| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 590 | αγροτουρισμός | [ἀγροτουρισμός] α-γρο-του-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) αγροτοτουρισμός: ΟΙΚΟΛ. εναλλακτική μορφή τουρισμού σε αγροτικές περιοχές, συνήθ. σε αγροκτήματα. Βλ. γεω-, οικο-τουρισμός. ΣΥΝ. αγροτικός τουρισμός [< αγγλ. agritourism, 1978, agrotourism, 1987, rural tourism, γαλλ. agrotourisme, 1977] | |
| 591 | αγροτουριστικός | , ή, ό [ἀγροτουριστικός] α-γρο-του-ρι-στι-κός επίθ. & αγροτοτουριστικός: που σχετίζεται με τον αγροτουρισμό: ~ός: οργανισμός. ~ή: ανάπτυξη. ~ό: κατάλυμα. ~ές: μονάδες. | |
| 592 | αγροφύλακας | [ἀγροφύλακας] α-γρο-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ.): (παλαιότ.) υπάλληλος της αγροφυλακής υπεύθυνος για την ασφάλεια των αγροτικών εκτάσεων και της παραγωγής: ιδιωτικός/κοινοτικός ~. Ο ~ του χωριού. Βλ. -φύλακας. ΣΥΝ. δραγάτης [< μτγν. ἀγροφύλαξ, γαλλ. garde champêtre] | |
| 593 | αγροφυλακή | [ἀγροφυλακή] α-γρο-φυ-λα-κή ουσ. (θηλ.): (παλαιότ.) δημόσια υπηρεσία με αποστολή τη φύλαξη και ασφάλεια της αγροτικής περιουσίας· συνεκδ. το σύνολο των υπαλλήλων της: Βλ. -φυλακή. | |
| 594 | αγροχημεία | [ἀγροχημεία] α-γρο-χη-μεί-α ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. τομέας της εφαρμοσμένης χημείας που μελετά τις χημικές εισροές στη φυτική παραγωγή και κατ' επέκτ. ασχολείται με την παραγωγή λιπασμάτων, φυτοπροστατευτικών ουσιών και φυτοορμονών: περιβαλλοντική ~. ~ και βιολογικές καλλιέργειες. [< γαλλ. agrochimie, 1960] | |
| 596 | αγροχημεία | , ή, ό [ἀγροχημικός] α-γρο-χη-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αγροχημεία ή τα αγροχημικά: Ελαιόλαδο χωρίς ~ά κατάλοιπα. Βιομηχανία ~ών προϊόντων. [< αγγλ. agrichemical, 1958, agrochemical, 1960, γαλλ. agrochimique] | |
| 595 | αγροχημικά | [ἀγροχημικά] α-γρο-χη-μι-κά ουσ. (ουδ.) (τα): φυτοφάρμακα και φυτοορμόνες που χρησιμοποιούνται στη φυτική παραγωγή. Βλ. εντομο-, ζιζανιο-, μυκητο-κτόνο, λίπασμα. [< αγγλ. agrochemicals, 1956, γαλλ. agrochimiques] | |
| 597 | αγρυπνία | [ἀγρυπνία] α-γρυ-πνί-α ουσ. (θηλ.) {αγρυπνιών} (λόγ.) 1. {χωρ. πληθ.} & αγρύπνια: στέρηση του νυχτερινού ύπνου· κατ' επέκτ. εγρήγορση, επαγρύπνηση: ~ του μοναχού (= ο προσωπικός του κανόνας). Ασκητικός βίος με προσευχή, νηστεία και ~.|| (μτφ.) Πνευματική/ψυχική ~. 2. ΕΚΚΛΗΣ. ολονύκτια συχνά ακολουθία που τελείται συνήθ. την παραμονή μεγάλων εκκλησιαστικών εορτών: ιερή/κατανυκτική/πασχαλινή ~. Οι ~ες της Μεγάλης Εβδομάδας. ΣΥΝ. ολονυκτία (1) [< 1: αρχ. ἀγρυπνία 2: μεσν. αγρυπνία] | |
| 598 | άγρυπνος | , η, ο [ἄγρυπνος] ά-γρυ-πνος επίθ. 1. (μτφ.) που είναι σε εγρήγορση, ετοιμότητα· συνεχής: ~η: συνείδηση. Ο ~ φρουρός των συνόρων. Υπό το ~ο βλέμμα/μάτι των αστυνομικών ...|| ~ος: έλεγχος. ~η: παρουσία/φροντίδα. ΣΥΝ. ακοίμητος (1) 2. που έμεινε ξύπνιος όλη νύχτα. ΣΥΝ. άυπνος, ξάγρυπνος [< αρχ. ἄγρυπνος] | |
| 599 | αγρυπνώ | [ἀγρυπνῶ] α-γρυ-πνώ ρ. (αμτβ.) {αγρυπν-άς κ. -είς ...| αγρύπν-ησα, -ήσει, -ώντας} & αγρυπνάω 1. μένω ξύπνιος τη νύχτα· κατ' επέκτ. είμαι σε εγρήγορση, επαγρυπνώ: ~ δίπλα στο κρεβάτι του αρρώστου (πβ. ξαγρυπνώ, ξενυχτώ). Οι μοναχοί ~ούν και προσεύχονται.|| Η Πυροσβεστική Υπηρεσία ~ά όλο το εικοσιτετράωρο. 2. ΕΚΚΛΗΣ. παρίσταμαι σε ολονύκτια ακολουθία, αγρυπνία. [< 1: αρχ. ἀγρυπνῶ] | |
