| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 15246 | εκσπερματώνω | [ἐκσπερματώνω] εκ-σπερ-μα-τώ-νω ρ. {εκσπερμάτω-σε, εκσπερματών-οντας} & εκσπερματίζω: αποβάλλω σπέρμα τη στιγμή του οργασμού. ΣΥΝ. χύνω (2) [< μτγν. ἐκσπερματῶ, γαλλ. éjaculer] | |
| 15247 | εκσπερμάτωση | [ἐκσπερμάτωση] εκ-σπερ-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.) & εκσπερμάτιση: ΙΑΤΡ. εκροή σπέρματος και σπερματικού υγρού τη στιγμή του οργασμού: ακούσια/γρήγορη/καθυστερημένη ~. Βλ. στύση. ΣΥΝ. χύσιμο (2) ● ΣΥΜΠΛ.: πρόωρη εκσπερμάτωση: εξώθηση σπέρματος ύστερα από ελάχιστο σεξουαλικό ερεθισμό πριν από ή λίγο μετά τη διείσδυση του πέους στον κόλπο. [< γαλλ. éjaculation prématuré] , παλίνδρομη εκσπερμάτωση βλ. παλίνδρομος [< γαλλ. éjaculation] | |
| 15248 | εκσπλαχνισμός | [ἐκσπλαχνισμός] εκ-σπλα-χνι-σμός ουσ. (αρσ.) (επίσ.): στάδιο επεξεργασίας θηραμάτων, σφαγίων ή αλιευμάτων, που περιλαμβάνει την αφαίρεση των σπλάχνων τους: ~ πουλερικών. Εκδορά και ~. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. éviscération] | |
| 15249 | έκσταση | [ἔκσταση] έκ-στα-ση ουσ. (θηλ.): ακραία διανοητική και ψυχική κατάσταση που οφείλεται σε έντονη μυστικιστική, συνήθ. θρησκευτική εμπειρία, κατά την οποία ακυρώνεται η λογική σκέψη και χάνεται η επαφή με την πραγματικότητα και ο αυτοέλεγχος· κατ' επέκτ. ευφορία, παράφορος ενθουσιασμός, έντονη απόλαυση και ευχαρίστηση: ιερή (βλ. βακχεία, διονυσιασμός, μανία)/χορευτική (βλ. δερβίσης) ~. Η ~ της προσευχής. Η μαντική ~ της Πυθίας. Βρίσκεται/βυθίστηκε/έπεσε/έφτασε/ήρθε σε ~. Καταλήφθηκε/κυριεύτηκε από ~. Πβ. μεταρσίωση. Βλ. διαλογισμός, έξαψη, όραμα, ψευδαίσθηση.|| Ερωτική ~ (= ηδονή, οργασμός). Τον ακούει/κοιτάζει με ~ (= εκστασιασμένος, με δέος). [< μτγν. ἔκστασις, γαλλ. extase, αγγλ. ecstasy] | |
| 15250 | έκστασι | [ἔκστασι] έκ-στα-σι ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & έκσταση: ΧΗΜ. συνθετικό παραισθησιογόνο ναρκωτικό (σύμβ. C11H15NO2), παράγωγο της αμφεταμίνης, σε μορφή δισκίου με διάφορα σχέδια και χρώματα. Βλ. ελ ες ντι, κρακ, μεθαμφεταμίνη. Πβ. κουμπί. [< αγγλ. ecstasy, 1985, γαλλ. ~, 1988] | |
| 15251 | εκστασιάζω | [ἐκστασιάζω] εκ-στα-σι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {εκστασία-σε, εκστασιά-στηκε, -σμένος, συνήθ. μεσοπαθ.} (εμφατ.): προκαλώ μεγάλο ενθουσιασμό, συναρπάζω. Πβ. καθηλώνω, μαγεύω. ● Παθ.: εκστασιάζομαι 1. μένω έκθαμβος, εκστατικός: ~στηκαν από την/μπροστά στην ομορφιά του τοπίου. Παρακολουθούσε ~σμένος τη συναυλία. 2. (σπανιότ.-κυριολ.) καταλαμβάνομαι από έκσταση. [< πβ. μτγν. ἐκστασιάζω 'παρακινώ σε επανάσταση', γαλλ. extasier, αγγλ. ecstasy] | |
| 15252 | εκστασιασμός | [ἐκστασιασμός] εκ-στα-σι-α-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκστασιάζομαι: βλέμματα ~ού (: υπέρμετρου θαυμασμού). | |
| 15253 | εκστατικός | , ή, ό [ἐκστατικός] εκ-στα-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την έκσταση: ~ός: χορός (βλ. βακχικός, δερβίσικος). ~ή: ατμόσφαιρα/εμπειρία (βλ. μυστικιστικός)/κατάσταση. ~ό: όραμα (βλ. ψευδαίσθηση). 2. (για πρόσ.) εκστασιασμένος: Κοίταζαν/στέκονταν ~οί. ● επίρρ.: εκστατικά [< αρχ. ἐκστατικός, γαλλ. extatique, αγγλ. ecstatic] | |
| 15254 | εκστομίζω | [ἐκστομίζω] εκ-στο-μί-ζω ρ. (μτβ.) {εκστόμι-σε (λογιότ.) εξεστόμι-σε} (λόγ.): ξεστομίζω. | |
| 15255 | εκστόμιση | [ἐκστόμιση] εκ-στό-μι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του εκστομίζω: ~ ύβρεων. | |
