Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [16140-16160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
15286εκτελώ[ἐκτελῶ] ε-κτε-λώ ρ. (μτβ.) {εκτελείς ... | εκτέλε-σα (λόγ.) εξετέλεσα, εκτελ-είται, εκτελέ-στηκε (λόγ.) -σθηκε (λογιότ. εξετελέσθη, μτχ. εκτελεσ-θείς, -θείσα, -θέν), εκτελ-ούμενος, -ώντας, εκτελε-σμένος} 1. εφαρμόζω, πραγματοποιώ, υλοποιώ: ~ούν διαταγές (= ακολουθούν)/(αριθμητικές) πράξεις. ~σε κατά γράμμα/πιστά την εντολή (πβ. πειθαρχώ, υπακούω). Εξετέλεσε την αποστολή (= έφερε σε πέρας)/το καθήκον (= επιτέλεσε) του. Δεν ~σε την πράξη για την οποία κατηγορείται (= διέπραξε). Τα δρομολόγια/οι πτήσεις ~ούνται κανονικά. (σε πινακίδα) Προσοχή! ~ούνται έργα. Η επιχείρηση (διάσωσης) ~στηκε (= ολοκληρώθηκε) με επιτυχία. Η παραγγελία θα ~στεί αμέσως. ~ούμενες: εργασίες.|| (ΑΘΛ.) ~σε (το) κόρνερ/φάουλ.|| (ΦΥΣ.) Σώμα που ~εί (= κάνει) ευθύγραμμη κίνηση. 2. θανατώνω, συνήθ. με όπλο: ~στηκε ως προδότης (πβ. τουφεκίζω)/δι' απαγχονισμού (= απαγχονίστηκε).|| ~στηκε εν ψυχρώ (= δολοφονήθηκε).|| (μτφ.) ~σε τον αντίπαλό του (= τον κατατρόπωσε). 3. ΜΟΥΣ. ερμηνεύω μουσική σύνθεση: Η ορχήστρα ~σε έργα μεγάλων μουσουργών.|| (ειρων.-χιουμορ.) Το ~σαν το τραγούδι (= το σκότωσαν)! 4. ΠΛΗΡΟΦ. εκκινώ ή τρέχω ένα πρόγραμμα ή εφαρμόζω μια εντολή στον υπολογιστή: Αφού κατεβάσετε το αρχείο/λογισμικό, μπορείτε να το εκτελέσετε χωρίς να το εγκαταστήσετε. Βλ. εκτελέσιμος. ● ΦΡ.: αναλαμβάνω/ασκώ/(εκ)τελώ χρέη/καθήκοντα βλ. χρέος [< αρχ. ἐκτελῶ, γαλλ. exécuter 4: αγγλ. run, 1946]
15287εκτελωνίζω[ἐκτελωνίζω] ε-κτε-λω-νί-ζω ρ. (μτβ.) {εκτελώνι-σε, εκτελωνί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος}: προβαίνω σε εκτελωνισμό: Το φορτίο ~στηκε. ~σμένα: καύσιμα. [< γαλλ. dédouaner]
15288εκτελωνισμός[ἐκτελωνισμός] ε-κτε-λω-νι-σμός ουσ. (αρσ.) & εκτελώνιση (η): το σύνολο των νόμιμων ενεργειών που απαιτούνται, προκειμένου να παραληφθούν ή να εξαχθούν προϊόντα από το τελωνείο: ~ αυτοκινήτων/εμπορευμάτων. Διαδικασία/έξοδα/κόστος/τέλη ~ού. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. τελωνισμός (2) [< πβ. γαλλ. dédouanement, 1900]
15289εκτελωνιστής[ἐκτελωνιστής] ε-κτε-λω-νι-στής ουσ. (αρσ.) , εκτελωνίστρια (η): επαγγελματίας που ασχολείται με τον εκτελωνισμό εμπορευμάτων, τελωνειακός πράκτορας.
