| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 15087 | εκλιπών | , ούσα, όν [ἐκλιπών] ε-κλι-πών επίθ./ουσ. {εκλιπ-όντος, -όντα | -όντες, -όντων} (λόγ.): (για πρόσ.) που έχει πεθάνει: ~/~ούσα: σύζυγος.|| (ως ουσ.) Η μνήμη/η οικογένεια του ~όντος/της ~ούσης. Πβ. αποθανών, κεκοιμημένος, μακαρίτης, μεταστάς. ΣΥΝ. τεθνεώς ● βλ. εκλείπει [< αρχ. ἐκλιπών] | |
| 15088 | εκλογέας | [ἐκλογέας] ε-κλο-γέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {εκλογ-είς, -έων, συνήθ. στον πληθ.}: ο πολίτης που έχει το δικαίωμα να εκλέγει, να ψηφίζει: κοινοτικός ~ (: της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Εγγεγραμμένοι ~είς. ΣΥΝ. ψηφοφόρος (1) [< πβ. μτγν. ἐκλογεύς ‘εισπράκτορας’, γερμ. Wähler, γαλλ. électeur] | |
| 15089 | εκλογές | [ἐκλογές] ε-κλο-γές ουσ. (θηλ.) (οι): ΠΟΛΙΤ. διαδικασία επιλογής υποψηφίων με ψηφοφορία, η οποία στοχεύει στη συγκρότηση σώματος πολιτικών κυρ. εκπροσώπων: (κοινο)βουλευτικές ή γενικές/δημοτικές/εθνικές/επαναληπτικές/ευρωπαϊκές (= ευρω~)/μαθητικές/περιφερειακές/προεδρικές/τοπικές/φοιτητικές ~. Αδιάβλητες/δημοκρατικές/προσεχείς/πρόωρες ~. Αποτελέσματα/διενέργεια/διεξαγωγή/ο νικητής των/προκήρυξη ~ών. Ψήφισα στις ~.|| (για κόμμα ή υποψήφιο:) Έχασε/κέρδισε/πήρε τις ~. Κατεβαίνει στις ~ (= βάζει υποψηφιότητα). Αποχή από τις ~. Ο πρώτος/δεύτερος γύρος των ~ών.|| (κατ' επέκτ.) ~ για την ανάδειξη νέου Διοικητικού Συμβουλίου. Πβ. αρχαιρεσίες. [< γαλλ. élections] | |
| 15090 | εκλογή | [ἐκλογή] ε-κλο-γή ουσ. (θηλ.) 1. επιλογή υποψηφίου (για αξίωμα ή θέση) με ψηφοφορία: αναπληρωματική/άνετη/βέβαιη/ομόφωνη/παμψηφεί/πανηγυρική ~. ~ γραμματέα/εφορευτικής επιτροπής/μέλους ΔΕΠ/πρύτανη. Δικαίωμα ~ής. Σύστημα ~ής (βλ. αναλογική). Πβ. ανάδειξη. Βλ. επαν~. 2. ΦΙΛΟΛ. (σπάν.) συλλογή αντιπροσωπευτικών ή/και εκλεκτών έργων της λογοτεχνίας. Πβ. ανθολογία, επιτομή. ● ΣΥΜΠΛ.: άμεση εκλογή & ψηφοφορία: διαδικασία κατά την οποία η εκλογή γίνεται απευθείας από τους ψηφοφόρους., έμμεση εκλογή & ψηφοφορία: που γίνεται μέσω εκλεκτόρων (και όχι απευθείας από τους ψηφοφόρους)., σκεύος εκλογής βλ. σκεύος ● ΦΡ.: κατ' εκλογή(ν) (λόγ.): με επιλογή: ~ ~ προαγωγή (ΑΝΤ. κατ' αρχαιότητα). [< αρχ. ἐκλογή ‘διαλογή, επιλογή, συλλογή επιλεγμένων χωρίων’, γαλλ. élection] | |
| 15092 | εκλογικεύω | [ἐκλογικεύω] ε-κλο-γι-κεύ-ω ρ. (μτβ.) {εκλογίκευ-σε, εκλογικεύ-σει, -εται, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -μένος, -οντας} 1. οργανώνω κάτι λογικά, επιστημονικά: ~ουν τη λειτουργία της επιχείρησής τους. Ο άνθρωπος οφείλει να ~σει τις ανάγκες του. Πβ. εξορθολογίζω. 2. ΨΥΧΟΛ. δικαιολογώ, με βάση τη λογική, συμπεριφορά, στάση, ενέργεια που δεν είναι γενικά αποδεκτή: ~ει το έγκλημα/το πάθος του. 3. ερμηνεύω κάτι με λογικά επιχειρήματα και συλλογισμούς: Η πίστη δεν ~εται. [< γαλλ. rationaliser] | |