| 600 | άγρωστη | [ἄγρωστη] ά-γρω-στη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες αυτοφυές φυτό των αγρών, (κοινή ονομασ.) αγριάδα: ~ η έρπουσα/η κοινή/η λευκή. [< αρχ. ἄγρωστις, αγγλ.-γαλλ. agrostis] | |
| 601 | αγρωστώδη | [ἀγρωστώδη] α-γρω-στώ-δη ουσ. (ουδ.) (τα) {-ών | σπάν. στον εν. αγρωστώδες} & αγρωστοειδή: ΒΟΤ. τάξη φυτών που περιλαμβάνει τα δημητριακά, το ζαχαροκάλαμο, το καλάμι και το ρύζι. [< γαλλ. graminées] | |
| 602 | αγυάλιστος | , η, ο [ἀγυάλιστος] α-γυά-λι-στος επίθ.: που δεν έχει γυαλιστεί, τριφτεί: ~ο: έπιπλο/μάρμαρο/μέταλλο/ξύλο/πάτωμα (ΣΥΝ. αλουστράριστο, αβερνίκωτο). ~α: ασημικά/παπούτσια/τζάμια. ΑΝΤ. γυαλισμένος.|| (ΣΤΡΑΤ.-προφ.) ~ες: αρβύλες. | |
| 603 | αγυμνασία & αγυμνασιά | [ἀγυμνασία] α-γυ-μνα-σί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.): απουσία σωματικής άσκησης: Πιάστηκα απ' την ~. [< αρχ. ἀγυμνασία] | |
| 604 | αγύμναστος | , η, ο [ἀγύμναστος] α-γύ-μνα-στος επίθ. 1. που δεν έχει (εξ)ασκηθεί σωματικά: ~η: ομάδα/πλάτη. ~ο: σώμα. Πώς να παίξει μπάσκετ, έτσι ~;|| (ως ουσ.) Για έναν ~ο μια τέτοια προπόνηση είναι εξουθενωτική. ΑΝΤ. γυμνασμένος (1) 2. (μτφ.) που δεν έχει εξοικειωθεί με κάτι: ~ο: μάτι/μυαλό. Πβ. άμαθος, ανεξοικείωτος, άπειρος. [< αρχ. ἀγύμναστος] | |
| 605 | αγύριστος | , η, ο [ἀγύριστος] α-γύ-ρι-στος επίθ. 1. που δεν πρόκειται να γυρίσει, να επιστρέψει ή να επιστραφεί: η ~η εποχή της νιότης (= που δεν γυρίζει πίσω).|| ~ες: οφειλές. 2. (κυρ. για ρούχο) που δεν το έχουν γυρίσει από την άλλη πλευρά: ~ος: γιακάς. ~η: μανσέτα. ● επίρρ.: αγύριστα: (λογοτ.) Μια ζωή που ~ έφυγε. ● ΣΥΜΠΛ.: αγύριστο/ξερό/αρβανίτικο κεφάλι βλ. κεφάλι, το αιώνιο/μεγάλο/τελευταίο/στερνό/αγύριστο ταξίδι βλ. ταξίδι ● ΦΡ.: στον αγύριστο: ως έκφραση αναθεματισμού ή για τον θάνατο: (ως κατάρα) Άι/άντε/ας πάει/πήγαινε ~ ~! (ΣΥΝ. άι στο διάολο!). Στέλνω κάποιον ~ ~ (: διαολοστέλνω ή σκοτώνω). Πήγε ~ ~ (= πέθανε).|| Οι προτάσεις για συνθηκολόγηση πήγαν ~ ~ (: ξεχάστηκαν, δεν πραγματοποιήθηκαν)., δανεικά κι αγύριστα βλ. δανεικός [< μεσν. αγύριστος] | |
| 606 | αγυρτεία | [ἀγυρτεία] α-γυρ-τεί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ιδιότητα και η συμπεριφορά του απατεώνα: οικονομική/πνευματική (λ.χ. λογοκλοπή)/πολιτική/τηλεοπτική ~. Πβ. αλητεία.|| (στον πληθ.: οι απάτες) Επιδίδεται σε ~ες. ΣΥΝ. απατεωνιά, τσαρλατανισμός [< μτγν. ἀγυρτεία] | |
| 607 | αγύρτης | [ἀγύρτης] α-γύρ-της ουσ. (αρσ.) {αγυρτών | σπάν. θηλ. αγύρτισσα} (λόγ.-μειωτ.): πρόσωπο που εξαπατά τους άλλους, συνήθ. προσποιούμενο ότι διαθέτει ανύπαρκτα προσόντα ή ικανότητες: λαοπλάνος/πολιτικός ~. Πβ. απατεώνας, κερατάς, κομπογιαννίτης, λωποδύτης, μασκαράς, μπαγαπόντης, τσαρλατάνος. [< αρχ. ἀγύρτης] | |
| 608 | αγύρτικος | , η, ο [ἀγύρτικος] α-γύρ-τι-κος & αγυρτικός επίθ. (μειωτ.): που σχετίζεται με τον αγύρτη ή την αγυρτεία: ~η: συμπεριφορά.|| (ΛΑΟΓΡ.) ~ά: τραγούδια (βλ. κάλαντα). ● επίρρ.: αγύρτικα [< μτγν. ἀγυρτικός] | |
| 609 | αγχίνοια | [ἀγχίνοια] αγ-χί-νοι-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): οξύτητα πνεύματος, ευστροφία. ΣΥΝ. οξύνοια ΑΝΤ. αμβλύνοια, βραδύνοια [< αρχ. ἀγχίνοια] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