Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [1600-1620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
610αγχίνους, ους, ουν [ἀγχίνους] αγ-χί-νους επίθ. {αγχί-νοες} (απαιτ. λεξιλόγ.): που έχει οξύτητα πνεύματος, εύστροφος: ~ους: μαθητής (πβ. ευφυής)/συνομιλητής. ~ους: μνήμη (: η οποία στηρίζεται σε συνδέσεις με ήδη υπάρχουσες γνώσεις κατ' αντιδιαστολή προς τη φωτογραφική μνήμη). Φιλομαθής και ~. ΣΥΝ. οξύνους ΑΝΤ. βραδύνους [< αρχ. ἀγχίνους]
611αγχιστεία[ἀγχιστεία] αγ-χι-στεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. συγγενικός δεσμός που προκύπτει από γάμο: Συνδέονται μεταξύ τους με σχέσεις ~ας. 2. ΒΙΟΛ. χημική συγγένεια, τάση δύο χημικών ουσιών να δημιουργούν ισχυρούς ή ασθενείς δεσμούς κατά τον σχηματισμό μορίων ή συμπλεγμάτων. ● ΦΡ.: (συγγενείς/συγγένεια) εξ αγχιστείας/από αγχιστεία: που προκύπτει από γάμο: τέκνα ~ ~. ΑΝΤ. (συγγενείς/συγγένεια) εξ αίματος [< 1: αρχ. ἀγχιστεία 2: γαλλ. affinité]
612αγχογόνος, ος/α, ο [ἀγχογόνος] αγ-χο-γό-νος επίθ. (λόγ.): που προκαλεί άγχος: ~ος: παράγοντας. ~ος/α: εργασία. ~ες: ορμόνες/συνθήκες. Το διαζύγιο συχνά αποβαίνει ~ο για τα παιδιά. Βλ. -γόνος. ΣΥΝ. αγχωτικός, στρεσογόνος ΑΝΤ. αγχολυτικός ● επίρρ.: αγχογόνα [< αγγλ. anxiogenic, 1972, γαλλ. anxiogène, 1968]
613αγχολυτικός, ή, ό [ἀγχολυτικός] αγ-χο-λυ-τι-κός επίθ.: που απαλλάσσει από το άγχος: ~ός: παράγοντας. ~ή: δράση. Αντικαταθλιπτικά και ~ά χάπια. ΑΝΤ. αγχογόνος, αγχωτικός ● Ουσ.: αγχολυτικά (τα) {σπανιότ. στον εν.}: ενν. φάρμακα: ~ και ηρεμιστικά/υπνωτικά. Βλ. βενζοδιαζεπίνες.|| Το γέλιο είναι το καλύτερο ~ό. [< αγγλ. anxiolytic, 1965, γαλλ. anxiolytique, 1970]
614άγχομαι[ἄγχομαι] άγ-χο-μαι ρ. {μόνο στον ενεστ.} (επίσ.): νιώθω άγχος, ανησυχία, αγχώνομαι: Αγωνιά και ~εται για το αύριο. Μην ~εσαι!|| (μτβ.) ~ να αποδείξω/καταφέρω κάτι. [< μτγν. ἄγχομαι]
615αγχόνη[ἀγχόνη] αγ-χό-νη ουσ. (θηλ.): η θηλιά του σχοινιού με το οποίο εκτελείται ο απαγχονισμός· συνεκδ. η κρεμάλα ή η θανατική ποινή με απαγχονισμό: εκτέλεση με ~. Δι' ~ης θάνατος. Έστησαν την/κρεμάστηκε στην ~. Ο κατάδικος οδηγήθηκε στην ~.|| (μτφ.) Νιώθει την ~ του εκβιασμού στο λαιμό του. ΣΥΝ. βρόχος (7) [< αρχ. ἀγχόνη]
616άγχος[ἄγχος] άγ-χος ουσ. (ουδ.) {άγχ-ους | -η}: ΨΥΧΟΛ. ψυχική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από ένα αόριστο, δυσάρεστο συναίσθημα φόβου ή ανησυχίας, συνήθ. για επαπειλούμενο κίνδυνο, εμπόδιο ή για την επίτευξη ενός στόχου, και συχνά συνοδεύεται από σωματικά συμπτώματα, όπως ιδρώτα, ταχυκαρδία· στρες: αγωνιστικό/δημιουργικό/επαγγελματικό/εργασιακό/καθημερινό/κοινωνικό/μόνιμο/νευρωτικό/παθητικό/παθολογικό/φοβικό/φυσιολογικό/χρόνιο ~. Το ~ της ανεργίας/αποτυχίας/επιβίωσης/ήττας/του θανάτου. Κρίση/σημάδια/συμπτώματα/σύνδρομο ~ους. Αϋπνία/δύσπνοια/έλλειψη αυτοσυγκέντρωσης/κατάθλιψη/νευρικότητα λόγω ~ους. Με πιάνει ~. Ζω με/υπό το ~ της αβεβαιότητας/της απόλυσης. Βιώνει/εκδηλώνει/νιώθει/προκαλεί ~. Καταπολεμώ/ξεπερνώ το ~. Απαλλάσσομαι/απελευθερώνομαι/καταλαμβάνομαι/κατέχομαι/υποφέρω από ~. Έχω ~ (= αγωνία) για τα αποτελέσματα (βλ. σασπένς). Φοβίες και ~η. Νικήστε το ~ των εξετάσεων. Βλ. πανικός. ● ΣΥΜΠΛ.: άγχος (του) αποχωρισμού βλ. αποχωρισμός, υπαρξιακή αγωνία βλ. αγωνία [< γαλλ. angoisse, anxiété, αγγλ. stress, 1942]
617αγχώδης, ης, ες [ἀγχώδης] αγ-χώ-δης επίθ. {αγχώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): αγχωτικός. Βλ. -ώδης.
