Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [15980-16000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
15129εκμηχάνιση[ἐκμηχάνιση] εκ-μη-χά-νι-ση ουσ. (θηλ.) & εκμηχανισμός (ο) (λόγ.): εισαγωγή και ευρεία χρήση των μηχανών στην παραγωγική διαδικασία: ~ της γεωργίας/συγκομιδής. Πβ. αυτοματοποίηση, εκβιομηχάνιση. Βλ. εκσυγχρονισμός, χειρωνακτικός. ΣΥΝ. μηχανοποίηση (1) [< γαλλ. mécanisation, γερμ. Mechanisierung]
15130εκμισθώνω[ἐκμισθώνω] εκ-μι-σθώ-νω ρ. (μτβ.) {εκμίσθω-σε, εκμισθώ-θηκε, -μένος, συνήθ. στο γ' πρόσ.}: ΝΟΜ. ενοικιάζω: ~ει διαμερίσματα. Η εταιρεία ~σε μηχανήματα. Οι κατασκηνώσεις του Οργανισμού θα ~θούν σε ιδιώτη. Βλ. υπ~. ΑΝΤ. μισθώνω (1) [< αρχ. ἐκμισθῶ]
15131εκμίσθωση[ἐκμίσθωση] εκ-μί-σθω-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκμισθώνω: ~ ακινήτων/αυτοκινήτων/γραφείων/χώρων (στάθμευσης). Εισόδημα από ~ γαιών. Πβ. ενοικίαση, λίζινγκ. Βλ. εκποίηση, μίσθιο, υπ~. ΑΝΤ. μίσθωση [< μτγν. ἐκμίσθωσις]
15132εκμισθωτής[ἐκμισθωτής] εκ-μι-σθω-τής ουσ. (αρσ.) , εκμισθώτρια (η): ΝΟΜ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εκμισθώνει περιουσιακό στοιχείο: ~ μηχανημάτων. Μισθώσεις ακινήτων με ~ή το Δημόσιο. Ιδιοκτήτες-~ές.|| (ως επίθ.) ~τρια: εταιρεία. Πβ. υπ~. ΑΝΤ. ενοικιαστής, μισθωτής (1) [< μεσν. εκμισθωτής, γερμ. Vermieter]
15133εκμοντερνίζω[ἐκμοντερνίζω] εκ-μο-ντερ-νί-ζω ρ. (μτβ.) {εκμοντέρνι-σε, εκμοντερνί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος}: κάνω κάτι μοντέρνο, το προσαρμόζω στα σύγχρονα δεδομένα: Η χώρα ~ει τις υποδομές της. ~στηκαν, ακολουθώντας το ρεύμα της εποχής. Πβ. εκσυγχρονίζω. [< γαλλ. moderniser]
15134εκμοντερνισμός[ἐκμοντερνισμός] εκ-μο-ντερ-νι-σμός ουσ. (αρσ.): η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκμοντερνίζω: ~ του συστήματος (διοίκησης). ~ και πρόοδος. Πβ. εκσυγχρονισμός. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. modernisation]
15135εκμυστηρεύομαι[ἐκμυστηρεύομαι] εκ-μυ-στη-ρεύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {εκμυστηρεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -όμενος}: αποκαλύπτω κάτι κρυφό, εμπιστευτικό σε κάποιον: Της ~τηκε (= εξομολογήθηκε) τον έρωτά/το πρόβλημά/τα σχέδιά/τους φόβους του. ~τηκε στους γονείς του την αλήθεια.
15136εκμυστήρευση[ἐκμυστήρευση] εκ-μυ-στή-ρευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκμυστηρεύομαι: ερωτικές/προσωπικές ~εύσεις. ~ σκέψεων σε φίλους. Πβ. εξομολόγηση.