15290εκτελωνιστικός, ή, ό [ἐκτελωνιστικός] ε-κτε-λω-νι-στι-κός επίθ.: που έχει σχέση με τον εκτελωνισμό ή και τον εκτελωνιστή: ~ό: γραφείο. ~ές: υπηρεσίες.|| (ως ουσ., προφ.) Τα ~ά (= έξοδα εκτελωνισμού).
15291εκτενής, ής, ές [ἐκτενής] ε-κτε-νής επίθ. {εκτεν-ούς | -είς (ουδ. -ή)· εκτενέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): που έχει μεγάλη έκταση: ~ής: διάλογος (= μακροσκελής)/κατάλογος. ~ής: βιβλιογραφία/έρευνα/περιγραφή/συζήτηση. ~ές: άρθρο/αφιέρωμα/βιογραφικό (σημείωμα)/ρεπορτάζ. ~είς: δοκιμές/μελέτες/σημειώσεις. ~ κάλυψη από τα ΜΜΕ. ~ατη ανάλυση. Πβ. εκτεταμένος. ΑΝΤ. σύντομος (1) ● επίρρ.: εκτενώς [-ῶς] [< μτγν. ἐκτενής]
15292εκτεταμένος, η, ο [ἐκτεταμένος] ε-κτε-τα-μέ-νος επίθ. (λόγ.): μεγάλης έκτασης: ~η: περιοχή. ~α: σύνορα.|| (μτφ.) ~ος: έλεγχος. ~η: αναζήτηση/αναφορά/επιχείρηση σύλληψης (= μεγάλης έκτασης)/συνεργασία. ~ο: αφιέρωμα/δίκτυο/έργο. ~ες: αρμοδιότητες. Πβ. εκτενής, ευρύς.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~η: ρύπανση. ~ες: βλάβες/διακοπές ρεύματος/ζημιές/παραβιάσεις/πλημμύρες/πυρκαγιές/συγκρούσεις. ~α: εγκαύματα/επεισόδια (= γενικευμένα). ~ης διάρκειας (= παρατεταμένη) έκθεση στον ήλιο. ΑΝΤ. περιορισμένος (1) ● επίρρ.: εκτεταμένα & (λόγ.) -ως ● ΣΥΜΠΛ.: εκτεταμένη/διευρυμένη οικογένεια βλ. οικογένεια ● βλ. εκτείνω [< αρχ. ἐκτεταμένος]
9302Εκτιθέμενος

βι-τρί-να ουσ. (θηλ.) 1. χώρος στην πρόσοψη καταστήματος, προστατευόμενος εξωτερικά από γυαλί, στον οποίο εκτίθενται εμπορεύματα· κατ' επέκτ. η τζαμαρία ή τα εκτιθέμενα είδη: ~ βιβλιοπωλείου. Κούκλες ~ας. Διακοσμητής ~ών. Οι ~ες στολίστηκαν χριστουγεννιάτικα. Κοιτάζω/χαζεύω τις ~ες. Άγνωστοι έσπασαν ~ες.|| Η ηλεκτρονική ~ μιας επιχείρησης (: η ιστοσελίδα της). 2. γυάλινη θήκη στην οποία φυλάσσονται και εκτίθενται διάφορα αντικείμενα: Εκθέματα που κοσμούν τις ~ες του μουσείου. Πβ. προθήκη.|| Θερμαινόμενη ~ για τυρόπιτες, κρουασάν ... Ψυγείο-~ κρεάτων. ~ες κατάψυξης και συντήρησης. 3. ψηλό ορθογώνιο έπιπλο με ράφια και τζαμάκια στο επάνω μέρος του, μέσα στο οποίο τοποθετούνται διακοσμητικά κυρ. ή χρηστικά αντικείμενα. Πβ. σκρίνιο. Βλ. μπουφές, σύνθετο. 