| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 15208 | εκπορθώ | [ἐκπορθῶ] εκ-πορ-θώ ρ. (μτβ.) {εκπορθεί ... | εκπόρθ-ησε (λογιότ. εξεπόρθησε), -είται, -ήθηκε, -ημένος} (λόγ.): κυριεύω οχυρωμένο μέρος κατόπιν πολιορκίας: (παλαιότ.) ~ησαν το φρούριο.|| (μτφ.) Γυναίκες που ~ησαν τον ανδροκρατούμενο χώρο της επιστήμης. Πβ. αλώνω, κατακτώ, καταλαμβάνω, κυριαρχώ. ΣΥΝ. πορθώ [< αρχ. ἐκπορθῶ] | |
| 15209 | εκπόρνευση | [ἐκπόρνευση] εκ-πόρ-νευ-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκπορνεύω: Πβ. κονσομασιόν, μαστροπεία, σωματεμπορία, τράφικινγκ.|| (μτφ.) Ηθική ~. ~ συνειδήσεων. Πβ. εκμαυλ-, εκφυλ-, εξευτελ-ισμός, εξαχρείωση. [< μεσν. εκπόρνευσις] | |
| 15210 | εκπορνεύω | [ἐκπορνεύω] εκ-πορ-νεύ-ω ρ. (μτβ.) {εκπόρνευ-σε, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -όμενος, -μένος} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. ωθώ στην πορνεία. Πβ. βγάζω στο κλαρί, εκδίδω. 2. (μτφ.) εκμεταλλεύομαι κάτι ανώτερο ή ιερό για το συμφέρον μου ή για υλικό όφελος: ~ει τις αξίες/το ταλέντο του. Πβ. εκμαυλ-, (εξ)ευτελ-ίζω, εξαχρειώνω. Βλ. αμαυρώνω, ατιμάζω. [< μτγν. ἐκπορνεύω] | |
| 15211 | εκπρόθεσμος | , η, ο [ἐκπρόθεσμος] εκ-πρό-θε-σμος επίθ.: που γίνεται μετά τη λήξη καθορισμένης προθεσμίας: ~η: αίτηση/δήλωση (μαθημάτων)/εγγραφή/καταβολή (εισφορών)/παράδοση/προσέλευση/υποβολή (δικαιολογητικών). ~ες: οφειλές/πληρωμές.|| (ως ουσ.) Ο διάδικος επικαλέστηκε το ~ο της ένστασης.|| (προφ., για πρόσ.) Είναι ~. ΑΝΤ. εμπρόθεσμος ● επίρρ.: εκπρόθεσμα & (λόγ.) εκπροθέσμως [< μτγν. ἐκπρόθεσμος] | |
| 15212 | εκπροσωπεύω | βλ. εκπροσωπώ | |
| 15213 | εκπροσώπηση | [ἐκπροσώπηση] εκ-προ-σώ-πη-ση ουσ. (θηλ.): το να ενεργεί κάποιος ή να παρίσταται κάπου για λογαριασμό άλλου, κατόπιν εντολής ή άδειας που του έχει δοθεί: διπλωματική ~. Συλλογική/συνδικαλιστική ~ των εργαζομένων. Δημοκρατική/πολιτική ~ του λαού (: από την κυβέρνηση και τα κόμματα). Νομική ~ της επιχείρησης (βλ. νομικός σύμβουλος). Ίση ~ γυναικών και ανδρών στη λήψη αποφάσεων. ~ σε Επιτροπές (και Συμβούλια). Παραστατικό ~ης. Πβ. αντιπροσώπευση. Βλ. αναπλήρωση, υπερ~. [< γαλλ. représentation] | |
| 15214 | εκπρόσωπος | [ἐκπρόσωπος] εκ-πρό-σω-πος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ώπου} ΣΥΝ. αντιπρόσωπος 1. πρόσωπο που εκπροσωπεί κάποιον: αιρετός/εκλεγμένος/εξουσιοδοτημένος/επίσημος/νόμιμος ~ (ενός οργάνου/φορέα). Ο κοινοβουλευτικός ~ ενός κόμματος. Οι ~οι των διαδίκων/δύο πλευρών (: δικηγόροι). ~οι του ΟΗΕ (: επιτετραμμένοι). Ανάδειξη/εκλογή/επίσκεψη/συμμετοχή ~ώπων. Διασκέψεις με ~ώπους των κρατών-μελών. Πβ. πληρεξούσιος. Βλ. -πρόσωπος. 2. (μτφ.) εκφραστής κινήματος, ρεύματος, ιδεολογίας: ~οι της γενιάς του '30/του ρομαντισμού. ~οι των γραμμάτων και των τεχνών. Βλ. πρεσβευτής. ● ΣΥΜΠΛ.: εκπρόσωπος Τύπου: υπεύθυνος για την ενημέρωση των δημοσιογράφων: ο ~ ~ της Αστυνομίας/του κόμματος. Ανακοίνωση/συνέντευξη του ~ώπου ~ου., κυβερνητικός εκπρόσωπος: ο εκπρόσωπος Τύπου της κυβέρνησης. [< γαλλ. porte-parole du gouvernement] [< μεσν. εκπρόσωπος, γαλλ. représentant, délégué] | |
