Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [16040-16060]

IDΛήμμαΕρμηνεία
15188εκπνευστικός, ή, ό [ἐκπνευστικός] εκ-πνευ-στι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην εκπνοή: ~ός: συριγμός. ~ή: δύσπνοια/ροή/φάση (της αναπνοής). ~οί: μύες. ~ές: κινήσεις. ΑΝΤ. εισπνευστικός [< γαλλ. expirateur]
15189εκπνέω[ἐκπνέω] εκ-πνέ-ω ρ. (αμτβ.) {εξέπνευ-σε, εκπνεύ-σει, εκπνε-όμενος, εκπνέ-οντας}: εξάγω από τους πνεύμονες τον αέρα (ή το αέριο) που έχω εισπνεύσει: ~ουμε από τη μύτη/το στόμα. ~όμενο διοξείδιο του άνθρακα. Βλ. αναπνέω.εκπνέει (επίσ., για χρονικό όριο): λήγει, τελειώνει: ~ η θητεία του/προθεσμία/το τελεσίγραφο.|| ~ουν οι ελπίδες για εύρεση επιζώντων (= λιγοστεύουν). [< γαλλ. expirer] , εξέπνευσε (επίσ.): άφησε την τελευταία του πνοή, πέθανε. [< αρχ. ἐκπνέω]
15190εκπνοή[ἐκπνοή] εκ-πνο-ή ουσ. (θηλ.) 1. εξαγωγή του εισπνεόμενου αέρα (ή αερίου) από τους πνεύμονες· η δεύτερη φάση της αναπνοής: βαθιά ~. Μάσκα με βαλβίδα ~ής. Δείγμα ~ής για έλεγχο αλκοτέστ. ΑΝΤ. εισπνοή 2. (επίσ.) λήξη, παρέλευση (χρονικού ορίου): ~ της διορίας/της εκεχειρίας/της προθεσμίας/του συμβολαίου. Μετά/πριν από την ~ του δεκαημέρου. Στην ~ (= στο πέρας, τέλος) του αγώνα/πρώτου ημιχρόνου, η ομάδα έβαλε γκολ. [< 1: αρχ. ἐκπνοή 2: γαλλ. expiration]
15191εκποδών[ἐκποδών] εκ-πο-δών επίρρ. (αρχαιοπρ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: θέτει εκποδών: (μτφ.) απομακρύνει κάποιον ή κάτι που είναι ενοχλητικό(ς) ή που του στέκεται εμπόδιο: Έθεσε ~ τους αντιπάλους του (= έβγαλε από τη μέση, ξεφορτώθηκε).|| Το άλλοθι ~ ~ την κατηγορία. [< αρχ. ἐκποδών ‘μακριά’]
15192εκποίηση[ἐκποίηση] εκ-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. υποχρεωτική πώληση περιουσιακών στοιχείων σε χαμηλή τιμή, συνήθ. κατόπιν δικαστικής απόφασης: αναγκαστική ~. ~ ακινήτων/επίπλων και λοιπού εξοπλισμού/μετοχών/παγίων. Ζημίες/κέρδη από ~. ~ήσεις τραπεζών. Πτωχεύσεις και ~ήσεις. Πβ. δημοπρασία, πλειστηριασμός. Βλ. εκμίσθωση. 2. (αρνητ. συνυποδ.) ξεπούλημα: ιδιωτικοποιήσεις και ~ του δημόσιου πλούτου. Βλ. -ποίηση. [< πβ. μτγν. ἐκποίησις ‘μεταβίβαση’, γαλλ. aliénation]
15193εκποιητής[ἐκποιητής] εκ-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με τις εκποιήσεις. Πβ. δημοπράτης, εκπλειστηριαστής. Βλ. εκτιμητής. [< γαλλ. aliénateur]
15194εκποιητικός, ή, ό [ἐκποιητικός] εκ-ποι-η-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που αναφέρεται στην εκποίηση: ~ή: δικαιοπραξία.
