| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 15149 | ΕΚΠ | 1. (το) Ελάχιστο Κοινό Πολλαπλάσιο. 2. (η) Επιτροπή Κρατικών Προμηθειών. | |
| 15150 | ΕΚΠΑ | (το): Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. | |
| 15151 | έκπαγλος | , η, ο [ἔκπαγλος] έκ-πα-γλος επίθ. (αρχαιοπρ.): συνήθ. στη ● ΦΡ.: εκπάγλου καλλονής (κυρ. για γυναίκα): εκπληκτικής, εκθαμβωτικής ομορφιάς. [< αρχ. ἔκπαγλος ‘καταπληκτικός, θαυμάσιος’] | |
| 15152 | ΕΚΠΑΖ | (το): Ελληνικό Κέντρο Περίθαλψης Άγριων Ζώων. | |
| 15153 | εκπαιδευμένος | , η, ο [ἐκπαιδευμένος] εκ-παι-δευ-μέ-νος επίθ.: που έχει λάβει κατάλληλη εκπαίδευση: ~η: ομάδα. ~οι: εθελοντές/κομάντος/ναυαγοσώστες/σύμβουλοι. ~α: πληρώματα/στελέχη. Άρτια/ειδικά/κατάλληλα/σωστά ~ο προσωπικό. ~ο και έμπειρο ανθρώπινο δυναμικό. Πβ. καταρτισμένος. Βλ. ειδικευμένος.|| Σκυλιά ~α στην ανίχνευση ναρκωτικών (βλ. ανιχνευτής). ΑΝΤ. ανεκπαίδευτος ● βλ. εκπαιδεύω [< μτγν. ἐκπεπαιδευμένος, αγγλ. trained] | |
| 15154 | εκπαιδευόμενος | , η, ο [ἐκπαιδευόμενος] εκ-παι-δευ-ό-με-νος επίθ. {-ου (λόγ.) -ένου, οι λόγ. τ. κυρ. ως ουσ.}: που βρίσκεται στο στάδιο της εκπαίδευσης: ~ος: ιατρός (πβ. ειδικευόμενος)/πιλότος. ~οι: φοιτητές (βλ. πρακτική άσκηση).|| (ως ουσ.) Συμμετοχή των ~ένων στη διαδικασία της μάθησης. Πβ. μαθητευόμενος. Βλ. εκπαιδευτής. ● βλ. εκπαιδεύω [< μτγν. ἐκπαιδευόμενος, αγγλ. trainee] | |
| 15155 | εκπαίδευση | [ἐκπαίδευση] εκ-παί-δευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΠΑΙΔΑΓ. συστηματική, οργανωμένη και χρονικά καθορισμένη διαδικασία μετάδοσης γνώσεων, αξιών, δεξιοτήτων και ικανοτήτων, η οποία υλοποιείται από την Πολιτεία ή άλλους φορείς: γλωσσική/δημόσια (δωρεάν)/δίγλωσση/ελληνόγλωσση/ιδιωτική/ποιοτική/πολύγλωσση/συμπεριληπτική/φροντιστηριακή (πβ. παραπαιδεία)/ψηφιακή ~. Εγκύκλια ~. Υποχρεωτική (: νηπιαγωγείο, δημοτικό, γυμνάσιο) και μη υποχρεωτική (: λύκειο) ~. Ανώτατη (: ακαδημαϊκή, πανεπιστημιακή) και ανώτερη (: τεχνολογική) ~. (Προ)σχολική ~. Προ-/μετα-πτυχιακή ~. Κοινωνιολογία της ~ης. Σύμβουλος ~ης (= σχολικός σύμβουλος). Οι νέες τεχνολογίες στην ~. Ο δημόσιος χαρακτήρας της ~ης. Πβ. παιδεία. Βλ. μετ~, συν~, τηλ~. 2. (κατ' επέκτ.) κατάρτιση: επαγγελματική ~. Συνεχής ~ (προσωπικού/υπαλλήλων). Βλ. Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε., αυτο~, (εξ)ειδίκευση, επιμόρφωση. 3. άσκηση: αθλητική ~. Λαμβάνω θεωρητική (πχ. ως υποψήφιος οδηγός)/ταχύρυθμη (βλ. σεμινάριο) ~.|| (ΣΤΡΑΤ.) Βασική ~ (: στα ΚΕΝ). ~ στα όπλα.|| ~ σκύλων (= εκγύμναση). Βλ. προ~. 