Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [15960-15980]

IDΛήμμαΕρμηνεία
15108εκμαγείο[ἐκμαγεῖο] εκ-μα-γεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): καλούπι και συνεκδ. ό,τι κατασκευάζεται σε αυτό: γύψινο ~. ~ προσώπου. Πβ. μήτρα, φόρμα.|| ~α αρχαίων γλυπτών. Μουσείο ~ων. Βλ. ομοίωμα. [< αρχ. ἐκμαγεῖον ‘αποτύπωμα’]
15109εκμάθηση[ἐκμάθηση] εκ-μά-θη-ση ουσ. (θηλ.): πλήρης, σφαιρική, ολοκληρωμένη μάθηση: ηλεκτρονική/ταχύρυθμη ~. ~ ανάγνωσης/γραφής/μουσικού οργάνου/(παραδοσιακών) χορών/τεχνικών (αυτοάμυνας). ~ (ξένης) γλώσσας (βλ. κατάκτηση). Βιβλία/κέντρο/πρόγραμμα/στρατηγικές/σύστημα ~ης. Εξ αποστάσεως ~ (βλ. ανοιχτή εκπαίδευση). ~ χρήσης ηλεκτρονικού υπολογιστή. [< μτγν. ἐκμάθησις 'πλήρης γνώση', γαλλ. apprentissage]
15110εκμαίευση[ἐκμαίευση] εκ-μαί-ευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκμαιεύω: ~ απαντήσεων/γνώσης. Ερωτήσεις/τεχνικές ~ης. [< γαλλ. élicitation]
15111εκμαιεύω[ἐκμαιεύω] εκ-μαι-εύ-ω ρ. (μτβ.) {εκμαίευ-σα, εκμαιεύ-τηκε κ. -θηκε, -μένος, -οντας} (λόγ.): προσπαθώ με έμμεσο τρόπο να αποσπάσω γνώμη, είδηση, πληροφορίες: ~ει την αλήθεια. Διευκολυντικές ερωτήσεις, που ~ουν τις απαντήσεις των μαθητών. Προσπαθούσε να ~σει από τον βουλευτή κάποια δήλωση. [< μτγν. ἐκμαιεύομαι ‘κάνω να γεννηθεί’]
15112εκμανθάνω[ἐκμανθάνω] εκ-μαν-θά-νω ρ. (μτβ.) {μόνο στα εκμά-θει, -θουν} (σπάν.-λόγ.): μαθαίνω κάτι πλήρως, τέλεια. [< αρχ. ἐκμανθάνω]
15113εκμαυλίζω[ἐκμαυλίζω] εκ-μαυ-λί-ζω ρ. (μτβ.) {εκμαύλι-σε, εκμαυλί-στηκε κ. -σθηκε, -στεί κ. -σθεί, -σμένος, εκμαυλίζ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): ωθώ στον ηθικό ξεπεσμό και τη διαφθορά: ~ει συνειδήσεις. Πβ. διαφθείρω, εκφαυλίζω, εξαχρειώνω.
15114εκμαυλισμός[ἐκμαυλισμός] εκ-μαυ-λι-σμός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκμαυλίζω: ~ των ηθών/της κοινωνίας. Πβ. εξαχρείωση. Βλ. -ισμός.
15115εκμαυλιστής[ἐκμαυλιστής] εκ-μαυ-λι-στής ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): πρόσωπο που εκμαυλίζει: ~ές ανηλίκων. Πβ. διαφθορέας.
15116εκμαυλιστικός, ή, ό [ἐκμαυλιστικός] εκ-μαυ-λι-στι-κός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που εξαχρειώνει, διαφθείρει: ~ή: επίδραση.
