| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 15266 | ΕΚΤ | 1. (η) Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. 2. (το) Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης. Βλ. ΕΙΕ. 3. (το) Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο. 4. (το) Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Ταμείο. | |
| 15267 | εκτάθηκε | βλ. εκτείνω | |
| 15268 | έκτακτος | , η, ο [ἔκτακτος] έ-κτα-κτος επίθ. 1. {κ. (λόγ. θηλ.) -ος} που γίνεται ή συμβαίνει σε ειδικές περιστάσεις, εκτός προγράμματος ή απρόσμενα: ~ος: έλεγχος/φόρος. ~η: αμοιβή (πβ. δώρο, μπόνους, πριμ)/ανακοίνωση/βοήθεια/εισφορά/έκδοση/ενίσχυση/επίσκεψη/πτήση/σύγκληση (επιτροπής)/συνέλευση/σύνοδος (κορυφής)/σύσκεψη. ~ο: βοήθημα/δικαστήριο (βλ. ανώτατο ειδικό)/επίδομα/μάθημα/στρατοδικείο (βλ. διαρκές)/συνέδριο/ταξίδι. ~ες: εξουσίες/συνθήκες. ~α: δρομολόγια (ΑΝΤ. προγραμματισμένα)/μέτρα. ~η επικαιρότητα/~ο δελτίο (ειδήσεων). ~α Εξωτερικά Ιατρεία. ~οι πόροι εταιρείας (: δωρεές, κληροδοτήματα, κληρονομιές). ΑΝΤ. τακτικός (2) 2. (για πρόσ.) που προσλαμβάνεται ή χρησιμοποιείται για ειδική εργασία, υπηρεσία ή αποστολή και για ορισμένο χρονικό διάστημα: ~ος: συνεργάτης/υπάλληλος. ~ο: μέλος (επιτροπής)/προσωπικό. (παλαιότ.) ~οι: καθηγητές.|| (ως ουσ.) Οι ~οι απασχολούνται με συμβάσεις μίσθωσης έργου. Πβ. εποχιακός, προσωρινός. Βλ. αναπληρωτής, επικουρικός, συμβασιούχος, ωρομίσθιος. ΑΝΤ. μόνιμος (2), τακτικός (4) 3. εξαιρετικός, έξοχος: ~ος: συνάδελφος. ΣΥΝ. θαυμάσιος, υπέροχος ● επίρρ.: έκτακτα 1. εξαίρετα, περίφημα, υπέροχα: Περάσαμε ~! 2. (καταχρ.) εκτάκτως. ● επίρρ.: εκτάκτως (λόγ.) 1. χωρίς να έχει προγραμματιστεί: Το Διοικητικό Συμβούλιο θα συνεδριάσει σήμερα ~ (πβ. κατ' εξαίρεση). 2. για ορισμένο χρόνο: Συνεργάζεται μόνιμα ή ~ με διάφορες εφημερίδες (βλ. εξωτερικός συνεργάτης). ● ΣΥΜΠΛ.: έκτακτης/άμεσης/πρώτης ανάγκης βλ. ανάγκη, επείγον (περιστατικό) βλ. επείγων, κατάσταση έκτακτης ανάγκης βλ. κατάσταση, φώτα έκτακτης/επείγουσας ανάγκης βλ. φως [< μτγν. ἔκτακτος, γερμ. ausserordentlich, γαλλ. extraordinaire 2: γαλλ. extra] | |
| 15269 | εκταμίευση | [ἐκταμίευση] ε-κτα-μί-ευ-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. ανάληψη ή αποδέσμευση (κεφαλαίου): άμεση/σταδιακή ~. ~ δανείου/κονδυλίων/κοινοτικών πόρων. [< γαλλ. décaissement] | |
