Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [16020-16040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
15168εκπέμπω[ἐκπέμπω] εκ-πέ-μπω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {εξέπεμ-ψε, εκπέμ-φθηκε, εκπέμπ-οντας, -όμενος} 1. {συνήθ. στο γ' πρόσ.} μεταδίδω (οπτικο)ακουστικό σήμα· γενικότ. στέλνω κάποιο μήνυμα: Ο πομπός ~ει στη συχνότητα των ... χερτς. Το κανάλι ~ψε δορυφορικά/ζωντανά. Το αεροσκάφος ~ψε σήμα κινδύνου.|| (μτφ.) Ο πλανήτης ~ει ΣΟΣ. 2. (μτφ.) εξωτερικεύω, φανερώνω: ~ει αγάπη/(μια) γοητεία/λάμψη. Πβ. αναδίδω, αποπνέω, βγάζω, σκορπίζω.εκπέμπει: παράγει και διαχέει στο περιβάλλον: Ο ήλιος ~ ενέργεια/θερμότητα/φως. Τα κινητά ~ουν ακτινοβολία. ~ονται ακτίνες Χ/καυσαέρια. ΣΥΝ. εκλύει. [< αρχ. ἐκπέμπω ‘στέλνω’, γαλλ. émettre]
15169εκπεσμός[ἐκπεσμός] εκ-πε-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ξεπεσμός. [< γαλλ. décadence]
15170εκπεσών, ούσα, όν βλ. εκπίπτω
15171εκπέτασμα[ἐκπέτασμα] εκ-πέ-τα-σμα ουσ. (ουδ.): άνοιγμα, πλάτος· (ΑΕΡΟΝ.) το μήκος από την άκρη της αριστερής μέχρι την άκρη της δεξιάς πτέρυγας. [< μτγν. ἐκπέτασμα ‘ξεδίπλωμα’, γαλλ. envergure, 1930]
15172εκπεφρασμένος, η, ο βλ. εκφρασμένος
15173εκπηγάζει[ἐκπηγάζει] εκ-πη-γά-ζει ρ. (αμτβ.) {εκπήγα-σε} (+ από, απαιτ. λεξιλόγ.) ΣΥΝ. πηγάζει 1. (μτφ.) οφείλεται, προέρχεται: Η αντίδρασή μας ~ από την έντονη δυσαρέσκειά μας. Από πού ~ το ενδιαφέρον σας; ΣΥΝ. απορρέει, εκπορεύεται, προκύπτει (1) 2. (σπάν.-κυριολ.) αναβλύζει, βγαίνει από πηγή: Ο ποταμός ~ από ...
15174εκπίπτω[ἐκπίπτω] εκ-πί-πτω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {εξέπεσε, εκπέσει, (μτχ. εκπεσών, -ούσα, -όν), εκπίπτ-οντας, -όμενος} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (+ από/γεν.) καθαιρούμαι από τη θέση μου, στερούμαι συγκεκριμένη εξουσία ή ελευθερία: Εξέπεσε (αυτοδικαίως) από το αξίωμα του Προέδρου. Πβ. ανατρέπω.|| (λόγ.) Έχουν εκπέσει του δικαιώματος να ... 2. (μτφ.) ξεπέφτω ηθικά: Έχει εκπέσει στα μάτια των πολιτών.εκπίπτει 1. αφαιρείται από το πληρωτέο ποσό: Δαπάνες που ~ουν (= ~όμενες) από την εφορία/από τον τελικό φόρο. Βλ. φορο~. 2. ΓΡΑΜΜ. (για φθόγγο ή συλλαβή) παύει να προφέρεται. [< 2: γερμ. ausfallen] ● ΣΥΜΠΛ.: έκπτωτος/εκπεσών άγγελος βλ. άγγελος [< 1: αρχ. ἐκπίπτω]
15175εκπλειστηριάζω[ἐκπλειστηριάζω] εκ-πλει-στη-ρι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {εκπλειστηρία-σε, εκπλειστηριά-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, εκπλειστηριαζ-όμενος} (λόγ.): βγάζω σε πλειστηριασμό: Το ακίνητο κατασχέθηκε και ~στηκε. Πβ. δημοπρατώ, εκποιώ. ΣΥΝ. βγάζω/βγαίνει (κάτι) στο σφυρί