15117εκμέκ[ἐκμέκ] εκ-μέκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. ανατολίτικο γλύκισμα, σιροπιασμένο κανταΐφι, συνήθ. με κρέμα στο πάνω μέρος του: πολίτικο ~. ~ με παγωτό καϊμάκι/σαντιγί. [< τουρκ. ekmek (kadayιfι)]
15119εκμεταλλεύομαι[ἐκμεταλλεύομαι] εκ-με-ταλ-λεύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {εκμεταλλεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -τεί (λόγ.) -θεί, -όμενος} 1. χρησιμοποιώ κάτι ή κάποιον ιδιοτελώς: ~εται την άγνοια/αδυναμία/εμπιστοσύνη των άλλων. ~εται τον ανθρώπινο πόνο (πβ. εμπορεύ-, καπηλεύ-, καρπών-ομαι). ~τηκε την κατάσταση. ΣΥΝ. καταχρώμαι.|| ~ονται τους φτωχούς. 2. αξιοποιώ προς όφελός μου: Ο άνθρωπος ~εται τους φυσικούς πόρους. ~σου την ευκαιρία/τα προσόντα σου! ~όμενοι την ανάκαμψη της αγοράς, προχώρησαν σε επενδύσεις. Πβ. επωφελούμαι. Βλ. υπερ~. [< πβ. μτγν. ἐκμεταλλεύω 'εξορύσσω μετάλλευμα', γαλλ. exploiter]
15120εκμετάλλευση[ἐκμετάλλευση] εκ-με-τάλ-λευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. αξιοποίηση με στόχο κυρ. οικονομικά οφέλη: ~ των πλουτοπαραγωγικών πηγών. ~ αγωγού (φυσικού αερίου)/κοιτασμάτων/μεταλλείων. Βιομηχανική ~ της αιολικής ενέργειας. Βλ. συν~, υπερ~.|| Εντατική/συστηματική ~ της γης (βλ. γεωργία, καλλιέργεια). Δασική ~ (βλ. υλοτομία).|| Τουριστική ~ μιας περιοχής.|| ~ της (νέας) τεχνολογίας. Εμπορική/επιχειρηματική ~ ερευνητικών αποτελεσμάτων.|| Άδεια/δικαίωμα/σχέδιο ~ης ενός χώρου. Έξοδα/έσοδα ~ης ενός έργου. Εισοδήματα από ~ ακινήτων. Κτίριο προς ~.|| ~ (από κάποιον) των δυνατοτήτων (που του παρέχονται)/της ευκαιρίας. 2. χρησιμοποίηση με ιδιοτελή σκοπό: στυγνή ~ ανέργων/εργατών (βλ. υπερκέρδος). ~ και καταπίεση.|| Οικονομική και σεξουαλική ~ γυναικών (βλ. σωματεμπορία)/παιδιών. Θύματα ~ης.|| ~ των ζώων.|| Παράνομη ~ περιουσίας. Βλ. ιδιοποίηση.|| ~ της οικονομικής κρίσης. Πολιτική ~ ενός θέματος.|| ~ της αφέλειας/καλοσύνης κάποιου. ΣΥΝ. κατάχρηση.|| Αλόγιστη ~ του περιβάλλοντος. Βλ. μόλυνση.|| (προφ.) Αυτό είναι σκέτη ~! εκμεταλλεύσεις (οι): αγροτικές ή κτηνοτροφικές μονάδες: βιολογικές/γεωργικές/ελαιοκομικές/πτηνοτροφικές ~. Μικρές οικογενειακές ~. Πβ. επιχείρηση, συνεταιρισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: αγροτική εκμετάλλευση βλ. αγροτικός [< γαλλ. exploitation]
15121εκμεταλλεύσιμος, η, ο [ἐκμεταλλεύσιμος] εκ-με-ταλ-λεύ-σι-μος επίθ. (επιστ.): κατάλληλος, πρόσφορος για εκμετάλλευση: ~ος: χώρος (αποσκευών). ~ο: (αιολικό) δυναμικό/προϊόν. ~ες: εκτάσεις. ~α: αποθέματα (λιγνίτη)/κοιτάσματα. Βλ. -ιμος. ΣΥΝ. αξιοποιήσιμος [< γαλλ. exploitable]
15122εκμεταλλευσιμότητα [ἐκμεταλλευσιμότητα] εκ-με-ταλ-λευ-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): δυνατότητα εκμετάλλευσης: ~ κοιτασμάτων. Δείκτης/παράγοντες/συντελεστής ~ας.