| 15270 | εκταμιεύω | [ἐκταμιεύω] ε-κτα-μι-εύ-ω ρ. (μτβ.) {εκταμίευ-σε, εκταμιεύ-θηκε (λόγ.) -τηκε, -μένος, -οντας} : ΟΙΚΟΝ. κάνω εκταμίευση: ~τηκε βοήθεια ύψους ... εκατομμυρίων ευρώ/η επιχορήγηση. ΑΝΤ. αποταμιεύω (1) [< μτγν. ἐκταμιεύομαι ‘διαχειρίζομαι, διανέμω’, γαλλ. décaisser] | |
| 15271 | εκτάριο | [ἑκτάριο] ε-κτά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {εκταρίου}: ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης επιφανειών, ίση με δέκα στρέμματα (σύμβ. ha): ανά ~. ~α δάσους. Έκταση σε ~α. Βλ. εμβαδόν. [< μεσν. εκτάριον, γαλλ. hectare] | |
| 15272 | έκταση | [ἔκταση] έ-κτα-ση ουσ. (θηλ.) 1. το εμβαδόν μιας εδαφικής ή υδάτινης επιφάνειας: η ~ της ακτογραμμής/μιας λίμνης/ενός οικισμού. Η συνολική ~ του κτήματος είναι ... στρέμματα. Το νησί έχει ~ ... τ. χλμ. Βλ. επ~, προ~. 2. (κατ' επέκτ.) περιοχή: αμμώδης (βλ. έρημος)/δασική (= δάσος)/θαλάσσια (= θάλασσα)/ορεινή/πεδινή (= πεδιάδα)/πυκνόφυτη ~. Απέραντες/αχανείς/δημόσιες/ιδιωτικές/καλλιεργήσιμες/μισθωμένες/στρεμματικές ~άσεις (γης). 3. (μτφ.) εύρος, κλίμακα, μέγεθος: η ~ της ανεργίας/των αρμοδιοτήτων/της βλάβης/των δραστηριοτήτων/της ευθύνης/της καταστροφής/της νόσου/της πυρκαγιάς. Σε περιορισμένη ~ (βλ. ένταση). Είναι δύσκολο να υπολογιστεί η πραγματική ~ του προβλήματος (: σοβαρότητα). Το επεισόδιο αποσιωπήθηκε και δεν έλαβε/πήρε ~ (: δεν έγινε ευρέως γνωστό, βλ. προ~). Μη δίνεις ~ στο ζήτημα (: μην αποδίδεις μεγάλη σημασία)! Πβ. φάσμα. ΣΥΝ. διάσταση (2) 4. (μτφ.) μάκρος: μεγάλη ~ της ομιλίας (= διάρκεια). Σε ~ χρόνου (= βάθος).|| Η ~ της διδακτέας ύλης. Η ~ της εργασίας δεν πρέπει να υπερβαίνει τις ... σελίδες. 5. ΓΥΜΝ. τέντωμα: ~ των αγκώνων/της πλάτης/των ποδιών/του τετρακέφαλου. Με τα χέρια σε ~/σε θέση ~ης (: παράλληλα προς το έδαφος). Πβ. απαγωγή, άπλωμα, διάταση. Βλ. ημι~, κάμψη, υπερ~. 6. ΓΡΑΜΜ. μεταβολή βραχύχρονου φωνήεντος σε μακρόχρονο: μετρική ~. Βλ. αντ~. 7. ΜΟΥΣ. διάστημα ανάμεσα στον χαμηλότερο και υψηλότερο φθόγγο: η ~ ενός οργάνου. Μεγάλη ~ φωνής. ● ΦΡ.: εν εκτάσει (λόγ.): αναλυτικά, εκτενώς: Το θέμα συζητήθηκε ~ ~. Πβ. in extenso., σε όλη την έκταση: σε όλο το μέρος, παντού: ~ ~ του Νομού/της χώρας. Πβ. απ' άκρη σ' άκρη. [< 1,2,7: γαλλ. étendue 3: μτγν. ἔκτασις, γαλλ. étendue, αγγλ. extent 4: μτγν. ~, γαλλ. longueur 5: αρχ. ἔκτασις 6: μτγν. ~] | |