| 15256 | εκστρατεία | [ἐκστρατεία] εκ-στρα-τεί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) οργανωμένη συλλογική δράση για την επίτευξη κοινωνικού σκοπού: διεθνής/παγκόσμια/πανευρωπαϊκή ~. Διαδικτυακή/διαφημιστική/τηλεοπτική (βλ. τηλεμαραθώνιος) ~. Αντικαπνιστική/προεκλογική ~. Εκπαιδευτικές ~ες. ~ εμβολιασμού/ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης (του κοινού)/οδικής ασφάλειας/πληροφόρησης/προώθησης (του τουρισμού). ~ κατά της ακρίβειας/του έιτζ/των ναρκωτικών/της φτώχειας. Ξεκίνησαν (μια) κοινή ~.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ λάσπης (= πόλεμος)/παραπληροφόρησης. ΣΥΝ. εξόρμηση (2), καμπάνια, σταυροφορία (2) 2. οργανωμένη πορεία στρατού έξω από τα σύνορα της χώρας του, με σκοπό την κατάκτηση ξένων εδαφών: (ΙΣΤ.) η ~ του Μ. Αλεξάνδρου.|| (ΜΥΘ.) Η αργοναυτική ~.|| Κρεβάτι (= ράντζο)/στολή ~ας. [< 1: γαλλ. campagne 2: μτγν. ἐκστρατεία] | |
| 15257 | εκστρατευτικός | , ή, ό [ἐκστρατευτικός] εκ-στρα-τευ-τι-κός επίθ.: που έχει σχέση με την εκστρατεία: ~ή: δύναμη. ~ό: σώμα. ~ές: επιχειρήσεις. | |
| 15258 | εκστρατεύω | [ἐκστρατεύω] εκ-στρα-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {εκστράτευ-σε (λόγ.) εξεστράτευσε, εκστρατεύ-οντας}: κάνω εκστρατεία: ~σαν εναντίον/κατά των ...|| (μτφ.) ~ουν για την εξοικονόμηση ενέργειας (= εξορμούν, κινητοποιούνται). [< αρχ. ἐκστρατεύω] | |
| 15259 | εκσυγχρονίζω | [ἐκσυγχρονίζω] εκ-συγ-χρο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {εκσυγχρόνι-σε, εκσυγχρονί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -όμενος, -σμένος, εκσυγχρονίζ-οντας}: προσαρμόζω κάτι στις απαιτήσεις και τα δεδομένα του παρόντος, της σύγχρονης εποχής: Η εταιρεία ~σε τις διαδικασίες λειτουργίας και οργάνωσής της. Το συγκοινωνιακό δίκτυο ~στηκε και αναβαθμίστηκε. ~σμένο: σύστημα (ΑΝΤ. απαρχαιωμένο). ~σμένες: εγκαταστάσεις. Πβ. εκμοντερνίζω.|| Ο νέος κανονισμός απλουστεύει και ~ει την υφιστάμενη νομοθεσία. ~στηκε ο δημόσιος τομέας/το κράτος πρόνοιας. Βλ. μεταρρυθμίζω. ΣΥΝ. επικαιροποιώ [< γαλλ. moderniser] | |
| 15260 | εκσυγχρονισμός | [ἐκσυγχρονισμός] εκ-συγ-χρο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκσυγχρονίζω: ποιοτικός/τεχνολογικός ~. ~ της βιομηχανίας/επιχείρησης. Ανάγκη/επενδύσεις/έργα/σχέδιο ~ού. Πβ. εκμοντερνισμός.|| Πολιτικός ~. ~ της αγοράς εργασίας/της εκπαίδευσης/των Ενόπλων Δυνάμεων. Αναδιοργάνωση/ανάπτυξη και ~. Βλ. -ισμός, μεταρρύθμιση, συντηρητισμός. [< γαλλ. modernisation] | |
| 15261 | εκσυγχρονιστής | [ἐκσυγχρονιστής] εκ-συγ-χρο-νι-στής ουσ. (αρσ.) , εκσυγχρονίστρια (η): πρόσωπο που εκσυγχρόνισε κάτι: ριζοσπαστικοί/τολμηροί ~ές.|| (ως επίθ.) ~ πολιτικός. Βλ. μεταρρυθμιστής. [< γαλλ. modernisateur, περ. 1950] | |
| 15262 | εκσυγχρονιστικός | , ή, ό [ἐκσυγχρονιστικός] εκ-συγ-χρο-νι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον εκσυγχρονισμό: ~ή: κυβέρνηση/πολιτική. ~ό: έργο/πρόγραμμα/σχέδιο. ~ές: αντιλήψεις/πρωτοβουλίες. Πβ. μοντέρνος. Βλ. μεταρρυθμιστικός. ΑΝΤ. αναχρονιστικός [< γαλλ. modernisateur, περ. 1950] | |
| 15263 | εκσφαλμάτωση | βλ. αποσφαλμάτωση | |
| 15264 | εκσφενδονίζω | [ἐκσφενδονίζω] εκ-σφεν-δο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {εκσφενδόνι-σε, εκσφενδονί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, εκσφενδονίζ-οντας} : πετώ κάτι με δύναμη προς συγκεκριμένο στόχο: Εξαγριωμένοι οπαδοί ~σαν πέτρες κατά σταθμευμένων αυτοκινήτων. Πβ. εκτοξεύω, εξακοντίζω, εξαπολύω, ρίχνω.|| Ο οδηγός ~στηκε από το αυτοκίνητό του (= εκτινάχτηκε, ύστερα από σφοδρή σύγκρουση). [< μτγν. ἐκσφενδονῶ, μεσν. εκσφενδονίζω] | |
| 15265 | εκσφενδόνιση | [ἐκσφενδόνιση] εκ-σφεν-δό-νι-ση ουσ. (θηλ.) & εκσφενδονισμός (ο): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκσφενδονίζω: ~ φωτοβολίδων. Πβ. εκτόξευση, εξακόντιση, εξαπόλυση, ρίψη. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