Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [16080-16100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
15228εκρήγνυται[ἐκρήγνυται] ε-κρή-γνυ-ται ρ. (αμτβ.) {εξερράγη, εκραγεί} (λόγ.) 1. παθαίνει έκρηξη: Εξερράγη βόμβα (= έσκασε)/παγιδευμένο αυτοκίνητο (= ανατινάχτηκε). Ο αστεροειδής/η ρουκέτα/η χειροβομβίδα εξερράγη. Εξερράγησαν πυροτεχνήματα. 2. {στο θ. του αορίστου} (μτφ., για γεγονός) εκδηλώνεται αιφνιδιαστικά και βίαια: Η επανάσταση/ο πόλεμος εξερράγη (= ξέσπασε) στις ...εκρήγνυμαι {στο θ. του αορ.} (μτφ.): ξεσπώ, εξωτερικεύοντας συνήθ. την οργή μου με έντονο τρόπο: Ένιωσε εξαπατημένη και εξερράγη εναντίον του. (προφ.) Κοντεύω να εκραγώ (= σκάσω)! ● ΦΡ.: ηφαίστειο/καζάνι έτοιμο να εκραγεί βλ. ηφαίστειο [< αρχ. ἐκρήγνυμαι]
15229εκρηκτικά[ἐκρηκτικά] ε-κρη-κτι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. εκρηκτικό}: υγρές ή στερεές ουσίες που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση εκρήξεων· (συνήθ. συνεκδ.) μηχανισμός ή βλήμα με εκρηκτική ύλη: ανιχνευτής ~ών. Καμικάζι ζωσμένος με ~. Εντοπίστηκαν όπλα και ~. Πβ. βόμβα, γκαζάκι, κροτίδα, νάρκη, οβίδα, ρουκέτα, χειροβομβίδα.|| Χρήση ~ών για τη διάνοιξη στενών περασμάτων/στις κατεδαφίσεις κτιρίων/στα λατομεία (βλ. φουρνέλο). Βλ. βροντώδης υδράργυρος, δυναμίτης, μελιν-, πυρ-ίτιδα, νιτρογλυκερίνη, τρινιτροτολουόλη. ● ΣΥΜΠΛ.: πλαστικές εκρηκτικές ύλες/πλαστικά εκρηκτικά βλ. πλαστικός [< γαλλ. explosifs]
15230εκρηκτικός, ή, ό [ἐκρηκτικός] ε-κρη-κτι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στην έκρηξη ή την προκαλεί: ~ές ύλες/~ά υλικά (= εκρηκτικά). Εξερράγη/εξουδετερώθηκε (αυτοσχέδιος) ~ μηχανισμός (= βόμβα). Βλ. αντι~.|| ~ό περιβάλλον ορυχείων.|| ~ά φαινόμενα του Ήλιου. 2. (μτφ.-εμφατ.) που προκαλεί ή μπορεί να προκαλέσει ένταση ή δυνατά συναισθήματα: (αρνητ. συνυποδ.) ~ή: ατμόσφαιρα (= τεταμένη)/κατάσταση (= έκρυθμη). ~ές: εξελίξεις (= αιφνίδιες, κρίσιμες).|| (θετ. συνυποδ.) ~ός: συνδυασμός (γεύσεων). (κυρ. για αυτοκίνητα και υπολογιστές) ~ές: δυνατότητες/επιδόσεις. ~ά: χρώματα (: πολύ έντονα).|| (για πρόσ.) ~ή: εμφάνιση/ομορφιά/παρουσία (= ερεθιστική). Γυναίκα με ~ό ταμπεραμέντο (πβ. πληθωρικός).|| ~ό: ταλέντο (= εντυπωσιακό, φοβερό). 3. (μτφ.-εμφατ.) απότομος και πολύ μεγάλος ή γρήγορος: ~ή: αύξηση (των τιμών)/διάδοση (του διαδικτύου). ~οί: ρυθμοί ανάπτυξης. Το πρόβλημα της ανεργίας έχει (προσ)λάβει ~ές διαστάσεις.|| (για αθλητή) ~ή: εκκίνηση (= ταχύτατη). 4. (μτφ.-εμφατ.) ευερέθιστος, με συχνά ξεσπάσματα: ~ή: προσωπικότητα. Οξύθυμος, με ~ό ταμπεραμέντο.|| Πάντα επιθετικός και ~. ● ΣΥΜΠΛ.: πλαστικές εκρηκτικές ύλες/πλαστικά εκρηκτικά βλ. πλαστικός [< γαλλ. explosif]
15231εκρηκτικότητα[ἐκρηκτικότητα] ε-κρη-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ιδιότητα του εκρηκτικού: πυρομαχικά υψηλής ~ας (= ισχύος).|| (μτφ.) Η ~ του προβλήματος/(για πρόσ.) του χαρακτήρα του. Βλ. -ότητα. 2. ΑΘΛ. ικανότητα ανάπτυξης μέγιστης δύναμης σε ελάχιστο χρόνο: ασκήσεις ~ας (βλ. σπριντ). Παίκτης με ταχύτητα και ~. [< γαλλ. explosibilité]