15176εκπλειστηρίασμα[ἐκπλειστηρίασμα] εκ-πλει-στη-ρί-α-σμα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): το αντίτιμο της πώλησης περιουσιακού στοιχείου σε πλειστηριασμό. ΣΥΝ. πλειστηρίασμα
15177εκπλειστηριαστής[ἐκπλειστηριαστής] εκ-πλει-στη-ρι-α-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με τους πλειστηριασμούς. Πβ. δημοπράτης, εκποιητής. Βλ. εκτιμητής. ΣΥΝ. πλειστηριαστής
15178εκπλέω[ἐκπλέω] εκ-πλέ-ω ρ. (αμτβ.) {εξέπλευ-σε, εκπλεύ-σει, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (επίσ.): αποπλέω. [< αρχ. ἐκπλέω]
15179εκπληκτικός, ή, ό [ἐκπληκτικός] εκ-πλη-κτι-κός επίθ.: καταπληκτικός: ~ή: ανακάλυψη/αντοχή/βραδιά/διαφήμιση/δύναμη/εμφάνιση/ευκαιρία/θέα/ομοιότητα/παράσταση/ποιότητα/φωνή. ~ό: βιβλίο/έργο. Έκανες ~ή δουλειά (= εξαίσια, έξοχη)! Είναι ~ό ότι ...|| ~οί: χορευτές. ΣΥΝ. απίθανος (3), απίστευτος (2), εξαιρετικός (1), τρομερός (3), φανταστικός (2), φοβερός (2) ● επίρρ.: εκπληκτικά: ~ όμορφη. [< αρχ. ἐκπληκτικός]
15180έκπληκτος, η, ο [ἔκπληκτος] έκ-πλη-κτος επίθ.: που διακατέχεται από ή φανερώνει έκπληξη: Κοίταξε/παρακολουθούσε ~. Με αφήνεις ~ο (= με εκπλήσσεις). Μείναμε ~οι (= άναυδοι, άφωνοι, εμβρόντητοι). Οι ερευνητές ~οι διαπίστωσαν ότι ...|| ~ο: βλέμμα. Μπροστά στα ~α μάτια τον παρευρισκομένων ... Πβ. ξαφνιασμένος. ΣΥΝ. κατάπληκτος [< μτγν. ἔκπληκτος]
15181έκπληξη[ἔκπληξη] έκ-πλη-ξη ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση συναισθηματικής διέγερσης που καταλαμβάνει κάποιον, όταν πληροφορείται ή αντιλαμβάνεται κάτι αναπάντεχο: αρνητική/δυσάρεστη/θετική ~. Πολλές ευχάριστες ~ήξεις. Έκφραση/επιφωνήματα ~ης και θαυμασμού. Προς μεγάλη μου ~ (: αντίθετα απ' ό,τι ήλπιζα), διαπίστωσα ότι ... Μου προκαλεί ~ (= με εκπλήσσει) το γεγονός ότι ... Πβ. κατάπληξη, ξάφνιασμα. 2. (συνεκδ.) γεγονός, πράξη ή σπανιότ. πρόσωπο που ξαφνιάζει συνήθ. ευχάριστα κάποιον: (ως παραθετικό σύνθ.) δώρο/εμφάνιση/επίσκεψη/νίκη/πάρτι/συνεργασία/τιμή-~! Γευστικές ~ήξεις. Τον περίμενε μια μεγάλη/μικρή ~. Τι (ωραία) ~ είναι αυτή! Ήταν η ~ της βραδιάς. Ήρθε χωρίς να της το πει, για να της κάνει ~. Του ετοίμασε μια ~. Μια παράσταση γεμάτη ~ήξεις. Η ζωή του επιφύλασσε ~ήξεις. ● ΦΡ.: βρίσκομαι προ εκπλήξεων/εκπλήξεως: αντιμετωπίζω μια απροσδόκητη κατάσταση ή εξέλιξη, συνήθ. αρνητική: Πάρε όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις, για να μη βρεθείς ~! [< 1: αρχ. ἔκπληξις, γαλλ. surprise]