15195εκποιώ[ἐκποιῶ] εκ-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {εκποι-εί, -ώντας | εκποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} : προβαίνω σε εκποίηση: ~ησε την ακίνητη περιουσία του, για να ξεπληρώσει τα χρέη του. Πβ. δημοπρατώ, εκπλειστηριάζω.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~ούν την αξιοπρέπειά τους (= ξεπουλούν). Βλ. -ποιώ. [< αρχ. ἐκποιῶ ‘μεταβιβάζω, παραχωρώ’, γαλλ. aliéner]
15196εκπολιτίζω[ἐκπολιτίζω] εκ-πο-λι-τί-ζω ρ. (μτβ.) {εκπολίτι-σε, εκπολιτί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, εκπολιτίζ-οντας, εκπολιτι-σμένος} : κάνω κάποιον πολιτισμένο: Η μουσική/τέχνη ~ει τον άνθρωπο. Πβ. εκλεπτύνω, εξανθρωπίζω, εξευγενίζω. ΑΝΤ. εκβαρβαρίζω [< γαλλ. civiliser]
15197εκπολιτισμός[ἐκπολιτισμός] εκ-πο-λι-τι-σμός ουσ. (αρσ.): η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκπολιτίζω: ~ της κοινωνίας/των λαών. ~ και πρόοδος. Πβ. εκλέπτυνση, εξανθρωπ-, εξευγεν-ισμός. Βλ. επι-, προσ-πολιτισμός. ΑΝΤ. εκβαρβαρισμός [< γαλλ. civilisation]
15198εκπολιτιστικός, ή, ό [ἐκπολιτιστικός] εκ-πο-λι-τι-στι-κός επίθ.: που αποσκοπεί ή συμβάλλει στον εκπολιτισμό: ~ή: αποστολή/δράση/προσπάθεια. ~ό: έργο. ~ές: εκδηλώσεις. ~ά: δρώμενα. ΣΥΝ. πολιτιστικός ● ΣΥΜΠΛ.: εκπολιτιστικός σύλλογος: που έχει ως σκοπό του την προαγωγή του πολιτισμού και τη διάσωση της παράδοσης ενός τόπου: μορφωτικός και ~ ~. [< γαλλ. civilisateur]
15199εκπόλωση[ἐκπόλωση] εκ-πό-λω-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣΙΟΛ. μείωση της διαφοράς δυναμικού ανάμεσα σε δύο σημεία ζωντανού ιστού ή ανάμεσα στην εσωτερική και εξωτερική πλευρά κυτταρικής μεμβράνης: κοιλιακή/κολπική ~. ΣΥΝ. αποπόλωση (2) [< γαλλ. dépolarisation]
15200εκπομπή[ἐκπομπή] εκ-πο-μπή ουσ. (θηλ.) 1. τηλεοπτικό ή ραδιοφωνικό πρόγραμμα: αθλητική/ενημερωτική/ζωντανή/ηχογραφημένη/μουσική/παιδική/ποιοτική ~. ~ επιμορφωτικού-ψυχαγωγικού χαρακτήρα/μαγειρικής. Διακοπή/παρουσίαση ~ής. Ο τίτλος της ~ής. Καλεσμένοι στο στούντιο της ~ής. Ακούω/παρακολουθώ μια ~. 2. ΦΥΣ. παραγωγή και διάχυση στο περιβάλλον ενέργειας ή κατ' επέκτ. ουσίας σε αέρια μορφή: ηλεκτρομαγνητική ~. ~ ακτινοβολίας/θερμότητας/(ραδιο)κυμάτων (= ραδιο~)/υπερήχων. Δίοδος ~ής φωτός.|| Αύξηση ~ής αερίων του θερμοκηπίου. ~ές διοξειδίου του άνθρακα/καυσαερίων. Πβ. απελευθέρωση, έκλυση. 3. ΤΗΛΕΠ. {χωρ. πληθ.} μετάδοση σήματος με ηλεκτρομαγνητικά κύματα: (ασύρματη) ~ ήχου. Συσκευή ~ής και λήψης εικόνας (: τηλεόραση). [< πβ. αρχ. ἐκπομπή ‘αποστολή’, γαλλ. émission]
15201εκπομπός[ἐκπομπός] εκ-πο-μπός ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. ημιαγώγιμο υλικό τρανζίστορ· ειδικότ. το ηλεκτρόδιο τρανζίστορ ή άλλου κυκλώματος που εκπέμπει ηλεκτρικά φορτία (ηλεκτρόνια): αντίσταση μεταξύ συλλέκτη και ~ού. [< αγγλ. emitter, 1948]
15202εκπόνηση[ἐκπόνηση] εκ-πό-νη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκπονώ: ~ διδακτορικής διατριβής (πβ. συγγραφή)/έργου/σχεδίου (δράσης). ~ήσεις (τεχνικών) μελετών. Πβ. επεξεργασία, σύνταξη. [< μεσν. εκπόνησις, γαλλ. élaboration]
15203εκπονώ[ἐκπονῶ] εκ-πο-νώ ρ. (μτβ.) {εκπον-είς ... | εκπόν-ησε, -είται, -ήθηκε (λόγ. μτχ. εκπονη-θείς, -θείσα, -θέν)} (επίσ.): παράγω πνευματικό έργο που απαιτεί συστηματική ενασχόληση και προσπάθεια: ~εί την πτυχιακή του εργασία (= συγγράφει). ~ούνται ερευνητικά προγράμματα. ~θείσα μελέτη. ~θέν: σχέδιο (νόμου). Πβ. δουλεύω, επεξεργάζομαι, συντάσσω. [< αρχ. ἐκπονῶ, γαλλ. élaborer]
15204εκπορεύεται[ἐκπορεύεται] εκ-πο-ρεύ-ε-ται ρ. (αμτβ.) {εκπορεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -όμενος} (λόγ.): απορρέει, προέρχεται: Δημοσιεύματα που ~ονται από σκοπιμότητες. ΣΥΝ. εκπηγάζει (1), πηγάζει (2) [< μτγν. ἐκπορεύομαι]
15205εκπόρευση[ἐκπόρευση] εκ-πό-ρευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): προέλευση: πηγή ~ης της γνώσης/δύναμης.|| (ΘΕΟΛ.) Η ~ του Αγίου Πνεύματος. [< μτγν. ἐκπόρευσις]
15206εκπόρθηση[ἐκπόρθηση] εκ-πόρ-θη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκπορθώ: ~ του κάστρου/της πόλης. Πβ. άλωση, κατάκτηση, κυρίευση.|| (μτφ.) ~ της εξουσίας (= κατάληψη). [< μτγν. ἐκπόρθησις]
15207εκπορθητής[ἐκπορθητής] εκ-πορ-θη-τής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πορθητής.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.