618αγχώνω[ἀγχώνω] αγ-χώ-νω ρ. (μτβ.) {άγχω-σα, -θηκα, -μένος, αγχών-οντας}: προξενώ άγχος: Λήγει η σύμβασή μου κι αυτό με ~ει. Μη με ~εις! Με ~ει η ιδέα/η σκέψη ... ΣΥΝ. στρεσάρω (1) ● Παθ.: αγχώνομαι: κυριεύομαι από άγχος: Μην ~εσαι. ~εται για το μέλλον. Στην αρχή ~θηκα, αλλά στο τέλος τα κατάφερα. ~μένη με τις εξετάσεις. ΣΥΝ. άγχομαι [< γαλλ. angoisser]
619άγχωση[ἄγχωση] άγ-χω-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): πρόκληση άγχους: ψυχογενής ~. [< γαλλ. angoisse]
620αγχωτικός, ή, ό [ἀγχωτικός] αγ-χω-τι-κός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από, προξενεί ή σπανιότ. νιώθει άγχος: ~ός: ρυθμός ζωής/τύπος/χαρακτήρας. ~ή: νίκη. ~ό: πρόγραμμα. ~ές: καταστάσεις/σκέψεις.|| (ως ουσ.) Ο ~. Βλ. αντι~. ΣΥΝ. αγχογόνος, αγχώδης ΑΝΤ. αγχολυτικός ● επίρρ.: αγχωτικά [< γαλλ. angoissé, angoisseux, anxieux]
621άγω[ἄγω] ά-γω ρ. (μτβ.) {συνήθ. μεσοπαθ. ενεστ.} (επίσ.): οδηγώ, κατευθύνω: (ΦΥΣ.) Διάλυμα/δίοδος που άγει ηλεκτρικό ρεύμα.|| (για δικαστικές αποφάσεις) Το Δικαστήριο άγεται στην κρίση/στο συμπέρασμα ότι ... Βλ. αν~, δι~, εισ~, εξ~, μετ~, παρ~, περι~, προ~, προσ~, συν~. ● ΦΡ.: άγεται και φέρεται: κατευθύνεται, εξαρτάται απόλυτα ή γίνεται έρμαιο, υποχείριο κάποιου: Πολύς κόσμος ~ ~ από τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας. [< αρχ. ἄγω]
622αγωγή[ἀγωγή] α-γω-γή ουσ. (θηλ.) 1. συστηματική διαδικασία για την ψυχική, πνευματική μόρφωση και σωματική διάπλαση του ανθρώπου, εκπαίδευση, κατάρτιση σε ένα ορισμένο αντικείμενο ή ανατροφή: αισθητική/διαπολιτισμική/εικαστική/ελληνική/επαγγελματική/ηθική/θεατρική/θρησκευτική/καλλιτεχνική/κοινωνική/μουσειακή/πολυπολιτισμική/προγεννητική (: προετοιμασία για τον γονεϊκό ρόλο)/προσχολική/στρατιωτική/συμβουλευτική/συναισθηματική/υποχρεωτική/χριστιανική ~. ~ νου και ψυχής (πβ. γαλούχηση). ~ του καταναλωτή. Προβλήματα ~ής και παιδείας (πβ. διαπαιδαγώγηση).|| (για άνθρωπο:) με/χωρίς ~ (: με καλή ανατροφή/ανάγωγος). Έχει λάβει ~/στερείται ~ής από το σπίτι. Έδωσε καλή ~ στα παιδιά του. Βλ. δι~. 2. ΝΟΜ. αίτηση δικαστικής προστασίας με σκοπό την ικανοποίηση προσβαλλόμενου δικαιώματος και συνεκδ. το έγγραφο με το οποίο υποβάλλεται η ανωτέρω αίτηση (το δικόγραφό της): δικαστική/ένδικη/ποινική ~. ~ διαζυγίου/έξωσης (λόγω ιδιοχρησίας). ~ για ηθική βλάβη/καταβολή αποζημίωσης/συκοφαντική δυσφήμιση. ~ εναντίον/κατά/σε βάρος (κάποιου). Ασκώ/εγείρω/κάνω (πβ. ενάγω)/καταθέτω/κινώ/προβαίνω σε/προχωρώ σε/υποβάλλω ~. Απορρίπτεται/γίνεται δεκτή/κοινοποιείται/συζητείται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο η ~. Αξίωσε με ~ την αναγνώριση της πατρότητας. Βλ. αναφορά, αντ~, καταγγελία, μήνυση, προσ~. 