| 15215 | εκπροσωπώ | [ἐκπροσωπῶ] εκ-προ-σω-πώ ρ. (μτβ.) {εκπροσωπ-εί ... | εκπροσώπ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} 1. παρίσταμαι κάπου ή ενεργώ εκ μέρους φυσικού ή νομικού προσώπου κατόπιν εξουσιοδότησης που έχω λάβει από αυτό: Την Κυβέρνηση ~ησε ο Υπουργός Εξωτερικών. Η εταιρεία ~είται νόμιμα από τον ... Βλ. αναπληρώνω.|| Η χώρα ~ήθηκε επάξια στον διαγωνισμό. ΣΥΝ. αντιπροσωπεύω (1) 2. (μτφ.) εκφράζω, υποστηρίζω: ~ούν διαφορετικές πολιτικές αντιλήψεις/ιδέες/τάσεις. ΣΥΝ. πρεσβεύω 3. ενεργώ στο όνομα κάποιου: ~εί τον νόμο/ξένα συμφέροντα. [< μεσν. εκπροσωπώ, γαλλ. représenter] | |
| 15216 | έκπτυξη | [ἔκπτυξη] έκ-πτυ-ξη ουσ. (θηλ.) (επιστ.): άνοιγμα, διεύρυνση: (για τρίποδο) μέγιστη ~ 10 εκ. Πβ. διάνοιξη, έκταση, ξεδίπλωμα.|| (ΙΑΤΡ.) Ταχεία ~ της υπερώας. ~ (= διόγκωση) του θώρακα κατά την τεχνητή αναπνοή. ~ των πνευμόνων. ΑΝΤ. σύμπτυξη.|| ~ των βλαστών/φύλλων.|| (μτφ.) ~ των δυνατοτήτων του ανθρώπινου πνεύματος. [< μτγν. ἔκπτυξις] | |
| 15217 | έκπτωση | [ἔκπτωση] έκ-πτω-ση ουσ. (θηλ.) 1. μείωση πληρωτέου ποσού· αφαίρεση μέρους ή ποσοστού από αυτό: ~ δαπανών/φόρου (πβ. φορο~). ~ έως/μέχρι 50%. ~ της τάξης του 10%. Γίνεται/παρέχεται/προσφέρεται/χορηγείται ~ σε όλα τα είδη/στους φοιτητές. Δικαιούται/του έκαναν ~. Όλα τα βιβλία πωλούνται με ~ 30% επί της (αναγραφόμενης) τιμής. Πβ. σκόντο.|| (μτφ.) Δεν κάνουν καμία ~ στα όνειρά/πιστεύω τους (= δεν συμβιβάζονται). 2. (επίσ.) απώλεια αξιώματος, θέσης, δικαιώματος: ~ από το βουλευτικό αξίωμα/το δικαίωμα της τμηματικής εξόφλησης των οφειλόμενων εισφορών (πβ. στέρηση).|| (ΝΟΜ.) Υποχρεωτική ~ αναδόχου για παρατυπίες. Πβ. καθαίρεση. 3. (μτφ.) κατάπτωση, ξεπεσμός: ηθική ~. ~ (των) αξιών. Πβ. εκπεσμός, εξαχρείωση, ευτέλεια. 4. ΙΑΤΡ. μείωση, πτώση της λειτουργίας οργάνου ή συστήματος του οργανισμού: διανοητική ~ (βλ. Αλτσχάιμερ, άνοια). Σταδιακή ~ της ακουστικής ικανότητας. Βλ. γήρανση, -πτωση. ● εκπτώσεις (οι): νόμιμη πώληση αγαθών σε μειωμένη τιμή· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη χρονική περίοδος: ενδιάμεσες/καλοκαιρινές/χειμερινές ~. Μεγάλες/μοναδικές ~. Διάρκεια/έναρξη των ~ώσεων. Άρχισαν/ξεκίνησαν οι ~. Θα περιμένω τις ~, για να πάρω δώρα. Τι αγόρασες στις ~; Βλ. προ~.|| (μτφ.) Δεν κάνουμε ~ (= συμβιβασμούς, υποχωρήσεις) στις αρχές μας/στην ποιότητα (: σε διαφημίσεις). [< αγγλ. sales] [< πβ. μτγν. ἔκπτωσις ‘διάχυση, διάψευση’ 1: γαλλ. rabais 2-4: γαλλ. déchéance] | |