15137εκμυστηρευτικός, ή, ό [ἐκμυστηρευτικός] εκ-μυ-στη-ρευ-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην εκμυστήρευση: ~ή: διάθεση. Αφηγήματα με προσωπικό και ~ό ύφος. Πβ. εμπιστευτ-, εξομολογητ-ικός. ● επίρρ.: εκμυστηρευτικά
15138εκνευρίζω[ἐκνευρίζω] ε-κνευ-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {εκνεύρι-σα, εκνευρί-στηκα (λόγ.) -σθηκα, -σμένος, εκνευρίζ-οντας} (λόγ.): κάνω κάποιον να θυμώσει, να νευριάσει: Μ' ~ει (αφάνταστα/τρομερά) ο χαρακτήρας του/όταν κάνει έτσι/το γεγονός ότι ... (= με τσαντίζει, μου τη δίνει). Πβ. εξοργίζω. Βλ. ερεθίζω, κουρδίζω, τσιγκλάω.|| Μην ~εσαι! ~στηκα από/με τη συμπεριφορά του (= συγχύστηκα). Είμαι πολύ ~σμένος. Πβ. παίρνω ανάποδες (στροφές), σπάζομαι. [< αρχ. ἐκνευρίζω 'εξασθενίζω', γαλλ. énerver]
15139εκνευρισμένος, η, ο [ἐκνευρισμένος] ε-κνευ-ρι-σμέ-νος επίθ.: θυμωμένος, νευριασμένος: ~ος: οδηγός/πελάτης. Αγχωμένη κι ~η. Είναι/φαίνεται (ιδιαίτερα/λίγο/πολύ/φοβερά) ~. Έφυγε ~. Μου έκλεισε, εμφανώς ~η, το τηλέφωνο. Πβ. εκτός εαυτού, συγχυσμένος. ΣΥΝ. τσατισμένος ● επίρρ.: εκνευρισμένα: Απάντησε ~.|| Περπατούσε ~ (= νευρικά). [< αρχ. ἐκνενευρισμένος 'εξασθενημένος', γαλλ. énervé]
15140εκνευρισμός[ἐκνευρισμός] ε-κνευ-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): κατάσταση νευρικότητας ή/και θυμού: άγχος/ένταση κι ~. Κλίμα ~ού. ~οί και παρεξηγήσεις. Επικρατεί (έντονος) ~. Κάποιος/κάτι προκαλεί ~ό. Έχει ~ό (= νεύρα). Απέδωσε τα όσα είπε στον ~ό της στιγμής. Βλ. -ισμός. [< μεσν. εκνευρισμός, γαλλ. énervement, 1910]
15141εκνευριστικός, ή, ό [ἐκνευριστικός] ε-κνευ-ρι-στι-κός επίθ.: που εκνευρίζει: ~ός: θόρυβος. ~ή: αδιαφορία/συμπεριφορά/φωνή. ~ές: απαντήσεις/ερωτήσεις. Έχει την ~ή συνήθεια να ...|| Καταντάει ~. Πβ. ενοχλητ-, κουραστ-ικός. ΣΥΝ. σπαστικός (1) ● επίρρ.: εκνευριστικά [< γαλλ. énervant]
15142εκνέφωμα[ἐκνέφωμα] ε-κνέ-φω-μα ουσ. (ουδ.) (επίσ.): σπρέι. ● εκνεφώματα (τα): τοξικά συνήθ. σταγονίδια που εκτοξεύονται με ψεκασμό: Μην αναπνέετε τα ~. Βλ. αναθυμιάσεις.
15143εκνέφωση[ἐκνέφωση] ε-κνέ-φω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ψεκασμός: ~ απολυμαντικού. Συστήματα πυρόσβεσης με ~ νερού (= καταιονισμό). Βαφή/ξήρανση µε ~. Πβ. νεφελοποίηση, υδρονέφωση. [< γαλλ. nébulisation, 1965]
15144έκνομος, η, ο [ἔκνομος] έ-κνο-μος επίθ. (επίσ.): παράνομος: ~ες: δραστηριότητες/ενέργειες/συναλλαγές. ~α: συμφέροντα. ΑΝΤ. έννομος, νόμιμος, σύννομος ● επίρρ.: έκνομα & (λόγ.) εκνόμως [< αρχ. ἔκνομος]
15145εκόντως[ἑκόντως] ε-κό-ντως επίρρ. (σπάν.-λόγ.): εκούσια. [< μτγν. ἑκόντως]
15146εκουαλάιζερ[ἐκουαλάιζερ] ε-κου-α-λά-ι-ζερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. ισοσταθμιστής.
15147εκούσιος, α, ο [ἑκούσιος] ε-κού-σι-ος επίθ. (λόγ.): που γίνεται με τη θέληση κάποιου, χωρίς καταναγκασμό: ~ος: επαναπατρισμός/θάνατος (= αυτοκτονία, ευθανασία). ~α: απόφαση (= συνειδητή)/αποχώρηση/παραίτηση/προσφορά/συμμετοχή. ~ες: εισφορές. ~α διακοπή κύησης (= άμβλωση, έκτρωση). Πβ. αυτόβουλος, εθελοντικός, ηθελημένος. ΣΥΝ. αυτοπροαίρετος, εθελούσιος, θεληματικός (2), οικειοθελής ΑΝΤ. ακούσιος ● επίρρ.: εκούσια & (λόγ.) εκουσίως: Ενήργησε ~. ΣΥΝ. εκόντως, οικεία/ιδία βουλήσει ΑΝΤ. ακούσια ● ΣΥΜΠΛ.: εκούσια δικαιοδοσία βλ. δικαιοδοσία [< αρχ. ἑκούσιος]
15148ΕΚΟΦΙΝ& Εκοφίν βλ. ECOFIN

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.