15232έκρηξη[ἔκρηξη] έ-κρη-ξη ουσ. (θηλ.) 1. αιφνίδια και συνήθ. βίαιη εκτόνωση αερίων, λόγω ισχυρής πίεσης ή ανάφλεξης εκρηκτικής ύλης, που συνοδεύεται από έκλυση ενέργειας και κρότο· κατ΄επέκτ. θρυμματισμός του σώματος μέσα στο οποίο συντελέστηκε η αντίστοιχη αντίδραση: ~ βόμβας/οβίδας/φιάλης υγραερίου/χειροβομβίδας. ~ μεγάλης ισχύος. Κίνδυνος ~ης. Το σημείο της ~ης. Ελεγχόμενη ~ (από πυροτεχνουργούς). Διαδοχικές/εκκωφαντικές/πολλαπλές ~ήξεις. Η ~ προκλήθηκε από διαρροή αερίου. Σημειώθηκε πολύνεκρη/φονική ~.|| (ΓΕΩΛ.) Ηφαιστειακή ~.|| (ΦΥΣ.) Ατομική/πυρηνική ~.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Αστρική/κοσμική ~. ~ σουπερνόβα. ~ήξεις στην επιφάνεια του Ήλιου. ~ήξεις ακτίνων γ.|| ~ θερμοσίφωνα/λέβητα/παγιδευμένου φορτηγού. Πβ. σκάσιμο. 2. (μτφ.) ξαφνικό ξέσπασμα: ~ αγανάκτησης/αγάπης/οργής/χαράς. Έχει έντονες ~ήξεις (ενν. θυμού).|| ~ της επανάστασης/του πολέμου. 3. (μτφ.) απότομη αύξηση: δημογραφική/επιστημονική/πληθυσμιακή/πολιτιστική/τεχνολογική/χρηματιστηριακή ~. ~ της ανεργίας/εγκληματικότητας/των κερδών. ~ στις επενδύσεις.|| Επιδημικές ~ήξεις. ΣΥΝ. εκτίναξη (2), εκτόξευση (2) ● ΣΥΜΠΛ.: θεωρία της μεγάλης έκρηξης & η μεγάλη έκρηξη: ΦΥΣ. θεωρία για τη γέννηση του Σύμπαντος, σύμφωνα με την οποία η δημιουργία του συντελέστηκε πριν από δέκα έως δεκαπέντε δισεκατομμύρια χρόνια από μια ισχυρή έκρηξη μάζας ύλης που βρέθηκε σε κατάσταση εξαιρετικά υψηλής πυκνότητας και θερμοκρασίας. ΣΥΝ. μπιγκ μπανγκ [< αγγλ. big-bang theory, 1949] , ηλιακές εκλάμψεις/εκρήξεις βλ. ηλιακός [< αρχ. ἔκρηξις, γαλλ. explosion]
15233εκρηξιγενής, ής, ές [ἐκρηξιγενής] ε-κρη-ξι-γε-νής επίθ.: ΓΕΩΛ. που δημιουργήθηκε από ηφαιστειακή έκρηξη. Πβ. ηφαιστειογενής. Βλ. -γενής. ● ΣΥΜΠΛ.: πυριγενή/εκρηξιγενή/μαγματικά πετρώματα βλ. πέτρωμα1 [< γαλλ. éruptif]
15234εκριζώνω[ἐκριζώνω] ε-κρι-ζώ-νω ρ. (μτβ.) {εκρίζω-σε, εκριζώ-θηκε, -μένος} 1. (μτφ.-λόγ.) εξαφανίζω ολότελα, καταστρέφω: Προσπαθούν να ~σουν τη διαφθορά. 2. (επίσ.) ξεριζώνω. [< μτγν. ἐκριζῶ]
15235εκρίζωση[ἐκρίζωση] ε-κρί-ζω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-λόγ.) ολοκληρωτική εξάλειψη: ~ αναχρονιστικών νοοτροπιών και πρακτικών. Πρόληψη και ~ λοιμωδών νοσημάτων. 2. (επίσ.) ξερίζωμα: ~ αμπελώνων. Αγρανάπαυση ή ~. ~ώσεις και φυτεύσεις νέων δενδρυλλίων. Εκχερσώσεις και ~ώσεις. [< μτγν. ἐκρίζωσις]
15236εκριζωτής[ἐκριζωτής] ε-κρι-ζω-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. γεωργικό μηχάνημα εκρίζωσης: ~ βρύων/ζιζανίων. ~ές δέντρων. [< μτγν. ἐκριζωτής 'καταστροφέας']