| 15218 | εκπτωτικός | , ή, ό [ἐκπτωτικός] εκ-πτω-τι-κός επίθ.: που παρέχει έκπτωση: ~ός: κωδικός. ~ή: κάρτα/περίοδος/τιμή. ~ό: κουπόνι/πακέτο (σταθερής τηλεφωνίας)/πρόγραμμα. ~ές: προσφορές. ~ά ή δωρεάν εισιτήρια.|| ~ός: κατάλογος (: με προϊόντα στα οποία γίνεται έκπτωση). [< πβ. μτγν. ἐκπτωτικός 'που εκπίπτει ηθικά'] | |
| 15219 | έκπτωτος | , η, ο [ἔκπτωτος] έκ-πτω-τος επίθ./ουσ. (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. που έχασε το αξίωμα, την εξουσία του: ~ος: μονάρχης. ~η: κυβέρνηση. 2. ΝΟΜ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που του αφαιρέθηκαν τα δικαιώματά του, λόγω μη τήρησης των όρων σύμβασης ή συμφωνίας: ~ος: ανάδοχος. Κηρύχτηκε ~ με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου. ● ΣΥΜΠΛ.: έκπτωτος/εκπεσών άγγελος βλ. άγγελος [< μτγν. ἔκπτωτος] | |
| 15220 | εκπυρήνιση | [ἐκπυρήνιση] εκ-πυ-ρή-νι-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πλήρης αφαίρεση ξένου σώματος ή όγκου με χειρουργική μέθοδο: λαπαροσκοπική ~. ~ ινομυωμάτων (= ινομυωματεκτομή). Βλ. αποφλοίωση, μαρσιποποίηση. ΣΥΝ. εκπυρήνωση (2) [< μτγν. ἐκπυρήνισις ‘στύψιμο (για να βγει το κουκούτσι’, γαλλ. énucléation] | |
| 15221 | εκπυρήνωση | [ἐκπυρήνωση] εκ-πυ-ρή-νω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) εξαγωγή κουκουτσιού κατά τη βιομηχανική επεξεργασία καρπών και φρούτων: ~ ελαιόκαρπου. Μηχανήματα ~ης. Βλ. ξεκουκουτσιάζω. 2. ΙΑΤΡ. εκπυρήνιση. | |
| 15222 | εκπυρσοκροτεί | [ἐκπυρσοκροτεῖ] εκ-πυρ-σο-κρο-τεί ρ. (αμτβ.) {εκπυρσοκρότ-ησε, -ήσει, -ώντας}: (συνήθ. για όπλο) παράγει κρότο ύστερα από ανάφλεξη της εκρηκτικής του ύλης: Η καραμπίνα/το πιστόλι ~ησε κατά λάθος. Βλ. πυροβολώ. [< γαλλ. détoner] | |
| 15223 | εκπυρσοκρότηση | [ἐκπυρσοκρότηση] εκ-πυρ-σο-κρό-τη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκπυρσοκροτεί· συνεκδ. ο ίδιος ο κρότος: ~ όπλου. ~ήσεις κροτίδων/ρουκετών. [< γαλλ. détonation] | |
| 15224 | εκπωματίζω | [ἐκπωματίζω] εκ-πω-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {εκπωμάτισα} (λόγ.): αφαιρώ πώμα. ΑΝΤ. ταπώνω (1) [< μεσν. εκπωματίζω] | |
| 15225 | εκραγώ | βλ. εκρήγνυται | |
| 15226 | εκράν | [ἐκράν] ε-κράν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.): κινηματογραφική οθόνη· συνεκδ. κινηματογράφος. [< γαλλ. écran] | |
| 15227 | εκρέει | [ἐκρέει] ε-κρέ-ει ρ. (αμτβ.) {εξέρρευσε, εκρεύσει} (λόγ.) ΑΝΤ. εισρέει 1. ρέει (προς τα) έξω: ~ πύον από την πληγή (= βγαίνει, τρέχει). Ο ποταμός πηγάζει από ... και ~ στο ... (= εκβάλλει, χύνεται). Πβ. αναβλύζει. 2. (μτφ., κυρ. για χρήμα) εξέρχεται σε μεγάλες ποσότητες: Το συνάλλαγμα ~ άφθονο. ~ουν κεφάλαια από εγχώριους επενδυτές στις διεθνείς αγορές. Πβ. εξάγω. [< αρχ. ἐκρέω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