Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [15920-15940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
15067εκλείπει[ἐκλείπει] ε-κλεί-πει ρ. (αμτβ.) {εξέλιπε, εκλεί-ψει, μτχ. εκλιπ-ών, -ούσα, -όν} (λόγ.): εξαφανίζεται, χάνεται, παύει να υπάρχει: ~ η ανάγκη/ο κίνδυνος (ΑΝΤ. ανακύπτει). Επαγγέλματα που ~ουν. Έχει ~ψει κάθε ελπίδα για ... Αν παραιτηθεί ή ~ψει (= πεθάνει) ο πρόεδρος, … Έχουν ~ψει (= αφανιστεί) δεκάδες είδη χλωρίδας και πανίδας. ● βλ. εκλιπών [< αρχ. ἐκλείπω]
15068εκλειπτική[ἐκλειπτική] ε-κλει-πτι-κή ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΝ. ο μέγιστος κύκλος της ετήσιας φαινομενικής τροχιάς του Ήλιου στην ουράνια σφαίρα: ζώνη/πόλος της ~ής. Βλ. ηλιοστάσιο, ισημερία, ουράνιος ισημερινός. [< μτγν. ἐκλειπτικός, γαλλ. écliptique, αγγλ. ecliptic]
15069εκλειπτικός, ή, ό [ἐκλειπτικός] ε-κλει-πτι-κός επίθ. ΑΣΤΡΟΝ. 1. που σχετίζεται με την έκλειψη: ~ό: έτος. ~οί: (μεταβλητοί) αστέρες. 2. που αναφέρεται στην εκλειπτική: ~ή: τροχιά του Ήλιου. ~ές: συντεταγµένες. [< μτγν. ἐκλειπτικός, γαλλ. écliptique, αγγλ. ecliptic]
15070έκλειψη[ἔκλειψη] έ-κλει-ψη ουσ. (θηλ.) 1. ΑΣΤΡΟΝ. φαινόμενο μερικής ή ολικής συσκότισης ουράνιου σώματος: δακτυλιοειδείς ~είψεις. Η ~ ήταν ορατή πλήρως από όλη τη χώρα. 2. (σπάν.-λόγ.) ολοκληρωτική εξαφάνιση: ~ του κινδύνου. ● ΣΥΜΠΛ.: έκλειψη Ηλίου & ηλιακή έκλειψη: ΑΣΤΡΟΝ. η συσκότιση του ηλιακού δίσκου, όταν η Σελήνη βρεθεί ανάμεσα σε αυτόν και τη Γη: μερική/ολική ~ ~., έκλειψη Σελήνης & σεληνιακή έκλειψη: ΑΣΤΡΟΝ. η συσκότιση της Σελήνης, όταν η Γη παρεμβληθεί ανάμεσα σε αυτή και τον Ήλιο. [< αρχ. ἔκλειψις, γαλλ. éclipse, αγγλ. eclipse]
15072εκλεκτικισμ΄ς

, ή, ό [ἐκλεκτικιστικός] ε-κλε-κτι-κι-στι-κός επίθ. & εκλεκτιστικός: που σχετίζεται με τον εκλεκτικισμό: ~ή: αρχιτεκτονική. ~ά: στοιχεία. Νεοκλασικός και ~ ρυθμός. Βλ. -ιστικός1.

15071εκλεκτικισμός[ἐκλεκτικισμός] ε-κλε-κτι-κι-σμός ουσ. (αρσ.) & εκλεκτισμός 1. ΦΙΛΟΣ. φιλοσοφική σχολή και μέθοδος σύμφωνα με την οποία επιλέγονται οι καλύτερες απόψεις ή θέσεις από διαφορετικές θεωρίες, ώστε να συγκροτηθεί ένα νέο σύστημα σκέψης· κατ' επέκτ. κάθε παρόμοια μέθοδος ή τάση: θεωρητικός/φιλοσοφικός ~. Βλ. συγκρητισμός. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτεχνικό κίνημα του 19ου αιώνα που βασιζόταν στον συνδυασμό διαφορετικών ρυθμών και ρευμάτων του παρελθόντος. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. éclectisme, αγγλ. eclecticism]
15073εκλεκτικός, ή, ό [ἐκλεκτικός] ε-κλε-κτι-κός επίθ. 1. (για πρόσ.) που είναι απαιτητικός στις προτιμήσεις του και επιλέγει με πολύ αυστηρά κριτήρια: ~ός: θεατής. ~οί: αναγνώστες. Είναι ~ή στη μουσική/στις παρέες/στις σχέσεις/στο φαγητό της. Πβ. επιλεκτικός. Βλ. υπερ~.|| (ΨΥΧΟΛ.) ~ή: προσέγγιση. 2. (επιστ.) για φάρμακο ή προϊόν που έχει ειδική δράση: (ΓΕΩΠ.) ~ό: ζιζανιοκτόνο.|| (ΧΗΜ.) ~ά ηλεκτρόδια ιόντων (: για ηλεκτροχημικές μετρήσεις). ● Ουσ.: εκλεκτικός (ο): ΦΙΛΟΣ. πρόσωπο που υιοθετεί τις απόψεις του εκλεκτικισμού. ● επίρρ.: εκλεκτικά ● ΣΥΜΠΛ.: εκλεκτική συγγένεια: βαθιά σχέση ανάμεσα σε ανθρώπους που βασίζεται σε κοινή ιδιοσυγκρασία, κοινές προτιμήσεις, κοινό πολιτισμό: ~ ~ καλλιτεχνών. [< 1: μτγν. ἐκλεκτικός, γαλλ. électif]