15123εκμεταλλευτής[ἐκμεταλλευτής] εκ-με-ταλ-λευ-τής ουσ. (αρσ.) , εκμεταλλεύτρια (η) 1. (αρνητ. συνυποδ.) πρόσωπο που εκμεταλλεύεται τους άλλους: αδίστακτοι/στυγνοί ~ές (βλ. λυμεώνας). ~ές των αδυνάτων/του ανθρώπινου πόνου. Κερδοσκόποι και ~ές. Έπεσε θύμα ~ών. Πβ. καταχραστής, κοράκι. 2. αυτός που αξιοποιεί οικονομικά κάτι: ~ πρατηρίου υγρών καυσίμων/ταξί/χώρου στάθμευσης.|| (ως επίθ.) ~τρια: εταιρεία. [< γαλλ. exploiteur]
15124εκμεταλλευτικός, ή, ό [ἐκμεταλλευτικός] εκ-με-ταλ-λευ-τι-κός επίθ. (αρνητ. συνυποδ.): που αναφέρεται στην εκμετάλλευση: ~ή: κοινωνία. ~ό: καθεστώς. ~ές: συνθήκες (εργασίας)/σχέσεις (παραγωγής). [< γαλλ. exploitant]
15125εκμετρώ[ἐκμετρῶ] εκ-με-τρώ ρ. (μτβ.) {εκμετρ-ά ... | εξεμέτρ-ησε} (λόγ.): στη ● ΦΡ.: εξεμέτρησε το ζην & (σπάν.) τον βίον (λόγ.): πέθανε: ~ ~ πλήρης ημερών.|| (μτφ.) Πολιτικό και θεσμικό οικοδόμημα το οποίο ~ ~ (: είναι πλέον παρωχημένο). [< αρχ. ἐκμετρῶ ‘μετρώ’]
15126εκμηδενίζω[ἐκμηδενίζω] εκ-μη-δε-νί-ζω ρ. (μτβ.) {εκμηδένι-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, εκμηδενίζ-οντας, εκμηδενι-σμένος} 1. μειώνω στο ελάχιστο ή εξαλείφω πλήρως: ~εται ο κίνδυνος/η πιθανότητα λάθους. Η διαφορά/το κόστος σχεδόν ~στηκε. Οι ελπίδες έχουν ~στεί (= εξανεμιστεί). Πβ. ελαχιστοποιώ. ΣΥΝ. μηδενίζω (3) 2. (μτφ.) αποδυναμώνω εντελώς: ~σαν τους αντιπάλους τους (= εξουδετέρωσαν, κατατρόπωσαν)/την προσωπικότητά του (= συνέτριψαν). ~εται η ανθρώπινη ύπαρξη (= ισοπεδώνεται). [< γαλλ. annihiler]
15127εκμηδένιση[ἐκμηδένιση] εκ-μη-δέ-νι-ση ουσ. (θηλ.) & εκμηδενισμός (ο) 1. ελαχιστοποίηση ή ολοκληρωτική εξάλειψη: ~ των αποστάσεων. Πβ. μείωση. 2. (μτφ.) πλήρης αποδυνάμωση: ~ της αξίας της ανθρώπινης ζωής (= ισοπέδωση)/του εχθρού (= εξουδετέρωση, συντριβή). Προσπάθεια ~ης (: υπονόμευσης) του έργου του. [< γαλλ. annihilation]
15128εκμηδενιστικός, ή, ό [ἐκμηδενιστικός] εκ-μη-δε-νι-στι-κός επίθ.: που εκμηδενίζει: ~ή: αντίληψη/λογική (= ισοπεδωτική).

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.