4. (μτφ.) κάθε στοιχείο προβολής, εντυπωσιασμού ή κάλυψης μιας ύποπτης κυρ. κατάστασης: Το λιμάνι είναι η ~ της πόλης μας (βλ. καύχημα, κόσμημα). H πικρή πραγματικότητα πίσω από τη ~.|| Με επιχειρήσεις-~ ξεπλένουν το βρόμικο χρήμα. ● ΣΥΜΠΛ.: έργα βιτρίνας: που γίνονται (από δήμο ή την κυβέρνηση) για επίδειξη, προβολή και εντυπωσιασμό: δαπανηρά ~ ~. Έργα ουσίας/υποδομής και όχι ~ας. [< γαλλ. vitrine]

15293εκτίθεταιβλ. εκθέτω
15294εκτίμηση[ἐκτίμηση] ε-κτί-μη-ση ουσ. (θηλ.) 1. αξιολόγηση, διατύπωση κρίσης: (λογική) ~ των αναγκών/του αποτελέσματος (= πρόβλεψη)/των προοπτικών. ~ των επιπτώσεων (του έργου) στο περιβάλλον. Αισιόδοξες/αρνητικές/θετικές ~ήσεις για την πορεία της οικονομίας. Έκανε λάθος/σωστή ~ της κατάστασης (= αποτίμηση, στάθμιση). Κατά την ~ή (= άποψή) μου, ... Σύμφωνα με τις αρχικές/πρώτες ~ήσεις, ... Βλ. συν~, υπερ~, υπο~.|| ~ κειμένου/μελέτης.|| ~ της προσωπικότητας/του χαρακτήρα.|| (ΙΑΤΡ.) Διαγνωστική/κλινική/προεγχειρητική ~. 2. υπολογισμός, προσδιορισμός: ακριβής ~. ~ των ζημιών/του κόστους/του χρόνου. ~ και προγραμματισμός έργων. Έκθεση/επιτροπή ~ης. Πβ. κοστολόγηση.|| ~ήσεις (αξίας) ακινήτων. Βλ. εκτιμητής.|| ~ της διάρκειας/ηλικίας του σύμπαντος.|| (ΜΑΘ.) ~ σφάλματος. (ΣΤΑΤΙΣΤ.) ~ μέσης τιμής. ΣΥΝ. αποτίμηση (2). Βλ. επαν~. 3. {χωρ. πληθ.} θετική γνώμη για κάποιον: Η ~ή μου προς το πρόσωπό του είναι απεριόριστη. Δεν τον έχω σε (καμία) ~ (= υπόληψη). Τρέφει βαθιά/μεγάλη ~ γι' αυτόν (= τον εκτιμά, τον σέβεται). Κέρδισε την (υψηλή) ~ του κοινού. Πβ. αναγνώριση, σεβασμός. Βλ. αλληλο~, αυτο~.|| (στο τέλος τυπικής συνήθ. επιστολής:) Με (πολλή) ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αξιολόγηση κινδύνου βλ. κίνδυνος ● ΦΡ.: κατ' εκτίμηση (λόγ.): βάσει υπολογισμού: πραγματικό ή ~ ~ κόστος παραγωγής/ποσό. Ο συνολικός αριθμός των θυμάτων ανέρχεται ~ ~ στους ... Βλ. κατά προσέγγιση., χαίρει (της) εκτίμησης/εκτιμήσεως & απολαμβάνει την εκτίμηση/της εκτίμησης & τυγχάνει (της) εκτίμησης: (απαιτ. λεξιλόγ.) τον εκτιμούν: ~ της ~ των συναδέλφων του. ~ (γενικής) εκτιμήσεως (: είναι ευυπόληπτος). Δεν ~ ιδιαίτερης ~ από τους συνεργάτες του.|| Η τέχνη του ~ ~ στο εξωτερικό., ανεβαίνει στην εκτίμηση/στα μάτια κάποιου βλ. ανεβαίνω , έχω σε υπόληψη/εκτίμηση βλ. υπόληψη [< μτγν. ἐκτίμησις ‘υψηλή αποτίμηση’, γαλλ.-αγγλ. estimation]
