| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 15305 | εκτομή | [ἐκτομή] ε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εξαγωγή, αφαίρεση με τομή: ολική/χειρουργική ~. ~ όγκου. Βιοψία ~ής. Βλ. αποκοπή, γαστρ~, -τομή. [< μτγν. ἐκτομή] | |
| 15307 | εκτομίας | [ἐκτομίας] ε-κτο-μί-ας ουσ. (αρσ.) (λόγ., κυρ. για αρσ. ζώο): ευνούχος. [< αρχ. ἐκτομίας] | |
| 15308 | εκτονώνω | [ἐκτονώνω] ε-κτο-νώ-νω ρ. (μτβ.) {εκτόνω-σε, -θηκε, -μένος, εκτονών-οντας, συνήθ. στην παθ. φωνή}: μειώνω την ένταση φαινομένου ή κατάστασης: ~σε την οργή μεταξύ τους. ~θηκαν οι αντιδράσεις/αντιθέσεις/πιέσεις. ● Παθ.: εκτονώνομαι: αποφορτίζομαι συναισθηματικά· χαλαρώνω ή ξεσπώ: ~εται ακούγοντας μουσική/με τον αθλητισμό. Άσ' τον να κλάψει, για να ~θεί. Πβ. ξεδίνω, ξεθυμαίνω. [< μεσν. εκτονώ, γαλλ. détendre] | |
| 15309 | εκτόνωση | [ἐκτόνωση] ε-κτό-νω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) μείωση της οξύτητας φαινομένου: ~ των διαφορών/της κρίσης/του προβλήματος. Η διαμάχη οδεύει προς ~. Πβ. άμβλυνση. 2. (μτφ.) συναισθηματική αποφόρτιση, διοχέτευση της ψυχικής έντασης σε διάφορες πράξεις ή ασχολίες: ψυχολογική ~. ~ του άγχους/θυμού. ~ στα γήπεδα (βλ. χουλιγκανισμός). Ανάγκη για διασκέδαση και ~. Πβ. ξεθύμασμα. 3. ΦΥΣ. αύξηση του όγκου αερίου λόγω μείωσης της πίεσής του ή αύξησης της θερμοκρασίας του· ελεγχόμενη ελάττωση δύναμης ή ποσότητας: ισοβαρής/ισόθερμη ~.|| ~ πίεσης. Βαλβίδα ~ης.|| (ΜΗΧΑΝΟΛ.) ~ των καυσαερίων. Βλ. έκρηξη. ● ΦΡ.: εκτόνωση της κατάστασης (μτφ.): βελτίωση του αρνητικού κλίματος: μερική/σταδιακή ~ ~. [< γαλλ. détente] | |
| 15310 | εκτονωτικός | , ή, ό [ἐκτονωτικός] ε-κτο-νω-τι-κός επίθ.: που αποσκοπεί ή/και συμβάλλει στην εκτόνωση: ~ές: ασκήσεις.|| (ΦΥΣ.) ~ή: βαλβίδα. ● επίρρ.: εκτονωτικά | |
| 15311 | εκτόξευση | [ἐκτόξευση] ε-κτό-ξευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ρίψη ή προώθηση σώματος με δύναμη και σε μεγάλη απόσταση: ~ άμμου (= αμμοβολή)/νερού (= καταιονισμός). ~ αερίων/θραυσμάτων.|| ~ βλήματος (= εξακόντιση)/δορυφόρου/πυραύλου. Βάση/εξέδρα/πλατφόρμα ~ης. Πβ. εκσφενδόνιση. 2. (μτφ.) εντυπωσιακή αύξηση, άνοδος: ~ των βάσεων (στις πανελλήνιες εξετάσεις)/τιμών. ΣΥΝ. απογείωση (2), έκρηξη (3), εκτίναξη (2) 3. (μτφ.) εξαπόλυση λεκτικής επίθεσης: ~ απειλών/κατηγοριών. [< γαλλ. lancement, αγγλ. launching] | |
| 15312 | εκτοξευτής | [ἐκτοξευτής] ε-κτο-ξευ-τής ουσ. (αρσ.) & εκτοξευτήρας: ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα εκτόξευσης: ~ ρουκετών. Αντιαρματικοί ~ές.|| ~ νερού (πβ. καταιονητήρας). Άρδευση με ~ές.|| ~ χημικών ουσιών. [< αγγλ. launcher] | |