| 15273 | εκτατικός | , ή, ό [ἐκτατικός] ε-κτα-τι-κός επίθ. 1. (για τον πρωτογενή τομέα της οικονομίας) που γίνεται σε μεγάλες εκτάσεις με ελάχιστο κόστος και μόχθο, με αποτέλεσμα να αποφέρει συνήθ. μικρή παραγωγή, και εξαρτάται από την ευφορία του εδάφους ή την ποιότητα των υδάτων: ~ή: γεωργία/κτηνοτροφία/(υδατο)καλλιέργεια. ANT. εντατικός. 2. που έχει την ιδιότητα να τεντώνει τμήμα του σώματος: (ΑΝΑΤ.) ~οί: μύες (βλ. καμπτήρας). (ΓΥΜΝ.) ~ές: ασκήσεις. Πβ. διατατικός. 3. που αναφέρεται στην έκταση ως μέγεθος: (ΦΥΣ.) ~ή: μεταβλητή. ΑΝΤ. εντατικός (2) [< 1,3: γαλλ. extensif, αγγλ. extensive 2: μτγν. ἐκτατικός, γαλλ. expansible] | |
| 15274 | εκτατός | , ή, ό [ἐκτατός] ε-κτα-τός επίθ. (επιστ.): που μπορεί να εκταθεί, επιμηκυνθεί: ~ό: νήμα/φιλμ. Πβ. διασταλτός, ελαστικός. [< αρχ. ἐκτατός, γαλλ.-αγγλ. extensible] | |
| 15275 | εκταφή | [ἐκταφή] ε-κτα-φή ουσ. (θηλ.): εξαγωγή οστών από μνήμα και μεταφορά τους συνήθ. σε οστεοφυλάκιο ή σορού από τάφο, κυρ. για διενέργεια νεκροψίας: ~ λειψάνων. Πβ. ανακομιδή. ΑΝΤ. ταφή (1) [< γαλλ. exhumation] | |
| 15276 | εκτεθειμένος | , η, ο [ἐκτεθειμένος] ε-κτε-θει-μέ-νος επίθ. 1. (+ σε) απροστάτευτος απέναντι σε κάτι που δέχεται ή υφίσταται: ~ στην ακτινοβολία/ηχορύπανση/ραδιενέργεια.|| Ανήλικοι ~οι σε κακοποίηση (πβ. ανυπεράσπιστος). ~οι στα αδιάκριτα βλέμματα.|| Τρόφιμα ~α στον ήλιο.|| Άφησαν ~α (= ακάλυπτα) τα μετόπισθεν. ΣΥΝ. έκθετος (1) 2. (για πρόσ.) που οι ενέργειες ή οι παραλείψεις του τον αφήνουν ευάλωτο απέναντι στην κριτική· γενικότ. που η υπόληψή του έχει θιγεί: Βρέθηκε ~ (απέναντι) στην κοινή γνώμη. Διέψευσαν τις δηλώσεις του, αφήνοντάς τον ~ο. ΣΥΝ. έκθετος (2) 3. (για έκθεμα) τοποθετημένο σε προθήκη, ώστε να το βλέπει το κοινό: αγγεία ~α στις προθήκες του μουσείου. ● βλ. εκθέτω [< αρχ. ἐκτεθειμένος, γαλλ. exposé] | |
| 15277 | εκτείνω | [ἐκτείνω] ε-κτεί-νω ρ. (μτβ.) {εξέτεινε, εκτείνει, εκτά-θηκε (λόγ. μτχ. εκτα-θείς, -θείσα, -θέν), εκτειν-όμενος, εκτετα-μένος, εκτείν-οντας} (λόγ.) 1. απλώνω, τεντώνω (μέλος του σώματος): ~ει το γόνατό/πόδι του. Εξέτεινε τα χέρια του στον ουρανό. Βλ. υπερ~. 2. (μτφ.) επεκτείνω: ~ουν τις δραστηριότητές τους στο εξωτερικό. Βλ. προ~. ● Παθ.: εκτείνεται 1. καταλαμβάνει έκταση (τοπική ή χρονική): Η οροσειρά ~ κατά μήκος των βόρειων συνόρων. Οι εγκαταστάσεις ~ονται σε χώρο ... τετραγωνικών μέτρων (= καλύπτουν, πιάνουν). Ο κάμπος ~ (= φτάνει) ως τη θάλασσα. Περιοχή ~όμενη από ... μέχρι ...|| Ο πόνος ~ στα άκρα.|| Ο χρόνος φοίτησης ~ από τρεις μήνες μέχρι έναν χρόνο.|| (μτφ.) Η φήμη του ~ πέρα από τα όρια της χώρας του (= απλώνεται). 2. ΓΡΑΜΜ. (για βραχύχρονο φωνήεν) γίνεται μακρόχρονο, παθαίνει έκταση. ● βλ. εκτεταμένος [< αρχ., μτγν. ἐκτείνω] | |
