές/πληρωμές/υποθέσεις. ~ή: προβλήματα. Το ζήτημα παραμένει ~ές (= ανοιχτό). ΣΥΝ. ατακτοποίητος (2) [< μτγν. ἐκκρεμής, γαλλ. en suspens] | |
| 15044 | εκκρεμοδικία | [ἐκκρεμοδικία] εκ-κρε-μο-δι-κί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. κατάσταση δικαστικής υπόθεσης που αρχίζει από τη στιγμή της κατάθεσης της αγωγής και λήγει με την έκδοση οριστικής απόφασης: ένσταση ~ας. Βλ. εκδίκαση. [< γερμ. Rechtshängigkeit, γαλλ. litispendance] | |
| 15045 | εκκρεμότητα | [ἐκκρεμότητα] εκ-κρε-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {εκκρεμοτήτ-ων}: υπόθεση, πρόβλημα που εκκρεμεί, που δεν έχει διευθετηθεί: δικαστική ~. Ποινικές/πολεοδομικές/φορολογικές ~ες. Άρση/επίλυση/κλείσιμο μιας ~ας. Τακτοποίηση οικονομικών ~ων. Σε ~ παραμένει η ... Θέματα που βρίσκονται/είναι σε ~. Αφήνω κάτι σε ~. Έχει ~ες μαζί του. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. suspension] | |
| 15046 | έκκριμα | [ἔκκριμα] έκ-κρι-μα ουσ. (ουδ.) {εκκρίμ-ατος | -ατα}: ΦΥΣΙΟΛ. ουσία που εκκρίνεται από ζωικό ή φυτικό οργανισμό: κολπικό/ρινικό ~. ~ από τη θηλή. ~ατα εντόμων/πτηνών. Πβ. έκκριση. Βλ. απ~. [< μτγν. ἔκκριμα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