15182εκπληρώνω[ἐκπληρώνω] εκ-πλη-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {εκπληρών-ει κ. (λόγ. στη σημ. 2) εκπληροί, εκπλήρω-σα (λόγ.) εξεπλήρωσα, εκπληρώ-θηκε, -μένος, εκπληρών-οντας} 1. φέρω σε πέρας, πραγματοποιώ: ~σε (στο ακέραιο) το καθήκον (= εκτέλεσε, επιτέλεσε)/το(ν) σκοπό/την υπόσχεσή (= τήρησε)/την υποχρέωσή του. Η προφητεία ~θηκε (= βγήκε αληθινή). Οι επιθυμίες/ευχές του ~θηκαν.|| ~μένες: στγρατιωτικές υποχρεώσεις. ~μένα: όνειρα (ΑΝΤ. ανεκπλήρωτα). ΣΥΝ. ολοκληρώνω (2), υλοποιώ 2. ανταποκρίνομαι, ικανοποιώ, πληρώ: ~ει τις προϋποθέσεις.|| Η εταιρεία ~ει τις ανάγκες των πελατών της (= αντεπεξέρχεται, καλύπτει). [< αρχ. ἐκπληρῶ, γαλλ. accomplir]
15183εκπλήρωση[ἐκπλήρωση] εκ-πλή-ρω-ση 1. πραγματοποίηση, υλοποίηση: ~ του αιτήματος/της αποστολής/του έργου/των όρων (= τήρηση)/του χρέους. Συμβόλαια μελλοντικής ~ης. Βλ. αυτο~. 2. ικανοποίηση, κάλυψη, πλήρωση: ~ των κριτηρίων. [< μτγν. ἐκπλήρωσις]
15184εκπλήσσω[ἐκπλήσσω] εκ-πλήσ-σω ρ. (μτβ.) {εξέπλη-ξε, εκπλή-ξει, (λόγ.) εξεπλάγ-η (μτχ. εκπλαγείς, -είσα, -έν), εκπλαγεί, εκπλήσσ-οντας} & εκπλήττω: προκαλώ έκπληξη σε κάποιον: Ώρες-ώρες μ' ~εις (: μ' αφήνεις έκπληκτο, με ξαφνιάζεις)! Μ' ~ει αρνητικά/ευχάριστα που ... Δεν μ' ~ει (= ξενίζει, παραξενεύει) η συμπεριφορά του. Με ~ξε το γεγονός ότι ... Πβ. καταπλήσσω. ● Παθ.: εκπλήσσομαι: νιώθω έκπληξη, ξαφνιάζομαι: ~ από το αποτέλεσμα (πβ. απορώ και εξίσταμαι). Δεν ~ για ό,τι έγινε (= δεν παραξενεύομαι, το περίμενα). Ομολογώ πως ~ην (= έμεινα άναυδος, έπεσα από τα σύννεφα), όταν άκουσα πως ... Μην εκπλαγείτε, αν ... (πβ. βρίσκομαι προ εκπλήξεων). [< αρχ. ἐκπλήσσω, ἐκπλήττω]
15185έκπλους[ἔκπλους] έκ-πλους ουσ. (αρσ.) (επίσ.): απόπλους. [< αρχ. ἔκπλους]
15186έκπλυμα[ἔκπλυμα] έκ-πλυ-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΙΑΤΡ. υγρό που προέρχεται από έκπλυση οργάνου: βρογχικό/κολπικό/ρινοφαρυγγικό ~. Βλ. επίχρισμα. 2. απόπλυμα.
15187έκπλυση[ἔκπλυση] έκ-πλυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. (επιστ.) πλύση: (ΙΑΤΡ.) ~ ουροδόχου κύστεως. ~ με φυσιολογικό ορό.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ εξοπλισμού/μεταλλεύματος. ~ υψηλής πίεσης. 2. ΓΕΩΛ. μετατόπιση ουσιών του εδάφους, εξαιτίας της ροής του νερού, και απόθεσή τους σε χαμηλότερες επιφάνειες ή σε βαθύτερα στρώματα: ~ από (νιτρικά) άλατα. ~ και διάβρωση. ΣΥΝ. απόπλυση (2) [< μεσν. έκπλυσις, 2: γαλλ. lavage]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.