| 15278 | εκτέλεση | [ἐκτέλεση] ε-κτέ-λε-ση ουσ. (θηλ.) 1. πραγματοποίηση, υλοποίηση: άμεση/έγκαιρη/μερική/νόμιμη/ομαλή/πλημμελής/σταδιακή/υποχρεωτική ~. ~ αποστολής/απόφασης/διαταγής/εργασιών (κατασκευής)/καθήκοντος (= άσκηση, εκπλήρωση, επιτέλεση)/μελέτης/πειραμάτων/συνταγής/σχεδίου/υπολογισμών. (ΣΤΡΑΤ.) ~ βολών (= ρίψη). (ΝΑΥΤ.) Άδεια ~ης πλόων. Προς/υπό ~ έργα. Πβ. διεκπεραίωση.|| (ΝΟΜ.) Διοικητική ~. ~ διαθήκης/σύμβασης. Αναστολή ~ης της ποινής. Διάταγμα που εκδόθηκε σε ~ του άρθρου/νόμου ... (= εφαρμογή).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ εντολής/λειτουργίας/προγράμματος. 2. (ως τρόπος δολοφονίας ή ως θανατική ποινή) θανάτωση, συνήθ. με όπλο: άνανδρη/εικονική ~ (: ως βασανιστήριο)/εν ψυχρώ ~. Μαζικές/ομαδικές ~έσεις αιχμαλώτων/αμάχων/ομήρων.|| ~ στην ηλεκτρική καρέκλα/με λιθοβολισμό. 3. ΑΘΛ. λάκτισμα ή ρίψη της μπάλας ύστερα από υπόδειξη του διαιτητή είτε για την επαναφορά της στον αγωνιστικό χώρο του γηπέδου είτε ως εφαρμογή ποινής: (στο ποδόσφαιρο) ~ ελεύθερου/κόρνερ/φάουλ/πλάγιου άουτ. Άριστη/εύστοχη/κακή ~ πέναλτι. Πβ. χτύπημα.|| (στο μπάσκετ) ~ βολών. 4. ΜΟΥΣ. ερμηνεία μουσικής σύνθεσης με τη φωνή ή με όργανο: αυθεντική (βλ. ρεμίξ)/ζωντανή/ορχηστρική/χορωδιακή ~ (κομματιού). Σε πρώτη (παγκόσμια) ~. Παλιές/σπάνιες ~έσεις-ηχογραφήσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: αναγκαστική εκτέλεση βλ. αναγκαστικός [< γαλλ. exécution] | |
| 15279 | εκτελέσιμος | , η, ο [ἐκτελέσιμος] ε-κτε-λέ-σι-μος επίθ. (επιστ.): που μπορεί να εκτελεστεί: ~ο: σχέδιο (πβ. πραγματοποιήσιμος).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ος: κώδικας. ~η: εντολή. ~ο: λογισμικό.|| (ως ουσ.) Τρέχω το ~ο (ενν. αρχείο). [< γαλλ. exécutable, αγγλ. executable] | |
| 15280 | εκτελεστέος | , α, ο [ἐκτελεστέος] ε-κτε-λε-στέ-ος επίθ. (επίσ.): που πρέπει να εκτελεστεί, διεκπεραιωθεί: ~α: έργα.|| Η δικαστική απόφαση είναι (άμεσα) ~α. Βλ. -τέος. [< γαλλ. exécutoire] | |
| 15281 | εκτελεστήριος | , α, ο [ἐκτελεστήριος] ε-κτε-λε-στή-ρι-ος επίθ.: ΝΟΜ. εκτελεστός: ~ος: τύπος. Βλ. -τήριος. | |