3. ΙΑΤΡ. συστηματική αντιμετώπιση ενός προβλήματος υγείας: αντιβιοτική/αντιμικροβιακή/αντιπηκτική/εναλλακτική/θεραπευτική/ιατροφαρμακευτική/παρηγορητική/προληπτική/συντηρητική/φαρμακευτική ~. ~ για αντιμετώπιση επιπλοκών/οστεοπόρωση/υπέρταση. Ο γιατρός όρισε ~ με δίαιτα/φάρμακα. Πβ. θεραπεία, κούρα. 4. ΦΥΣ. μετάδοση ενέργειας μέσα από ένα υλικό μέσο: ~ ηλεκτρισμού/θερμότητας. Βλ. αγώγιμος, εισ~, εξ~, περι~. ● ΣΥΜΠΛ.: αγωγή κακοδικίας: ΝΟΜ. που ασκεί κάποιος εναντίον δικαστικού λειτουργού ή δικηγόρου για ζημία σε βάρος του, λόγω αμέλειας ή παραδρομής κατά την άσκηση των καθηκόντων του: Δικαστήριο Αγωγών ~., αγωγή του πολίτη & Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή: σχολικό μάθημα και βιβλίο που αναφέρεται στη λειτουργία της κοινωνίας και τη διοίκηση των δήμων, καθώς και στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών., αγωγή υγείας: δραστηριότητα που στοχεύει στη βελτίωση της ποιότητας ζωής μέσω της ενημέρωσης και της ευαισθητοποίησης σε θέματα υγείας: προγράμματα ~ής ~ στα σχολεία., γλωσσική αγωγή: που στοχεύει στην καλλιέργεια της γλώσσας και συγκεκριμένα του προφορικού λόγου, της ακρόασης, της ανάγνωσης και της γραφής: ~ ~ στο νηπιαγωγείο. Αξιοποίηση των υπολογιστών στη ~ ~., ειδική αγωγή/εκπαίδευση: αγωγή ατόμων που αποκλίνουν σε σημαντικό βαθμό διανοητικά, σωματικά, κοινωνικά ή συναισθηματικά από αυτόν που θεωρείται φυσιολογικός: ~ ~ κωφών. ~ ~ και αυτισμός. [< αγγλ. special education, 1921] , κυκλοφοριακή αγωγή: που αποσκοπεί στην εκμάθηση της σωστής οδικής κυκλοφορίας οχημάτων και πεζών: ~ ~ παιδιών ηλικίας ως δώδεκα ετών., περιβαλλοντική αγωγή: διαδικασία που οδηγεί στην ανάπτυξη ικανοτήτων και στάσεων απαραίτητων για την κατανόηση και την εκτίμηση της σχέσης ανάμεσα στον άνθρωπο, τον πολιτισμό του και το βιοφυσικό περιβάλλον και κυρ. την προστασία του τελευταίου: οικολογική παιδεία και ~ ~. Βιώσιμη ανάπτυξη με την ~ ~. Ευαισθητοποίηση των μαθητών σε θέματα ~ής ~ής. [< αγγλ. environmental education] , πολιτική αγωγή: ΝΟΜ. (σε ποινικό δικαστήριο) αξιώσεις αστικής φύσεως (για αποζημίωση, αποκατάσταση, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης), όπως και ποινικές, οι οποίες προκύπτουν από έγκλημα· ειδικότ. ο παθών ή κυρ. καταχρ. ο δικηγόρος του παθόντος: Ο εκπρόσωπος/ο συνήγορος της ~ής ~ής. Οι συγγενείς των θυμάτων μπορούν να παραστούν στο δικαστήριο ως ~ ~., σεξουαλική αγωγή/διαπαιδαγώγηση: που έχει ως στόχο την εξοικείωση με τη σεξουαλικότητα του ανθρώπου, με θέματα ανατομίας και υγιεινής και την ενημέρωση σχετικά με την αντισύλληψη και την αναπαραγωγή: ~ ~ στα σχολεία. Διαφυλικές σχέσεις/έφηβοι και ~ ~. [< αγγλ. sex(ual) education, 1920, γαλλ. éducation sexuelle] , φυσική/σωματική/αθλητική αγωγή: σύνολο κινητικών και αισθητικών δραστηριοτήτων που αποβλέπουν στη βιολογική, κοινωνική και πνευματική ανάπτυξη του ανθρώπου και την καλλιέργεια της συνεργασίας, της ομαδικότητας και της πειθαρχίας, γυμναστική· ειδικότ. το αντίστοιχο σχολικό μάθημα: ~ ~ των νέων/στο σχολείο. Βλ. αθλητισμός.