| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 15326 | εκτραχηλίζομαι | [ἐκτραχηλίζομαι] εκ-τρα-χη-λί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {εκτραχηλί-στηκε, -στεί, -σμένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): ξεφεύγω από τα όρια, τα ηθικά πλαίσια: Η κατάσταση έχει ~στεί (: παρεκκλίνει σε μεγάλο βαθμό). Πβ. αποχαλινώνω. ΣΥΝ. παρεκτρέπομαι (1) [< αρχ. ἐκτραχηλίζω ‘(για άλογο): ρίχνω από το σβέρκο μου, αφανίζω’] | |
| 15327 | εκτραχηλισμός | [ἐκτραχηλισμός] εκ-τρα-χη-λι-σμός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκτραχηλίζομαι: ~ της δημόσιας ζωής/ηγετικής ομάδας. Κιτρινισμός και ~ των ΜΜΕ. Πβ. αποχαλίνωση. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. παρεκτροπή (1) [< μτγν. ἐκτραχηλισμός] | |
| 15328 | εκτράχυνση | [ἐκτράχυνση] εκ-τρά-χυν-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκτραχύνω: (μτφ.) ~ της κατάστασης/των σχέσεων. Πβ. όξυνση. ΑΝΤ. άμβλυνση, εξομάλυνση.|| (σπάν.-κυριολ.) ΣΥΝ. τράχυνση. | |
| 15329 | εκτραχύνω | [ἐκτραχύνω] εκ-τρα-χύ-νω ρ. (μτβ.) {εκτράχυν-ε, εκτραχύν-θηκε, συνήθ. μεσοπαθ.} ΣΥΝ. τραχύνω 1. (μτφ.) επιδεινώνω, χειροτερεύω: Τα πράγματα έχουν ~θεί.|| (σπανιότ.) Με τη στάση του ~ει την κρίση. Πβ. (παρ)οξύνω. ΑΝΤ. αμβλύνω (1), εξομαλύνω (1) 2. (σπάν.) κάνω κάτι τραχύ: Επιφάνεια που έχει ~θεί. [< μτγν. ἐκτραχύνω] | |
| 15330 | εκτρέπω | [ἐκτρέπω] εκ-τρέ-πω ρ. (μτβ.) {εξέτρε-ψε, εκτρέ-ψει, εκτράπηκε (λόγ. εξετράπη, -ησαν, μτχ. εκτραπείς, -είσα, -έν), εκτρέπ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): απομακρύνω, βγάζω κάποιον ή κάτι από την κανονική ή την προκαθορισμένη πορεία του: ~ψαν την κυκλοφορία/κοίτη του ποταμού. Αυτοκίνητο εξετράπη της πορείας/εκτράπηκε από την πορεία του. Πβ. εκτοπίζω.|| (ειδικότ.) Η υπηρεσία επιτρέπει στο χρήστη να ~ει τις εισερχόμενες κλήσεις σε άλλη συσκευή.|| (μτφ.) Η δημοσιογραφική παρέμβαση δεν πρέπει να ~εται (= παρεκκλίνει, ξεφεύγει) από τον στόχο της ενημέρωσης. Η συζήτηση εκτράπηκε (= εκτροχιάστηκε). ● Παθ.: εκτρέπομαι: (+ σε) χάνω την αυτοκυριαρχία μου, παραφέρομαι: Εκτράπηκαν σε πράξεις βίας/ύβρεις. Πβ. ξεστρατίζω. ΣΥΝ. παρεκτρέπομαι (2) [< αρχ. ἐκτρέπω] | |
| 15331 | εκτρέφω | [ἐκτρέφω] εκ-τρέ-φω ρ. (μτβ.) {εξέθρε-ψε, εκθρέ-ψει, εκτράφηκε (λόγ.) εξετράφη, εκτρέπ-οντας} 1. αναλαμβάνω την ανάπτυξη και αναπαραγωγή ενός πληθυσμού ζώων: ~ει αιγοπρόβατα και βοοειδή. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) καλλιεργώ, τροφοδοτώ, υποθάλπω: ~ουν το μίσος και τη βία. [< αρχ. ἐκτρέφω, γαλλ. élever] | |
| 15332 | εκτριβή | [ἐκτριβή] εκ-τρι-βή ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. απόξεση μέσω τριβής. Βλ. αποτριβή. [< πβ. μτγν. ἐκτριβή ‘καταστροφή’, γαλλ. abrasion] | |
| 15333 | έκτροπα | [ἔκτροπα] έκ-τρο-πα ουσ. (ουδ.) (τα): βίαιες ενέργειες, συμπλοκές· επεισόδια, παρεκτροπές: Οι κινητοποιήσεις έγιναν χωρίς ~. Πβ. παρατράγουδα. [< μτγν. ἔκτροπος] | |
| 15334 | εκτροπή | [ἐκτροπή] εκ-τρο-πή ουσ. (θηλ.) 1. απομάκρυνση, μετατόπιση από κανονική ή προκαθορισμένη πορεία: μερική/ολική ~. Υποχρεωτική ~ της κίνησης/(της κυκλοφορίας) των οχημάτων. ~ του ρέματος/της ροής (του νερού)/των υδάτων. Σήραγγα ~ής.|| (ΦΥΣ.) Σφαιρική/χρωματική ~. ~ του φωτός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ των ούρων (βλ. νεφρο-, ουρητηρο-στομία). 2. (μτφ.) παρεκτροπή: θεσμική/πολιτική/συνταγματική ~ (πβ. πραξικόπημα). ~ της νομιμότητας/του πολιτεύματος. Πβ. ξεστράτισμα, παρέκκλιση. ● ΣΥΜΠΛ.: εκτροπή/προώθηση κλήσης βλ. κλήση [< αρχ. ἐκτροπή, γαλλ. déviation] | |
