| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 15047 | εκκριματίνη | [ἐκκριματίνη] εκ-κρι-μα-τί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. σεκρετίνη. | |
| 15048 | εκκρίνει | [ἐκκρίνει] εκ-κρί-νει ρ. (μτβ.) {εκκρί-θηκε, -θεί, εκκρίν-οντας, κυρ. στον ενεστ.}: ΦΥΣΙΟΛ. (για κύτταρο, ιστό, αδένα, όργανο) παράγει υγρή ή ρευστή ουσία που είτε διοχετεύεται στο αίμα ή σε βλεννογόνο είτε αποβάλλεται από τον οργανισμό: ~ονται ορμόνες. Το πάγκρεας ~ ινσουλίνη. Πβ. απ~. Βλ. υπερ~. [< αρχ. ἐκκρίνω] | |
| 15049 | έκκριση | [ἔκκριση] έκ-κρι-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣΙΟΛ. (κυρ. για ζωικό οργανισμό) παραγωγή ουσιών από τους αδένες, οι οποίες είτε διοχετεύονται στο αίμα ή σε κοιλότητα του σώματος είτε αποβάλλονται· συνεκδ. η ουσία που εκκρίνεται, έκκριμα: γαστρική/κολπική/ουρική ~. ~ αδρεναλίνης/αυξητικής ορμόνης/γάλακτος/ιδρώτα (πβ. εφίδρωση)/ινσουλίνης/οξέων (στο στομάχι)/σάλιου/σμήγματος/χολής. Βλ. απ~, υπερ~.|| Αναπνευστικές/βρογχικές/ρινικές ~ίσεις. ~ίσεις του πεπτικού συστήματος.|| (για φυτά:) ~ ρητίνης (από κωνοφόρα). Φυτικές ~ίσεις (βλ. κόμμι). Μελιτώδεις ~ίσεις πεύκου. [< αρχ. ἔκκρισις, γαλλ. sécrétion] | |
| 15050 | εκκριτικός | , ή, ό [ἐκκριτικός] εκ-κρι-τι-κός επίθ.: ΦΥΣΙΟΛ. που σχετίζεται με την έκκριση: ~ός: ιστός. ~ό: σύστημα. ~ά: κύτταρα. Βλ. απ~.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: ωτίτιδα. [< αρχ. ἐκκριτικός, γαλλ. sécrétoire] | |
| 15051 | εκκύκλημα | [ἐκκύκλημα] εκ-κύ-κλη-μα ουσ. (ουδ.): ΑΡΧ. (στο αρχαίο θέατρο) είδος ξύλινης εξέδρας με ρόδες, όπου παρουσιαζόταν το αποτέλεσμα αποτρόπαιων πράξεων που συνέβαιναν στο εσωτερικό της σκηνής. Βλ. γερανός. [< μτγν. ἐκκύκλημα] | |
| 15052 | εκκωφαντικός | , ή, ό [ἐκκωφαντικός] εκ-κω-φα-ντι-κός επίθ. (λόγ.): (για ήχο) που ξεκουφαίνει, που έχει τόσο δυνατή ένταση, ώστε να μην ακούγεται τίποτα άλλο: ~ός: θόρυβος/κρότος. ~ή: έκρηξη/μουσική.|| (μτφ.) ~ή: αποτυχία (πβ. παταγώδης)/απουσία/επιτυχία. ● ΣΥΜΠΛ.: εκκωφαντική σιωπή & (σπάν.) σιγή (μτφ.): για να δηλωθεί ότι το πρόσωπο που σιωπά είναι ένοχο ή βρίσκεται σε δύσκολη θέση: η ~ ~ των αρμοδίων. [< γαλλ. assourdissant] | |
| 15053 | εκλαΐκευση | [ἐκλαΐκευση] ε-κλα-ΐ-κευ-ση ουσ. (θηλ.): παρουσίαση εξειδικευμένων θεμάτων με απλό και εύληπτο τρόπο στο ευρύ κοινό: ~ της επιστήμης/της γνώσης. Βλ. απλούστευση. [< γαλλ. popularisation] | |
| 15054 | εκλαϊκευτής | [ἐκλαϊκευτής] ε-κλα-ϊ-κευ-τής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που εκλαϊκεύει: ~ της επιστήμης. | |
| 15055 | εκλαϊκευτικός | , ή, ό [ἐκλαϊκευτικός] ε-κλα-ϊ-κευ-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται ή συντελεί στην εκλαΐκευση: ~ή: μελέτη. ~ό: βιβλίο. ~ τρόπος παρουσίασης θεµάτων. ● επίρρ.: εκλαϊκευτικά | |
| 15056 | εκλαϊκεύω | [ἐκλαϊκεύω] ε-κλα-ϊ-κεύ-ω ρ. (μτβ.) {εκλαΐκευ-σε, εκλαϊκεύ-τηκε κ. -θηκε, -τεί κ. -θεί, -μένος, εκλαϊκεύ-οντας}: καθιστώ κάτι προσιτό, κατανοητό στο ευρύ κοινό: Ο ομιλητής ~σε τα αποτελέσματα της έρευνάς του. ~μένα: άρθρα (= απλουστευμένα). Βλ. απλοποιώ. [< γαλλ. populariser] | |