| 15313 | εκτοξεύω | [ἐκτοξεύω] ε-κτο-ξεύ-ω ρ. (μτβ.) {εκτόξευ-σε, εκτοξεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -όμενος, -μένος, -οντας} 1. ρίχνω ή ωθώ με δύναμη προς ορισμένο σημείο ή στόχο: ~σε το ακόντιό του στα ... μέτρα. ~σαν βόμβες μολότοφ. ~τηκαν πέτρες. Πβ. εκσφενδονίζω, εξακοντίζω.|| Το διαστημόπλοιο ~τηκε. ~όμενο: σκυρόδεμα. 2. (μτφ.) αυξάνω κάτι απότομα και εντυπωσιακά: Οι εξαγωγές ~σαν τις πωλήσεις της επιχείρησης. Στα ... ευρώ ~τηκε το έλλειμμα. Η καριέρα του έχει ~τεί (= απογειωθεί). 3. (μτφ.) ξεστομίζω: ~σαν μομφές/προσβολές/ύβρεις (εναντίον/κατά των επικριτών τους). ● ΦΡ.: ανεβάζω/εκτοξεύω την αδρεναλίνη (στα ύψη/στο κόκκινο) βλ. αδρεναλίνη, εκτινάσσεται/εκτοξεύεται στα ύψη βλ. εκτινάσσω, εξαπέλυσε/εκτόξευσε μύδρους βλ. μύδρος [< αρχ. ἐκτοξεύω ‘ρίχνω βέλη’, γαλλ. lancer, αγγλ. launch] | |
| 15314 | εκτοπία | [ἐκτοπία] ε-κτο-πί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ανώμαλη θέση οργάνου: νεφρική/ορχική (βλ. κρυψορχία) ~. ~ ουροδόχου κύστης. Βλ. εκτρόπιο. [< αγγλ. ectopia, γαλλ. ectopie] | |
| 15315 | εκτοπίζω | [ἐκτοπίζω] ε-κτο-πί-ζω ρ. (μτβ.) {εκτόπι-σε (λόγ.) εξετόπισε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, εκτοπίζ-οντας} 1. (μτφ.) απομακρύνω κάποιον ή κάτι από κάπου και παίρνω τη θέση του: Τα παραδοσιακά σπίτια έχουν ~στεί από πολυκατοικίες.|| Το διαδίκτυο ~ει τις εφημερίδες. Τον ~σε από την εξουσία/πρώτη θέση (πβ. βάζω στην άκρη, βγάζω από τη μέση). ΣΥΝ. παραγκωνίζω, παραμερίζω (1), υποσκελίζω 2. εκδιώκω βίαια· εξορίζω (πολιτικό αντίπαλο): ~σμένες: μειονότητες.|| ~σμένος στο εξωτερικό. [< αρχ. ἐκτοπίζω, γαλλ. déplacer] | |
| 15316 | εκτόπιση | [ἐκτόπιση] ε-κτό-πι-ση ουσ. (θηλ.) & εκτοπισμός (ο) 1. βίαιη εκδίωξη· εξορία: μαζικές ~ίσεις. Βλ. εθνοκάθαρση.|| ~ και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων (βλ. απέλαση). (παλαιότ.) ~ σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. 2. (μτφ.) παραγκωνισμός, παραμερισμός, υποσκελισμός: ~ των εγχώριων προϊόντων από τα εισαγόμενα/εργαζομένων από την τεχνολογία. Βλ. παρ~. [< μτγν. ἐκτόπισις, αρχ. ἐκτοπισμός] | |
| 15317 | εκτόπισμα | [ἐκτόπισμα] ε-κτό-πι-σμα ουσ. (ουδ.) {εκτοπίσμ-ατος} 1. ΝΑΥΤ. ο όγκος του υγρού (κυρ. νερού) που εκτοπίζεται από σώμα (κυρ. πλοίο), το οποίο επιπλέει ή βυθίζεται σε αυτό: σκάφος με ~/μεγάλου ~ατος.|| (μτφ., για σωματώδη αθλητή, κυρ. μπασκετμπολίστα ή ποδοσφαιριστή:) Έχει ~, ταχύτητα και τεχνική. 2. (μτφ.) απήχηση, κύρος: Διαθέτει καλλιτεχνικό/κοινωνικό/πνευματικό/πολιτικό ~. [< γαλλ. déplacement] | |