4. αγωγή, γαλούχηση, διαπαιδαγώγηση: ~ για τα ανθρώπινα δικαιώματα/την υγεία. ● ΣΥΜΠΛ.: άτυπη εκπαίδευση/μάθηση & (σπάν.) ανεπίσημη εκπαίδευση/μάθηση: ΠΑΙΔΑΓ. που πραγματοποιείται μέσα από τις καθημερινές εμπειρίες και την προσωπική αναζήτηση του ατόμου. [< αγγλ. informal education/learning] , δευτεροβάθμια/μέση εκπαίδευση: το Γυμνάσιο και το Λύκειο, η βαθμίδα της εκπαίδευσης μεταξύ της πρωτοβάθμιας και της τριτοβάθμιας: δημόσια/ιδιωτική ~ ~., διά βίου μάθηση/εκπαίδευση: που συντελείται καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής και καλύπτει όλα τα είδη και επίπεδα της τυπικής, μη τυπικής και άτυπης εκπαίδευσης. Βλ. Λαϊκό Πανεπιστήμιο, συνεχιζόμενη/διά βίου/διαρκής κατάρτιση. [< αγγλ. lifelong learning, 1930, lifelong education] , εκπαίδευση ενηλίκων: κάθε οργανωμένη εκπαιδευτική διαδικασία με την οποία το ενήλικο άτομο αναπτύσσει τις ικανότητές του, εμπλουτίζει τις γνώσεις του, βελτιώνει τα προσόντα του, με σκοπό την ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και την ενεργό συμμετοχή του στην κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη: άτυπη ~ ~. Γενική γραμματεία ~ης ~ (ακρ. ΓΓΕΕ). ~ ~ μεταναστών στην ελληνική γλώσσα. Η ~ ~ συμβάλλει στην αντιμετώπιση του κοινωνικού αποκλεισμού. Πβ. συνεχιζόμενη εκπαίδευση. Βλ. σχολείο δεύτερης ευκαιρίας. [< αγγλ. adult education, 1814] , εκπαίδευση εξ αποστάσεως/από απόσταση & διδασκαλία/μάθηση/σπουδές εξ αποστάσεως/από απόσταση: που γίνεται χωρίς φυσική παρουσία στον ίδιο χώρο διδασκόντων και διδασκομένων και βασίζεται στην επικοινωνία με ηλεκτρονικά μέσα, όπως το διαδίκτυο. Βλ. Ανοικτό Πανεπιστήμιο, τηλεκατάρτιση. ΣΥΝ. τηλεκπαίδευση, τηλεμάθηση [< αγγλ. distance education, distance learning, 1972] , επίσημη/τυπική εκπαίδευση & (σπάν.) μάθηση: ΠΑΙΔΑΓ. που παρέχεται μέσα από ένα αυστηρά καθορισμένο πρόγραμμα σπουδών και εκτείνεται σε τρεις βαθμίδες. Βλ. πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια, τριτοβάθμια εκπαίδευση. [< αγγλ. formal education] , ηλεκτρονική εκπαίδευση: σύγχρονη μέθοδος εκμάθησης από απόσταση που βασίζεται σε ηλεκτρονικά μέσα: (α)σύγχρονη ~ ~. ~ ~ των ατόμων με ειδικές ανάγκες/των εργαζομένων στη χρήση των νεώτερων τεχνολογιών (πβ. τηλε-κατάρτιση, -µάθηση). Μοντέλο/περιβάλλον/πλατφόρμα/πρόγραμμα/σύστημα/υπηρεσίες ~ής ~ης. ~ ~ και χρήση πολυμέσων. Πβ. τηλεκπαίδευση. Βλ. κινητή μάθηση. [< αγγλ electronic/e- learning, e-education] , μη επίσημη/μη τυπική εκπαίδευση & (σπάν.) μάθηση: ΠΑΙΔΑΓ. που λειτουργεί παράλληλα με την επίσημη και παρέχει συμπληρωματικές γνώσεις και δεξιότητες. Βλ. περιβαλλοντική εκπαίδευση. [< αγγλ. non-formal education] , πρωτοβάθμια εκπαίδευση & στοιχειώδης: το Δημοτικό Σχολείο., συνεχιζόμενη εκπαίδευση: επιμορφωτικά προγράμματα, που απευθύνονται κυρ. σε επαγγελματίες, για τις πρόσφατες εξελίξεις στο πεδίο του ενδιαφέροντός τους: ~ ~ και κατάρτιση (ακρ. ΣΕΚ). ~ ~ και διά βίου μάθηση. Πβ. εκπαίδευση ενηλίκων. [< αγγλ. continuing education, 1927, further education, 1937] , τριτοβάθμια εκπαίδευση: η ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευση: εισαγωγή στην ~ ~. Βλ. ΑΕΙ, ΤΕΙ., ανοιχτή εκπαίδευση βλ. ανοιχτός, αντισταθμιστική αγωγή/εκπαίδευση βλ. αντισταθμιστικός, ασύγχρονη τηλεκπαίδευση βλ. τηλεκπαίδευση, βασική εκπαίδευση βλ. βασικός, διαπολιτισμική εκπαίδευση βλ. διαπολιτισμικός, ειδική αγωγή/εκπαίδευση βλ. αγωγή, εκπαιδευτικό σύστημα βλ. εκπαιδευτικός, Κέντρο (Εκπαίδευσης) Νεοσυλλέκτων βλ. νεοσύλλεκτος, περιβαλλοντική εκπαίδευση βλ. περιβαλλοντικός, τεχνική εκπαίδευση βλ. τεχνικός [< γαλλ. éducation, αγγλ. education] | |
| 58807 | εκπαιδευση | ||
| 15156 | εκπαιδεύσιμος | , η, ο [ἐκπαιδεύσιμος] εκ-παι-δεύ-σι-μος επίθ. (επιστ.) 1. που μπορεί να εκπαιδευτεί: ~ο: κοινό. ~ες: ηλικίες. 2. (για άτομο με ειδικές ανάγκες) που με κατάλληλη εκπαίδευση μπορεί να αυτοεξυπηρετείται, να αποκτήσει στοιχειώδεις σχολικές γνώσεις και να εργάζεται υπό παρακολούθηση: (ως ουσ.) ~οι σε ΣΜΕΑ και τμήματα ένταξης. Βλ. ασκήσιμος. [< αγγλ. educable] | |
| 15157 | εκπαιδευτήριο | [ἐκπαιδευτήριο] εκ-παι-δευ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): εκπαιδευτικό ίδρυμα: μουσικό/πρότυπο/σύγχρονο ~. Δημόσια/ιδιωτικά ~α (= σχολεία).|| Ανώτατα/ανώτερα ~α (= σχολές). Βλ. κολέγιο, ΤΕΕ.|| ~ ξένων γλωσσών (= φροντιστήριο). Βλ. -τήριο. | |
| 15158 | εκπαιδευτής, εκπαιδεύτρια | [ἐκπαιδευτής] εκ-παι-δευ-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που εκπαιδεύει άλλους: πιστοποιημένος ~. ~ ηλεκτρονικής μάθησης/καταδύσεων/πτήσεων/σκύλων (πβ. εκγυμναστής)/υποψηφίων οδηγών αυτοκινήτων. ~τρια ειδικής αγωγής/ναυαγοσωστικής. Βλ. εκπαιδευόμενος. ΣΥΝ. δάσκαλος, δασκάλα (2) | |
| 15159 | εκπαιδευτικός | , ή, ό [ἐκπαιδευτικός] εκ-παι-δευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την εκπαίδευση: ~ός: θεσμός/όμιλος/οργανισμός/φορέας. ~ή: διαδικασία/εκδρομή/επίσκεψη (= σχολική)/μεταρρύθμιση/νομοθεσία/τηλεόραση. ~ό: έργο/παιχνίδι/ταξίδι. ~ές: βαθμίδες (: πρωτο-, δευτερο-, τριτο-βάθμια εκπαίδευση)/δραστηριότητες/πρακτικές. ~ά: μέσα (βλ. εποπτικός)/προγράμματα. Πβ. μορφωτ-, παιδαγωγ-ικός. Βλ. ΑΕΙ, ΤΕΙ.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: πύλη/τεχνολογία. ~ό: λογισμικό. ~ά: εργαλεία.|| ~ός: λειτουργός (: δάσκαλος, καθηγητής)/σύμβουλος. ~ή: κοινότητα/μονάδα/περιφέρεια.|| ~ή: πτήση (αεροσκάφους). ~ό: επίδομα. ~ά: σεμινάρια (= επιμορφωτικά). ~ό: προσωπικό (= εκπαιδευτές). Βλ. αντι~, παν~, φιλ~. ● ΣΥΜΠΛ.: εκπαιδευτικό σύστημα & σύστημα εκπαίδευσης: η επίσημη εκπαίδευση που παρέχει ένα κράτος, η οργάνωση και οι κανονισμοί λειτουργίας της., εκπαιδευτική άδεια βλ. άδεια, εκπαιδευτική γλωσσολογία βλ. γλωσσολογία, εκπαιδευτική/παιδαγωγική ψυχολογία βλ. ψυχολογία, διδακτικό/εκπαιδευτικό σενάριο βλ. σενάριο | |