| 15282 | εκτελεστής | [ἐκτελεστής] ε-κτε-λε-στής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. εκτελέστρια} 1. δολοφόνος· σπανιότ. δήμιος: αδίστακτος/πληρωμένος/ψυχρός ~ (= φονιάς). ~ της μαφίας. 2. ΜΟΥΣ. ερμηνευτής (μουσικός ή τραγουδιστής): ~ κρουστών. 3. πρόσωπο που έχει αναλάβει να φέρει σε πέρας κάτι: (ΝΟΜ.) ~ της απόφασης/των εντολών. Πβ. διεκπεραιωτής.|| (ΑΘΛ.) ~ κόρνερ/πέναλτι. ● ΣΥΜΠΛ.: εκτελεστής διαθήκης: ΝΟΜ. το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εξουσιοδοτείται μέσω διαθήκης να αναλάβει την εφαρμογή των όρων της. [< μεσν. εκτελεστής, γαλλ. exécuteur] | |
| 15283 | εκτελεστικός | , ή, ό [ἐκτελεστικός] ε-κτε-λε-στι-κός επίθ. 1. (σε εταιρεία, ίδρυμα ή οργανισμό) που είναι υπεύθυνος για την εφαρμογή γενικών αποφάσεων: ~ός: γραμματέας/διευθυντής/σύμβουλος. ~ή: Αρχή/γραμματεία/επιτροπή. ~ό: συμβούλιο/σώμα. Πβ. εκτελεστής. 2. που σχετίζεται με την εκτέλεση εντολής ή ενέργειας: ~ός: κανονισμός. ~ή: λειτουργία (πβ. διεκπεραιωτικός). ~ές: αποφάσεις/διατάξεις/ρυθμίσεις. ~ά: διατάγματα/μέτρα.|| ~ή: δεινότητα (μπασκετμπολίστα/ποδοσφαιριστή/μουσικού). ● ΣΥΜΠΛ.: εκτελεστικό όργανο & (προφ.) Εκτελεστικό: που υλοποιεί, εφαρμόζει εντολές: το (ανώτατο) ~ ~ της Γενικής Συνέλευσης. Συμβουλευτικά και ~ά ~α. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι το ~ ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης.|| (προφ.) Συνεδρίασε το Εκτελεστικό του κόμματος.|| (αρνητ. συνυποδ.) Έχει μετατραπεί σε άβουλο/πειθήνιο ~ ~ (= μαριονέτα). [< γαλλ. organe exécutif] , εκτελεστική εξουσία βλ. εξουσία, εκτελεστικό απόσπασμα βλ. απόσπασμα, εκτελεστικός νόμος βλ. νόμος, πολιτικό/εκτελεστικό γραφείο βλ. γραφείο [< μεσν. εκτελεστικός, γαλλ. exécutif] | |
| 15284 | εκτελεστός | , ή, ό [ἐκτελεστός] ε-κτε-λε-στός επίθ.: ΝΟΜ. που μπορεί να υλοποιηθεί, να εφαρμοστεί: ~ή: απόφαση. ~ό: δικαίωμα. Η πράξη κηρύχθηκε ~ή.|| (ως ουσ.) Το ~ό (= η εκτελεστότητα). ● ΣΥΜΠΛ.: εκτελεστός τίτλος βλ. τίτλος [< γαλλ. exécutoire] | |
| 15285 | εκτελεστότητα | [ἐκτελεστότητα] ε-κτε-λε-στό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. ο χαρακτήρας μιας απόφασης ή πράξης που μπορεί να εφαρμοστεί με προσφυγή, εφόσον χρειαστεί, στη Δικαιοσύνη: άμεση ~. ~ της διαταγής πληρωμής. Δεδικασμένο και ~. Αναστολή ~ας. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. enforceability, γερμ. Vollstreckbarkeit] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