15074εκλεκτικότητα[ἐκλεκτικότητα] ε-κλε-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του εκλεκτικού: Τον διακρίνει ~.|| (ΧΗΜ.) ~ μιας ένωσης. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. électivité]
15075εκλεκτισμόςβλ. εκλεκτικισμός
15076εκλέκτορας[ἐκλέκτορας] ε-κλέ-κτο-ρας ουσ. (αρσ. + θηλ.) πρόσωπο που 1. έχει το δικαίωμα ψήφου σε εκλογή: ανάδειξη/ειδικό σώμα ~όρων. Βλ. εκλογέας, ψηφοφόρος.|| (ως επίθ.) ~ες: καθηγητές/φοιτητές. 2. αναλαμβάνει την ευθύνη επιλογής ατόμων που θα στελεχώσουν μια ομάδα, συνήθ. αθλητική: ομοσπονδιακός ~. Βλ. -τορας. [< γαλλ. électeur]
15077εκλεκτορικός, ή, ό [ἐκλεκτορικός] ε-κλε-κτο-ρι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον εκλέκτορα: ~ές: ψήφοι.|| (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. σώμα). [< γαλλ. électoral]
15078εκλεκτός, ή, ό [ἐκλεκτός] ε-κλε-κτός επίθ. & εκλεχτός: που ξεχωρίζει, που διακρίνεται για την ποιότητα ή/και τις ικανότητές του: ~ός: καλεσμένος/καλλιτέχνης/κόσμος. ~ή: κουζίνα/παρέα/προσωπικότητα/συλλογή. ~οί: ομιλητές/πελάτες/προσκεκλημένοι. ~ά: γούστα/πιάτα/στελέχη. ~ φίλος και συνεργάτης. Κρασί ~ής ποιότητας. Πβ. διαλεχτός, εξαιρετικός, εξαίσιος, ξεχωριστός.|| (ΘΕΟΛ.) Ο ~ (= περιούσιος) λαός του Θεού (: οι Εβραίοι στην ΠΔ).|| (ως ουσ.) Ο ~ του Προέδρου. ● ΣΥΜΠΛ.: σκεύος εκλογής βλ. σκεύος ● ΦΡ.: ο εκλεκτός/η εκλεκτή της καρδιάς της/του: πρόσωπο για το οποίο κάποιος τρέφει ερωτικά συναισθήματα: Παντρεύτηκε τον ~ό της καρδιάς της. Πβ. αγαπημένος, ταίρι., πολλοί μεν οι κλητοί, ολίγοι δε οι εκλεκτοί βλ. κλητός [< αρχ. ἐκλεκτός ‘επιλεγμένος’]
15079εκλέξιμος, η, ο [ἐκλέξιμος] ε-κλέ-ξι-μος επίθ.: εκλόγιμος.
15080εκλεξιμότητα[ἐκλεξιμότητα] ε-κλε-ξι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εκλογιμότητα.
15081εκλέπτυνση[ἐκλέπτυνση] ε-κλέ-πτυν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) εξευγενισμός, καλλιέργεια: ~ των ιδεών/του πνεύματος. Βλ. βελτίωση. 2. (σπάν.) λέπτυνση. [< μτγν. ἐκλέπτυνσις, 1: γαλλ. raffinement]
15082εκλεπτύνω[ἐκλεπτύνω] ε-κλε-πτύ-νω ρ. (μτβ.) {εκλέπτυ-νε, εκλεπτύ-νθηκε, -νθεί, -σμένος} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) καλλιεργώ κάτι, ώστε να γίνει καλύτερο: Η τεχνική του με τα χρόνια ~εται. Πβ. εξευγενίζω. 2. (σπάν.) κάνω κάτι λεπτό ή λειαίνω την επιφάνειά του: Ελάσματα που ~νθηκαν με ηλεκτρόλυση. Πβ. λεπταίνω. [< μτγν. ἐκλεπτύνω, γαλλ. raffiner]
15083εκλεπτυσμένος, η, ο [ἐκλεπτυσμένος] ε-κλε-πτυ-σμέ-νος επίθ. (μτφ.-λόγ.): που έχει εκλεπτυνθεί: ~ος: σχεδιασμός. ~η: αισθητική/ατμόσφαιρα/γεύση/εμφάνιση. ~ο: γούστο/χιούμορ (= λεπτό)/στιλ. ~οι: τρόποι (= αβροί, ευγενικοί). Μεγάλωσε σε ~ο οικογενειακό περιβάλλον. Πβ. καλλιεργημένος, ραφινάτος. ● επίρρ.: εκλεπτυσμένα
15084εκλέρ[ἐκλέρ] ε-κλέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. μακρόστενο γλυκό από μαλακή ζύμη με γέμιση σοκολάτας ή σπανιότ. κρέμας και επικάλυψη σοκολάτας. ● Υποκ.: εκλεράκι {συνηθέστ. στον πληθ.}: ταρτάκια, σουδάκια και ~ια. [< γαλλ. éclair, 1856 – παλαιότ. ορθογρ. εκλαίρ]
15085εκλεχτός, ή, ό βλ. εκλεκτός
15086εκλιπαρώ[ἐκλιπαρῶ] ε-κλι-πα-ρώ ρ. (μτβ.) {εκλιπαρείς ... | εκλιπάρ-ησα, -ήσει, -ώντας}: παρακαλώ κάποιον με έντονο και επίμονο τρόπο, ικετεύω: ~εί να τον συγχωρέσω. ~ούν για βοήθεια. ~εί για τη ζωή του. ~ούν γονυπετείς (πβ. προσπέφτω). Πβ. θερμοπαρακαλώ. [< μτγν. ἐκλιπαρῶ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.