15295εκτιμητής[ἐκτιμητής] ε-κτι-μη-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. εκτιμήτρια} 1. ειδικός που αναλαμβάνει τον καθορισμό της ποιότητας και της αξίας περιουσιακών στοιχείων και αλλων αγαθών που προορίζονται για πώληση ή ασφάλιση, καθώς και τον προσδιορισμό της έκτασης ζημιών ή απωλειών που καλύπτονται από ασφαλιστήρια συμβόλαια: ανεξάρτητος/πιστοποιημένος ~. ~-μηχανικός. ~ές ακινήτων/έργων τέχνης. Οι ~ές της τράπεζας. Πβ. αποτιμητής. Βλ. εκπλειστηριαστής, ΣΟΕ. 2. πρόσωπο που διατυπώνει την άποψή του για την πορεία μιας κατάστασης, βάσει των γνώσεων και της πείρας του: διεθνείς/πολιτικοί ~ές. Πβ. αξιολογητής. 3. ΣΤΑΤΙΣΤ. {μόνο στο αρσ.} συνάρτηση ή μεταβλητή προσδιορισμού των παραμέτρων ενός συνόλου. [< γαλλ. estimateur]
15296εκτιμητική[ἐκτιμητική] ε-κτι-μη-τι-κή ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΑΤΙΣΤ. μέθοδος προσδιορισμού των παραμέτρων ενός συνόλου. 2. ΟΙΚΟΝ. κλάδος που αφορά την εκτίμηση περιουσιακών στοιχείων και κινδύνων: αγροτική/δασική ~. ΣΥΝ. αποτιμητική [< γαλλ.-αγγλ. estimation]
15297εκτιμητικός, ή, ό [ἐκτιμητικός] ε-κτι-μη-τι-κός επίθ.: που έχει σχέση με τον εκτιμητή ή την εκτίμηση: ~ός: έλεγχος. ~ή: επιτροπή. ~ά: πρότυπα. Πβ. αξιολογητ-, αποτιμητ-ικός. [< γαλλ. estimatif]
15298εκτιμώ[ἐκτιμῶ] ε-κτι-μώ ρ. (μτβ.) {εκτιμ-άς ... | εκτίμ-ησα, (σπάν.-λόγ.) εξετίμησα), -άται, -ήθηκε, -ημένος, -ώμενος, -ώντας} 1. υπολογίζω, προσδιορίζω: Οι αναλυτές ~ούν κέρδη άνω των ... ευρώ/ότι το έλλειμμα θα μειωθεί. Στο ...% ~άται ότι θα ανέλθει ο πληθωρισμός. Αυξημένη ~άται η τουριστική κίνηση. Η συνολική ζημία ~ήθηκε σε ... ευρώ. ~ώμενη: αξία. ~ώμενα: κέρδη. Πβ. αποτιμώ, κοστολογώ, λογαριάζω, σταθμίζω. 2. αξιολογώ, θεωρώ, νομίζω: Πώς ~άτε τις εξελίξεις; Έχει ~ήσει σωστά τους κινδύνους/τις πιθανότητες. Βλ. επαν~, συν~, υπερ~, υπο~. 3. σέβομαι, υπολήπτομαι: ~ το ενδιαφέρον/την εντιμότητά/το ήθος σας. Η προσπάθειά του ~ήθηκε δεόντως/ιδιαίτερα. ΣΥΝ. αναγνωρίζω (2) [< αρχ. ἐκτιμῶ ‘τιμώ πολύ, αποτιμώ’, γαλλ. estimer, αγγλ. estimate]