| 15057 | εκλαμβάνω | [ἐκλαμβάνω] ε-κλαμ-βά-νω ρ. (μτβ.) {εξέλαβα, εκλάβω, εκλή-φθηκε (λόγ. εξελή-φθη, -φθησαν, μτχ. εκληφθ-είς, -είσα, -έν), εκλη-φθεί, εκλαμβάν-οντας} (λόγ.): αντιλαμβάνομαι, κρίνω κάτι, συχνά με λανθασμένο τρόπο: Όπως θέλει το ~ει ο καθένας. Εξέλαβε τα λόγια του ως απειλή. Η στάση του μπορεί να ~φθεί ως αδυναμία. Πβ. βλέπω, παίρνω. [< αρχ. ἐκλαμβάνω] | |
| 15058 | εκλαμπρότατος | , η, ο [ἐκλαμπρότατος] ε-κλα-μπρό-τα-τος επίθ. (παλαιότ.): τιμητική προσφώνηση αξιωματούχων του κράτους και της Εκκλησίας. Βλ. Εξοχότατος, Εξοχοτάτη. [< ιταλ. illustrissimo] | |
| 15059 | έκλαμψη | [ἔκλαμψη] έ-κλαμ-ψη ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) ΣΥΝ. αναλαμπή 1. (μτφ.) ξαφνική και σύντομη εκδήλωση πνευματικής διαύγειας ή σωματικής ευεξίας: || (προφ.) Έχει ~άμψεις! 2. (επιστ.) αιφνίδια εκπομπή ισχυρής δέσμης φωτός ή ακτίνων. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλιακές εκλάμψεις/εκρήξεις βλ. ηλιακός [< μτγν. ἔκλαμψις] | |
| 15060 | εκλαμψία | [ἐκλαμψία] ε-κλαμ-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σύνδρομο που εκδηλώνεται με σπασμούς και κώμα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή της λοχείας. Βλ. προ~, τοξιναιμία. [< γαλλ. éclampsie, αγγλ. eclampsia] | |
| 15061 | εκλάπη | βλ. κλέβω | |
| 15062 | εκλατινίζω | [ἐκλατινίζω] ε-κλα-τι-νί-ζω ρ. (μτβ.) {εκλατινί-σει, -στηκε κ. -σθηκε, -στεί κ. -σθεί, -σμένος, συνήθ. παθ.} (λόγ.): δίνω σε κάποιον ή κάτι λατινικό χαρακτήρα, προσαρμόζω στον λατινικό πολιτισμό ή τρόπο ζωής: Η πόλη ~στηκε.|| ~σμένοι: πληθυσμοί. Βλ. εξελληνίζω. [< γαλλ. latiniser] | |
| 15063 | εκλατινισμός | [ἐκλατινισμός] ε-κλα-τι-νι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκλατινίζω: ~ λαού/περιοχής. [< γαλλ. latinisation] | |
| 15064 | έκλαψα | βλ. κλαίω | |
| 15065 | εκλεγμένος | , η, ο [ἐκλεγμένος] ε-κλεγ-μέ-νος επίθ.: που αναδεικνύεται σε αξίωμα μέσω εκλογής: ~ος: αντιπρόσωπος/πρόεδρος (ΑΝΤ. διορισμένος). ~η: βουλή/διοίκηση/επιτροπή. ~ο: δημοτικό συμβούλιο. ~οι: εκπρόσωποι/πολιτικοί. ~ες: (τοπικές) Αρχές. ~α: (ακαδημαϊκά/θεσμικά) όργανα. ΣΥΝ. αιρετός | |
| 15066 | εκλέγω | [ἐκλέγω] ε-κλέ-γω ρ. (μτβ.) {εξέλε-ξα, εκλέ-ξει, εκλέ-χθηκα κ. -χτηκα (λόγ. εξελέγ-η, -ησαν, μτχ. εκλεγ-είς, -είσα, -έν), εκλε-γεί κ. εκλε-χθεί κ. εκλε-χτεί, εκλεγμένος, εκλέγ-οντας, -όμενος} 1. επιλέγω κάποιον με την ψήφο μου, ώστε να με αντιπροσωπεύσει σε κοινοβούλιο, σύλλογο ή συμβούλιο· ειδικότ. απονέμω τιμητικό τίτλο σε κάποιον: ~ (με μυστική/φανερή ψηφοφορία) ηγεσία/τα µέλη του διοικητικού συµβουλίου/προεδρείο. ~εται γενικός γραμματέας/δήμαρχος/(δημοτικός) σύμβουλος. ~εται από τον λαό/ομόφωνα/παμψηφεί. Οι πολίτες τον ~ουν (= αναδεικνύουν) για τρίτη συνεχόμενη θητεία βουλευτή. ~χθηκε πρώτος σε ψήφους/με τον συνδυασμό της παράταξης ... Πβ. βγάζω, ψηφίζω. Βλ. επαν~. || ~είς: καθηγητής. ~είσα: κυβέρνηση. Βλ. νεοεκλεγείς.|| Μοντέλο που ~η μις Κόσμος. 2. (σπάν.-λόγ.) διαλέγω: Καθένας έχει το δικαίωμα να ~ει τον τόπο της διαμονής του. ΣΥΝ. επιλέγω ● ΦΡ.: εκλέγειν και εκλέγεσθαι (το) (λόγ.): το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα κάθε ενήλικου πολίτη να ψηφίζει και να θέτει υποψηφιότητα σε εκλογές. [< αρχ. ἐκλέγω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