| 15160 | εκπαιδευτικός | [ἐκπαιδευτικός] εκ-παι-δευ-τι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): πτυχιούχος συγκεκριμένου γνωστικού αντικειμένου που διδάσκει στην πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια εκπαίδευση (δηλ. νηπιαγωγός, δάσκαλος, καθηγητής): αδιόριστοι/αναπληρωτές/δημόσιοι/ιδιωτικοί/μόνιμοι/ωρομίσθιοι ~οι. ~οί φυσικής αγωγής (= γυμναστές). Αποτελεσματικός/επιτυχημένος ~. ~οί, μαθητές και γονείς. Αξιολόγηση/αποσπάσεις/επιμόρφωση/μεταθέσεις ~ών. Πβ. παιδαγωγός. Βλ. λειτουργός, φροντιστής. [< γαλλ. educateur] | |
| 15161 | εκπαιδεύω | [ἐκπαιδεύω] εκ-παι-δεύ-ω ρ. (μτβ.) {εκπαίδευ-σα, εκπαιδεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας, -όμενος, -μένος} : παρέχω εκπαίδευση σε κάποιον: Η εταιρεία ~ει τα στελέχη της. ~τηκε ως μηχανικός. Πβ. ειδικεύω, επιμορφώνω, καταρτίζω.|| Έχει ~τεί στην αντιμετώπιση επειγόντων περιστατικών/στη χρήση υπολογιστών. Πβ. (εξ)ασκώ.|| Τα πανεπιστήμια ~ουν τους φοιτητές σε διακριτά επιστημονικά πεδία. Πβ. μορφώνω. Βλ. διαπαιδαγωγώ, διαπλάθω, συν~.|| ~ει ζώα/σκύλους (= εκγυμνάζει). ● βλ. εκπαιδευμένος, εκπαιδευόμενος [< αρχ. ἐκπαιδεύω, γαλλ. éduquer] | |
| 15162 | έκπαλαι | [ἔκπαλαι] έκ-πα-λαι επίρρ. (αρχαιοπρ.): από (πολύ) παλιά. ΣΥΝ. παλαιόθεν [< μτγν. ἔκπαλαι] | |
| 15163 | εκπαραθυρώνω | [ἐκπαραθυρώνω] εκ-πα-ρα-θυ-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {εκπαραθύρω-σε, εκπαραθυρώ-θηκε, εκπαραθυρών-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.-επιτατ.) διώχνω, παύω κάποιον από τη θέση του με άσχημο τρόπο: ~θηκαν υπουργοί. ΣΥΝ. αποπέμπω, εκδιώκω, καρατομώ.|| Μοντέρνες ιδέες ~ουν τις παλιές. Πβ. αποκαθηλώνω. 2. (σπάν.) πετώ κάποιον από το παράθυρο. [< γαλλ. défenestrer] | |
| 15164 | εκπαραθύρωση | [ἐκπαραθύρωση] εκ-πα-ρα-θύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.-κυρ. μτφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκπαραθυρώνω: ~ προέδρου οργανισμού/υπουργού (= αποπομπή). [< γαλλ. défenestration] | |
| 15165 | εκπατρίζομαι | [ἐκπατρίζομαι] εκ-πα-τρί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {εκπατρί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, εκπατριζ-όμενος, εκπατρι-σμένος} (λόγ.): εγκαταλείπω την πατρίδα μου, συνήθ. βίαια: Πρόσφυγες που ξεριζώθηκαν από τις εστίες τους και ~στηκαν. ~σμένος για πολιτικούς λόγους (: πολιτικός εξόριστος). ~σμένοι: εργαζόμενοι. Βλ. ψηφιακοί νομάδες. Πβ. αποδημώ, μεταναστεύω, ξενιτεύομαι. ΑΝΤ. επαναπατρίζομαι [< γαλλ. s΄expatrier, αγγλ. expatriate] | |
| 15166 | εκπατρισμός | [ἐκπατρισμός] εκ-πα-τρι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκπατρίζομαι: αναγκαστικός/βίαιος ~ (= εκδίωξη, εκτόπιση, εξορισμός). Εθελούσιος ~ (= μετανάστευση, ξενιτεμός). Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. επαναπατρισμός, νόστος [< γαλλ.-αγγλ. expatriation, αγγλ. expatriatism, 1937] | |
| 15167 | ΕΚΠΕ | (το): Ευρωπαϊκό Κέντρο Πληροφοριών για Επιχειρήσεις. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