| 15335 | εκτρόπιο | [ἐκτρόπιο] εκ-τρό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. παθολογική αναστροφή βλεννογόνου προς τα έξω: γεροντικό ~ (των κάτω βλεφάρων).|| Τραχηλικό ~. Βλ. εκτοπία. ΑΝΤ. εντρόπιο [< μτγν. ἐκτρόπιον, γαλλ.-αγγλ. ectropion] | |
| 15336 | εκτροφέας | [ἐκτροφέας] εκ-τρο-φέ-ας ουσ. (αρσ.) (επίσ.): επαγγελματίας που ασχολείται με την εκτροφή ζώων ή ψαριών: ~είς βοοειδών/σκύλων/σολομού. [< γαλλ. éleveur] | |
| 15337 | εκτροφείο | [ἐκτροφεῖο] εκ-τρο-φεί-ο ουσ. (ουδ.): ειδικά εξοπλισμένη μονάδα εκτροφής: ~ αλόγων/θηραμάτων/πέστροφας. Βλ. -τροφείο.|| (μτφ.) ~ σκανδάλων. | |
| 15338 | εκτροφή | [ἐκτροφή] εκ-τρο-φή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): παροχή τροφής και φροντίδας σε ζώα ή ψάρια, ώστε να αναπτυχθούν και να αναπαραχθούν: ελεύθερη/συστηματική ~. ~ καναρινιών/πουλερικών/σαλιγκαριών/στρουθοκαμήλων/τσιπούρας. ~ σε πιστοποιημένες βιολογικές μονάδες. Φάρμα ~ής. Βλ. -τροφία. [< αρχ. ἐκτροφή ‘ανατροφή, μεγάλωμα’, γαλλ. élevage] | |
| 15339 | εκτροχιάζεται | [ἐκτροχιάζεται] ε-κτρο-χι-ά-ζε-ται ρ. (μτβ.) {εκτροχιά-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος | (σπάν. ενεργ. εκτροχία-σε} (λόγ.) 1. (για τρένο ή βαγόνι) εκτρέπεται από τις ράγες: Η υπερταχεία ~στηκε. 2. (μτφ.) παρεκκλίνει από τη σωστή ή προκαθορισμένη πορεία του, παρεκτρέπεται: Η κατάσταση/συζήτηση ~στηκε.|| Η βία μπορεί να ~σει (= εκτρέψει) την ειρηνευτική διαδικασία. ● εκτροχιάζομαι (μτφ.-προφ.): παραφέρομαι: ~στηκε και έγινε γραφικός. [< γαλλ. dérailler] | |
| 15340 | εκτροχιασμός | [ἐκτροχιασμός] ε-κτρο-χι-α-σμός ουσ. (αρσ.) & εκτροχίαση (η) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκτροχιάζεται: ~ αμαξοστοιχίας/βαγονιού. Κίνδυνος/σημείο ~ού.|| (μτφ.) Οικονομικός ~. ~ των δαπανών/του προϋπολογισμού. ~ από τον αρχικό στόχο. Πβ. παρέκκλιση, (παρ)εκτροπή. [< γαλλ. déraillement] | |
| 15341 | εκτροχιαστής | [ἐκτροχιαστής] ε-κτρο-χι-α-στής ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ντεραγιέρ. | |
| 15342 | έκτρωμα | [ἔκτρωμα] έ-κτρω-μα ουσ. (ουδ.) {εκτρώμ-ατος | -ατα} ΣΥΝ. εξάμβλωμα 1. (μτφ.) καθετί αποκρουστικό ή κακοφτιαγμένο: αντιδημοκρατικό ~. (ως παραθετικό σύνθ.) Κτίριο/νόμος-~. Αισθητικά/αρχιτεκτονικά/τηλεοπτικά ~ατα. ΣΥΝ. τερατούργημα 2. ΙΑΤΡ. (σπάν.) έμβρυο που υπέστη έκτρωση. ● ΣΥΜΠΛ.: λάθος/τέρας/έκτρωμα της φύσης βλ. φύση [< 1: γαλλ. avorton 2: μτγν. ἔκτρωμα] | |
| 15343 | εκτρωματικός | , ή, ό [ἐκτρωματικός] εκ-τρω-μα-τι-κός επίθ. (λόγ.): αποκρουστικός: ~ή: εικόνα. ~ό: κατασκεύασμα. ~ά: καθεστώτα. Πβ. αποτροπιαστικός, τερατόμορφος, τερατώδης. [< μτγν. ἐκτρωματικός] | |
| 15344 | έκτρωση | [ἔκτρωση] έ-κτρω-ση ουσ. (θηλ.): τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης με επέμβαση ή άλλο μέσο, συνήθ. φαρμακευτικό: παράνομες ~ώσεις. Πολέμιοι των ~ώσεων. Έκανε ~ (= έριξε το παιδί). ΣΥΝ. άμβλωση ● ΣΥΜΠΛ.: αυτόματη έκτρωση: ΙΑΤΡ. αποβολή. [< αρχ. ἔκτρωσις ‘αποβολή εμβρύου’, γαλλ. avortement] | |
| 15345 | εκτρωτικός | , ή, ό [ἐκτρωτικός] ε-κτρω-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην έκτρωση: ~ό: χάπι. [< μτγν. ἐκτρωτικός, γαλλ. abortif] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