|| Διδάσκω/σπούδασε ~ ~. [< αγγλ. physical education] , αναγνωριστική αγωγή βλ. αναγνωριστικός, αντισταθμιστική αγωγή/εκπαίδευση βλ. αντισταθμιστικός, διεκδικητική αγωγή βλ. διεκδικητικός, καταψηφιστική αγωγή βλ. καταψηφιστικός, ρυθμική αγωγή βλ. ρυθμικός ● ΦΡ.: αγωγή περί κλήρου βλ. κλήρος [< 1: αρχ. ἀγωγή, 2: μτγν. 3: γαλλ. procès, 4: αγγλ. conduction]
623αγώγιβλ. αγώι
624αγωγιάτης[ἀγωγιάτης] α-γω-γιά-της ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.): πρόσωπο που μεταφέρει φορτίο ή ταξιδιώτες με ζώο ή όχημα έναντι αμοιβής. Συνήθ. στη ● ΦΡ.: τ' αγώι ξυπνάει τον αγωγιάτη βλ. αγώι [< μεσν. αγωγιάτης]
625αγωγιάτικος, η, ο [ἀγωγιάτικος] α-γω-γιά-τι-κος επίθ. (κυρ. παλαιότ.): που σχετίζεται με το αγώι ή τον αγωγιάτη. ● Ουσ.: αγωγιάτικα (τα): αμοιβή του αγωγιάτη για τη μεταφορά κυρ. φορτίου. Βλ. αγώι, μεταφορικά.
626αγωγιμομετρικός, ή, ό [ἀγωγιμομετρικός] α-γω-γι-μο-με-τρι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που αναφέρεται στη μέτρηση της αγωγιμότητας ενός υλικού: ~ός: ανιχνευτής/έλεγχος. ~ή: ανάλυση/διάταξη/κυψελίδα/μέθοδος. ~ό: κελί. ~ή και ιοντική συμπεριφορά ηλεκτρολυτών. [< αγγλ. conductometric, 1926]
627αγωγιμόμετρο[ἀγωγιμόμετρο] α-γω-γι-μό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή για τη μέτρηση της αγωγιμότητας ενός υλικού. Βλ. -μετρο. [< αγγλ. conductometer, γαλλ. conductomètre, 1935]
628αγώγιμος, η, ο [ἀγώγιμος] α-γώ-γι-μος επίθ. 1. ΦΥΣ. που έχει την ιδιότητα να μεταφέρει θερμότητα ή ηλεκτρισμό: ~η: σύνδεση. ~ο: μέσο/μέταλλο/πηνίο/υλικό. Ηλεκτρικά ~ο σώμα. Βλ. ημι~, μετ~, υπερ~. 2. ΝΟΜ. που μπορεί να ικανοποιηθεί δικαστικά με αγωγή: ~η: αξίωση. Αναγνωρίζω/αποκτώ/γεννάται/έχω/θεμελιώνω/θεσμοθετώ/καθιερώνω/παρέχω/στηρίζομαι σε/συνιστά/υπάρχει ~ο δικαίωμα εις βάρος/εναντίον/κατά (κάποιου)/να ... /σε (κάτι). Βλ. εξ~, παρ~. ● Ουσ.: αγώγιμο (το): ΝΟΜ. δυνατότητα προσφυγής σε ένδικα μέσα (άσκηση αγωγής) για κατοχύρωση δικαιώματος. [< 1: αρχ. ἀγώγιμος ‘που μπορεί να μεταφερθεί’, γαλλ. conductible]
629αγωγιμότητα[ἀγωγιμότητα] α-γω-γι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. η ιδιότητα ενός υλικού να μεταφέρει θερμότητα, ηλεκτρισμό ή άλλη μορφή ενέργειας: ακουστική/θερμική/μεγάλη/μικρή ~. ~ αερίων/ηλεκτρολυτών/στερεών/υγρών. Ζώνη/συντελεστής/τιμή ~ας. ~ες ιόντων/κυκλώματος. Βλ. αντίσταση, υπερ~, φωτο~, -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρική αγωγιμότητα βλ. ηλεκτρικός [< γαλλ. conductibilité]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.