| 15318 | εκτοπισμός | βλ. εκτόπιση | |
| 15319 | εκτόπλασμα | [ἐκτόπλασμα] ε-κτό-πλα-σμα ουσ. (ουδ.) 1. ΒΙΟΛ. η εξωτερική επιφάνεια του ζωικού κυττάρου. Πβ. θεμέλια ουσία, υαλόπλασμα. Βλ. -πλασμα. 2. (στην παραψυχολογία) ουσία που θεωρείται ότι εκπέμπεται από πνεύματα και φαντάσματα, δίνοντάς τους υλική υπόσταση και την ικανότητα να κάνουν διάφορα πράγματα. Βλ. τηλεκίνηση. [< γαλλ. ectoplasme, 1922, αγγλ. ectoplasm] | |
| 15320 | έκτοπος | , η/ος, ο [ἔκτοπος] έ-κτο-πος επίθ. & εκτοπικός: ΙΑΤΡ. για ιστό, όργανο ή έμβρυο που βρίσκεται σε άλλη θέση από τη φυσιολογική: ~ος: νεφρός.|| (καταχρ.) ~η: δερματίτιδα (= ατοπική· βλ. έκζεμα). ● ΣΥΜΠΛ.: εξωμήτριος/εξωμήτρια κύηση βλ. εξωμήτριος [< αρχ. ἔκτοπος, γαλλ. ectopique, αγγλ. ectopic] | |
| 15321 | έκτος | , η, ο [ἕκτος] έ-κτος αριθμητ. τακτ. (σύμβ. 6ος, ΣΤ' ή στ' ή ς', λατ. VI): που αντιπροσωπεύει τον αριθμό έξι (6) σε μια ακολουθία ή σειρά: ~ος: γύρος/τόμος. ~η: επέτειος. ~ο: κεφάλαιο. (σε φωτογραφία) ~ από δεξιά. Τον ~ο αιώνα π.Χ. Για ~η συνεχόμενη μέρα/φορά. Δέκατη ~η. Το ~ο έτος της ηλικίας. Βγήκε/τερμάτισε ~.|| (ως ουσ.) Ο αγώνας ήταν ο ~ της χρονιάς. ● επίρρ.: έκτον (λόγ.): για να δηλωθεί ότι το αναφερόμενο στοιχείο βρίσκεται στην έκτη θέση σε μια απαρίθμηση, επιχειρηματολογία: πρώτον, ...· (...)· πέμπτον, ...· ~, ...· έβδομον, ... Βλ. -ον2. ● Ουσ.: έκτη (η) 1. (κ. με κεφαλ. Ε) ενν. τάξη δημοτικού σχολείου (σύμβ. ΣΤ'). 2. ενν. μέρα του μήνα: την ~η (: 6η) Απριλίου. 3. ΜΑΘ. ενν. δύναμη αριθμού. 4. ΜΟΥΣ. διάστημα έξι φθόγγων., έκτο (το): καθένα από τα έξι ίσα μέρη ενός συνόλου: το ένα ~ (: 1/6)., έκτος (ο) 1. ενν. όροφος: Μένω στον ~ο. 2. (συνήθ. στη γεν., σε ανάγνωση ημερομηνίας γραμμένης με αριθμούς) ενν. μήνας, ο Ιούνιος: στις 5/6 (: πέντε ~ου). ● ΣΥΜΠΛ.: έκτη αίσθηση βλ. αίσθηση [< αρχ. ἕκτος] | |
| 15322 | εκτός | [ἐκτός] ε-κτός πρόθ. & (λαϊκό) εχτός 1. έξω: (+ γεν.) χώρες ~ Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κόμμα που έμεινε ~ Βουλής.|| (ως επίρρ.) Αυτή τη στιγμή είμαι ~ (= απουσιάζω).|| (μτφ.) Ο τραυματίας νοσηλεύεται ~ κινδύνου. ΑΝΤ. εντός (1) 2. για να δηλωθεί εξαίρεση: (+ από) Χρειάζεται και προσπάθεια ~ από καλή θέληση! Το θέμα δεν ενδιαφέρει κανέναν άλλο ~ από εμάς. || (+ γεν., λογιότ.) ~ εμού. Η έκθεση λειτουργεί καθημερινά ~ Κυριακής. ΣΥΝ. πλην (2) 3. για να εκφραστεί προσθήκη, συμπλήρωση: ~ (του) ότι προσέχω τη διατροφή μου, γυμνάζομαι (κιόλας). ● ΣΥΜΠΛ.: εκτός/εντός εναλλάξ γωνίες βλ. γωνία, εντός, εκτός και επί τα αυτά (γωνίες) βλ. γωνία ● ΦΡ.: εκτός απροόπτου: αν δεν τύχει κάτι απρόβλεπτο, έκτακτο: ~ ~, θα έλθω. Από σήμερα, ~ ~, πιάνω δουλειά. Πβ. καλώς εχόντων των πραγμάτων., εκτός εαυτού: έξω φρενών, εκτός ελέγχου: Αν θυμώσει, βγαίνει ~ ~. Πβ. έξαλλος, πυρ και μανία., εκτός εμπορίου: για προϊόν που δεν διατίθεται στο εμπόριο ή έχει εξαντληθεί: Το βιβλίο κυκλοφορεί ~ ~., εκτός θέματος: για να δηλωθεί ότι αυτό που λέγεται ή γράφεται είναι άσχετο με το συγκεκριμένο θέμα (εξετάσεων ή συζήτησης): απαντήσεις/έκθεση ~ ~. Βγήκες/είσαι/έχεις ξεφύγει ~ ~., εκτός μάχης (μτφ.): για κάποιον που δεν συμμετέχει σε αγώνα: Παίκτης που βρίσκεται/παραμένει/τέθηκε ~ ~ λόγω τραυματισμού. [< γαλλ. hors de combat] , εκτός νόμου: παράνομος: Οργάνωση που τέθηκε ~ ~.|| (ως επίθ.) ~ ~ διαδικασίες (: που δεν είναι σύννομες)., εκτός προγράμματος: που δεν έχει προγραμματιστεί, είναι εκτός σχεδίου: δραστηριότητες/επίσκεψη ~ ~. Καθυστερήσαμε και έτσι βγήκαμε ~ ~., εκτός συναγωνισμού: χωρίς ή πέρα από κάθε συναγωνισμό: Η αθλήτρια αγωνίστηκε ~ ~. Η ταινία προβάλλεται/συμμετέχει στο φεστιβάλ ~ ~.|| (προφ.) Τιμές ~ ~ (= ασυναγώνιστες)., εκτός τόπου και χρόνου (μτφ.): εκτός πραγματικότητας: δηλώσεις/ερωτήσεις ~ ~. Πβ. άκαιρος, ανεδαφικός, άτοπος.|| (για πρόσ.) Είναι ~ ~ (= στον κόσμο του)., εκτός/πέραν αυτού/τούτου (λόγ.): πέρα από κάτι που έχει αναφερθεί: πρωτεύουσα και ~ ~, (= επίσης) η μεγαλύτερη σε πληθυσμό πόλη. Εκτός τούτου, νομίζω ότι ... Πβ. επιπλέον., (πράγματα) εκτός συναλλαγής βλ. συναλλαγή, αποζημίωση εκτός έδρας βλ. αποζημίωση, βγαίνω εκτός βλ. βγαίνω, εκτός γάμου βλ. γάμος, εκτός γραμμής βλ. γραμμή, εκτός έδρας βλ. έδρα, εκτός ελέγχου βλ. έλεγχος, εκτός εποχής βλ. εποχή, εκτός κειμένου βλ. κείμενο, εκτός λειτουργίας βλ. λειτουργία, εκτός νυμφώνος βλ. νυμφώνας, εκτός πραγματικότητας βλ. πραγματικότητα, εκτός σειράς βλ. σειρά, εκτός χρόνου βλ. χρόνος, εκτός/εντός παιδιάς βλ. παιδιά, εκτός/εντός των τειχών βλ. τείχος, εκτός/παρεκτός (και/κι) αν βλ. αν, μεταξύ (των) άλλων βλ. άλλος, πέρα από κάθε αμφιβολία βλ. αμφιβολία [< αρχ. ἐκτός] | |
| 15323 | έκτοτε | [ἔκτοτε] έ-κτο-τε επίρρ. (λόγ.): από τότε: Έφυγε και ~ δεν ξαναγύρισε. [< μτγν. ἔκτοτε] | |
| 15324 | εκτουρκίζω | [ἐκτουρκίζω] ε-κτουρ-κί-ζω ρ. (μτβ.) {εκτούρκι-σε, εκτουρκί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος}: εξαναγκάζω κάποιον να γίνει Τούρκος και ειδικότ. μωαμεθανός· μεταβάλλω κάτι σε τουρκικό. Βλ. εξισλαμίζω, τουρκεύω. | |
| 15325 | εκτουρκισμός | [ἐκτουρκισμός] ε-κτουρ-κι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκτουρκίζω. Βλ. εξισλαμισμός, -ισμός. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