| 15093 | εκλογικός | , ή, ό [ἐκλογικός] ε-κλο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τις εκλογές ή τους εκλογείς: ~ός: αγώνας/γύρος/θρίαμβος/μηχανισμός/συνδυασμός/χάρτης. ~ή: αναμέτρηση/βάση/δύναμη (: ο αριθμός, το ποσοστό των ψήφων)/εκστρατεία/επιτροπή/ήττα/καμπάνια/κατάρρευση/κοινωνιολογία/μάχη/νίκη/περίοδος/συμπεριφορά. ~ό: αποτέλεσμα/διαμέρισμα/μέτρο (: ο αριθμός ή το ποσοστό των έγκυρων ψήφων που απαιτείται για την εκλογή κάποιου). ~ές: περιφέρειες. Ασκεί το ~ό του δικαίωμα (: το δικαίωμα του εκλέγειν). Βλ. μετ~, προ~. ● ΣΥΜΠΛ.: εκλογικό κέντρο: χώρος που οργανώνεται προεκλογικά, για να δοθούν πληροφορίες στους εκλογείς για κόμμα ή υποψήφιο εκλογών., εκλογικό σύστημα: σύμφωνα με το οποίο κατανέμονται οι έδρες στα κόμματα, στους συνασπισμούς κομμάτων και στους μεμονωμένους υποψήφιους με βάση τον αριθμό των έγκυρων ψήφων που έλαβαν: αναλογικό (= αναλογική)/ενιαίο/μικτό/πλειοψηφικό ~ ~., εκλογικό σώμα: το σύνολο των πολιτών που έχουν δικαίωμα ψήφου., εκλογικός νόμος: νομοθεσία που περιγράφει και ρυθμίζει το εκλογικό σύστημα., ειδικός εκλογικός αριθμός βλ. αριθμός, εκλογικό τμήμα βλ. τμήμα, εκλογικός αντιπρόσωπος βλ. αντιπρόσωπος, εκλογικός κατάλογος βλ. κατάλογος, μείζονες εκλογικές περιφέρειες βλ. μείζων [< γαλλ. électoral] | |
| 15094 | εκλόγιμος | , η, ο [ἐκλόγιμος] ε-κλό-γι-μος επίθ./ουσ. (λόγ.): που μπορεί να εκλεγεί, επειδή πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις ή θεωρείται ικανός. Κυρ. στο ΣΥΝ. εκλέξιμος ● ΣΥΜΠΛ.: εκλόγιμη θέση & (σπάν.) σειρά: θέση στο ψηφοδέλτιο επικρατείας ή σε ευρωψηφοδέλτιο που καθιστά βέβαιη την εκλογή του υποψηφίου που την κατέχει. [< γαλλ. éligible, γερμ. wählbar] | |
| 15095 | εκλογιμότητα | [ἐκλογιμότητα] ε-κλο-γι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): δυνατότητα εκλογής: ~ στελεχών. Προσόντα/προϋποθέσεις ~ας. Αύξηση στην ~ των γυναικών. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. εκλεξιμότητα ● ΣΥΜΠΛ.: κώλυμα εκλογιμότητας: ΝΟΜ. απαγόρευση σε κάποιον να λάβει μέρος ως υποψήφιος σε εκλογές, αν δεν παραιτηθεί πρώτα από τη (δημόσια) θέση που κατέχει. [< γαλλ. éligibilité, γερμ. Wählbarkeit] | |
| 15096 | εκλογοαπολογιστικός | , ή, ό [ἐκλογοαπολογιστικός] ε-κλο-γο-α-πο-λο-γι-στι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: εκλογοαπολογιστική συνέλευση & εκλογοαπολογιστικό συνέδριο: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. κατά την οποία γίνεται απολογισμός της απερχόμενης Διοίκησης οργανισμού, ομοσπονδίας ή σωματείου και εκλέγεται καινούργια: ετήσια/τακτική ~ ~. | |
| 15097 | εκλογοδικείο | [ἐκλογοδικεῖο] ε-κλο-γο-δι-κεί-ο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. δικαστήριο που εκδικάζει υποθέσεις σχετικές με το κύρος και τη νομιμότητα εκλογικών διαδικασιών ή αποτελεσμάτων και συνεκδ. το κτίριο στο οποίο στεγάζονται οι υπηρεσίες του: ανώτατο ~. Προσέφυγε στο ~ ζητώντας νέα καταμέτρηση των ψήφων. Βλ. -δικείο. | |
| 15098 | εκλογολογία | [ἐκλογολογία] ε-κλο-γο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): διαρκής και κουραστική συζήτηση σχετικά με τη διεξαγωγή, συνήθ. πρόωρων, εκλογών: ακατάσχετη/παρατεταμένη ~. Φουντώνει η ~. Βλ. -λογία. | |