15237εκροή[ἐκροή] ε-κρο-ή ουσ. (θηλ.) (λόγ.) ΑΝΤ. εισροή 1. ροή υγρού ή αερίου από άνοιγμα: αγωγοί/βαλβίδα/σωλήνας ~ής (νερού). ~ές αποβλήτων.|| ~ ποταμού (= εκβολή).|| ~ πύου. ΣΥΝ. έκχυση 2. ΟΙΚΟΝ. εξαγωγή χρημάτων: ~ κερδών/κεφαλαίου/συναλλάγματος (στο εξωτερικό).εκροές (οι): ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των αγαθών ή υπηρεσιών που παράγονται ή παρέχονται από επιχείρηση: βιομηχανικές ~. Δείκτης ~ών. ΑΝΤ. εισροές [< αγγλ. output] [< 1: αρχ. ἐκροή 2: αγγλ. outflow]
44236εκροή

, ή, ό [ῥευματικός] ρευ-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τους ρευματισμούς: ~ή: καρδιοπάθεια. ~ό: σύνδρομο. ~οί: πόνοι. ● Ουσ.: ρευματικά (τα): ρευματισμοί. [< πβ. μεσν. ρεματικά] , ρευματικός, ρευματική (ο/η): ασθενής που πάσχει από ρευματισμούς. ΣΥΝ. ρευματοπαθής ● ΣΥΜΠΛ.: ρευματικός πυρετός: φλεγμονώδης πάθηση που οφείλεται σε λοίμωξη από στρεπτόκοκκο, προσβάλλει συνήθ. παιδιά και εκδηλώνεται κυρ. με πυρετό, πολυαρθρίτιδα και καρδιακές διαταραχές. [< αρχ. ῥευματικός ‘αυτός που υποφέρει από εκροή υγρών, που πυορροεί’, γαλλ. rhumatismal, αγγλ. rheumatic]

15238εκρού[ἐκρού] ε-κρού επίθ./ουσ. {άκλ.}: που έχει ανοιχτό μπεζ χρώμα: σακάκι σε τόνο ~.|| (ως ουσ.) Το ~ (ενν. χρώμα) είναι στη μόδα. Πβ. ζαχαρί, ιβουάρ, κρεμ, μπεζ. [< γαλλ. écru]
15239εκρόφηση[ἐκρόφηση] ε-κρό-φη-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. απελευθέρωση ουσίας που έχει απορροφηθεί ή προσροφηθεί. ΑΝΤ. προσρόφηση [< μτγν. ἐκρόφησις, γαλλ. désorption, 1949]
58783εκρύγνυμαι
15240έκρυθμος, η, ο [ἔκρυθμος] έ-κρυθ-μος επίθ.: που βρίσκεται σε αναστάτωση, αναταραχή: ~ο: κλίμα. ~ες: συνθήκες. Tα πράγματα ήταν πολύ ~α. Πβ. ανώμαλος, ταραγμένος, ταραχώδης, τεταμένος. Βλ. χαώδης.|| ~ος: χαρακτήρας (= οξύθυμος). ΑΝΤ. ομαλός (2) ● ΣΥΜΠΛ.: έκρυθμη κατάσταση: που έχει ξεφύγει από τον κανονικό ρυθμό: Η χώρα βρίσκεται σε (ιδιαίτερα) ~ ~. Πβ. ηφαίστειο/καζάνι έτοιμο να εκραγεί. [< μτγν. ἔκρυθμος]
15241ΕΚΣΕΔ(το): Ενιαίο Κέντρο Συντονισμού Έρευνας και Διάσωσης. Βλ. ΚΣΕΔ.
15242εκσεσημασμένος, η, ο [ἐκσεσημασμένος] εκ-σε-ση-μα-σμέ-νος επίθ. , (εσφαλμ.) εξεσημασμένος: ΙΑΤΡ. ακατάσχετος, ανεξέλεγκτος: ~η: αιμορραγία/απώλεια (βάρους)/υπεργλυκαιμία. [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. ἐκσημαίνω ‘σηματοδοτώ, δείχνω’]
15243εκσκαπτικός, ή, ό [ἐκσκαπτικός] εκ-σκα-πτι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την εκσκαφή: ~ό: μηχάνημα (= εκσκαφέας). Χωματουργικές-~ές εργασίες.
15244εκσκαφέας[ἐκσκαφέας] εκ-σκα-φέ-ας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα εκσκαφής: ~-φορτωτής. Χειριστής ~α. Εκρίζωση με ~α. Ερπυστριοφόροι/υδραυλικοί ~είς. Γερανοί-~είς. Πβ. βυθοκόρος, μετροπόντικας, μπουλντόζα. ΣΥΝ. φαγάνα (1) [< γαλλ. excavateur]
15245εκσκαφή[ἐκσκαφή] εκ-σκα-φή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σκάψιμο του εδάφους για την εξόρυξη υλικού ή την κατασκευή τεχνικού έργου· συνεκδ. το αντίστοιχο σκαμμένο τμήμα: υπόγεια ~. ~ τάφρων. Μπάζα ~ών.|| ~ βάθους ... µέτρων (= όρυγμα). Πβ. αυλάκι, χωματισμός. [< μτγν. ἐκσκαφή]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.