15299εκτίναξη[ἐκτίναξη] ε-κτί-να-ξη ουσ. (θηλ.) 1. απότομη και ορμητική κίνηση προς τα πάνω ή προς τα εμπρός: Ο πιλότος πάτησε το κουμπί/χρησιμοποίησε το σύστημα (αυτόματης) ~ης. Με εντυπωσιακή ~, ο τερματοφύλακας έδιωξε την μπάλα σε κόρνερ. Πβ. εκσφενδόνιση. 2. (μτφ.) ξαφνική άνοδος: ~ της ανεργίας/των βάσεων (εισαγωγής)/(της τιμής) του πετρελαίου/του πληθωρισμού (στα ύψη). Πβ. άλμα. ΣΥΝ. απογείωση (2), έκρηξη (3), εκτόξευση (2) [< μτγν. ἐκτίναξις ‘βίαιο τίναγμα’]
15300εκτινάσσω[ἐκτινάσσω] ε-κτι-νάσ-σω ρ. (μτβ.) {εκτίνα-ξε, εκτινά-χτηκε (λόγ.) -χθηκε, εκτινάσσ-οντας, -όμενος} 1. πετώ απότομα και με δύναμη προς τα πάνω ή προς τα μπρος: Η έκρηξη ~ξε τόνους στάχτης στην ατμόσφαιρα. ~χτηκε από τη θέση του. Πβ. εκσφενδονίζω, εκτοξεύω.|| Ο τερματοφύλακας ~χθηκε και μπλόκαρε την μπάλα. 2. (μτφ.) αυξάνω κάτι πάρα πολύ: Η κερδοσκοπία ~ει τις τιμές των εμπορευμάτων. ΣΥΝ. απογειώνω (2) ● ΣΥΜΠΛ.: εκτινασσόμενο κάθισμα: ΤΕΧΝΟΛ. που εκτινάσσει τον πιλότο μαχητικού αεροσκάφους, διευκολύνοντας την ασφαλή διαφυγή του με αλεξίπτωτο σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. [< αγγλ. ejection seat, 1945] ● ΦΡ.: εκτινάσσεται/εκτοξεύεται στα ύψη {σπάν. στην ενεργ. φωνή}: αυξάνεται απότομα και εντυπωσιακά: Τα κέρδη/οι πωλήσεις εκτινάχθηκαν ~ ~. Η δημοτικότητά του/εγκληματικότητα/τηλεθέαση έχει εκτοξευτεί ~ ~. Βλ. ανεβάζω κάποιον/κάτι στα ύψη. [< αρχ ἐκτινάσσω ‘τινάζω, αποτινάζω’]
15301έκτιση[ἔκτιση] έ-κτι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: έκτιση ποινής: ΝΟΜ. εκτέλεση από κάποιον της ποινής που του έχει επιβληθεί: αναστολή ~ης ~ μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. [< αρχ. ἔκτισις 'αποπληρωμή']
15302εκτίω[ἐκτίω] ε-κτί-ω ρ. (μτβ.) {εξέτισε, εκτίσει} & εκτίνω: στη ● ΦΡ.: εκτίω ποινή: ΝΟΜ. υφίσταμαι, εκτελώ την ποινή που μου επιβλήθηκε: ~ει ~ φυλάκισης για ανθρωποκτονία.|| (ΑΘΛ.) Αποβλήθηκε και θα εκτίσει ~ τριών αγωνιστικών. [< αρχ. ἐκτίνω ‘εξοφλώ, τιμωρώ’]
15303εκτο- & εκτό-(επιστ.): λεξικό πρόθημα με τη σημασία του εκτός, στο εξωτερικό τμήμα: εκτό-πλασμα (= εξω-).
15304εκτοκισμός[ἐκτοκισμός] ε-κτο-κι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. λήψη τόκων από καταθέσεις, δάνεια, κονδύλια: (εξα)μηνιαίος ~. Επιτόκιο ~ού. Βλ. ανατοκισμός, κεφαλοποίηση, -ισμός.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.