| 15099 | εκλογολόγος | [ἐκλογολόγος] ε-κλο-γο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ειδικός αναλυτής που κάνει προβλέψεις, εξετάζει ή/και σχολιάζει το εκλογικό αποτέλεσμα. Βλ. -λόγος. | |
| 15100 | εκλογομάγειρας | [ἐκλογομάγειρας] ε-κλο-γο-μά-γει-ρας ουσ. (αρσ.) (προφ.): πρόσωπο που με ρυθμίσεις στον εκλογικό νόμο ή παρασκηνιακές ενέργειες προσπαθεί να αλλοιώσει το εκλογικό αποτέλεσμα προς όφελος της παράταξής του. | |
| 15101 | εκλογομαγειρείο | [ἐκλογομαγειρεῖο] ε-κλο-γο-μα-γει-ρεί-ο ουσ. (ουδ.) (προφ.): υπηρεσία ή ομάδα ατόμων που προσπαθεί συνήθ. με παράνομες μεθοδεύσεις να επηρεάσει το εκλογικό αποτέλεσμα: ~ των κομμάτων. | |
| 15102 | εκλογομαγειρέματα | [ἐκλογομαγείρεμα] ε-κλο-γο-μα-γει-ρέ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): δόλιες μεθοδεύσεις που αποσκοπούν στην αλλοίωση του εκλογικού αποτελέσματος. Βλ. ψηφοθηρία. | |
| 15103 | έκλουση | [ἔκλουση] έ-κλου-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. απομάκρυνη, αφαίρεση απορροφημένης ουσίας με τη βοήθεια διαλύτη: βαθμιδωτή ~. [< γαλλ. élution] | |
| 15104 | έκλυση | [ἔκλυση] έ-κλυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. απελευθέρωση ενέργειας ή ουσίας σε αέρια μορφή και διάχυσή της στο περιβάλλον: ~ διοξειδίου του άνθρακα/θερμότητας/ραδιενέργειας/ρύπων/τοξικών ουσιών. Βλ. αποδέσμευση, διαφυγή, εκπομπή. 2. ΙΑΤΡ. (συνήθ. για ασθένειες) ενεργοποίηση, πρόκληση: ~ αντανακλαστικού/άσθματος. 3. (καταχρ.) έκκριση: ~ αδρεναλίνης/ινσουλίνης/ντοπαμίνης. ● ΦΡ.: έκλυση (των) ηθών (απαιτ. λεξιλόγ.): χαλάρωση και εξάλειψη των ηθικών φραγμών: ~ ~ και επιδίωξη της ηδονής. Πβ. ανηθικότητα, διαφθορά, εξαχρείωση, κατάπτωση. [< γαλλ. relâchement des mœurs] [< αρχ. ἔκλυσις ‘απελευθέρωση (από κάτι)’, γαλλ. relâchement] | |
| 15105 | εκλυτικός | , ή, ό [ἐκλυτικός] ε-κλυ-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την έκλυση: ~ός: παράγοντας (αλλεργιών/άσθματος). ~ή: ορµόνη. Γενεσιουργά και ~ά αίτια των ψυχικών παθήσεων. [< αρχ. ἐκλυτικός ‘που αποδυναμώνει’] | |
| 15106 | έκλυτος | , η, ο [ἔκλυτος] έ-κλυ-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): (για τρόπο ζωής) ανήθικος: ~ος: βίος. Πβ. ακόλαστος, άσωτος.|| ~α: ήθη. Πβ. ελευθέριος. [< μτγν. ἔκλυτος ] | |
| 15107 | εκλύω | [ἐκλύω] ε-κλύ-ω ρ. (μτβ.) {εκλύ-σει, -θηκε, (λόγ. μτχ. εκλυ-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, -οντας} 1. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. απελευθερώνω ενέργεια ή επιβλαβή συνήθ. αέρια στο περιβάλλον: Το πετρέλαιο, όταν καίγεται, ~ει μεγάλα ποσά θερμότητας. ~εται ακτινοβολία/διοξείδιο του άνθρακα. Πβ. αποδεσμεύω. 2. ΙΑΤΡ. ενεργοποιώ, προκαλώ: Παράγοντες που ~ουν ασθματικές κρίσεις. Πόνος που ~θηκε κατά τη διάρκεια σωματικής άσκησης.|| (σπάν.-μτφ.) ~εται άγχος και δυσφορία. [< αρχ. ἐκλύω ‘λύνω, απελευθερώνω’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