| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 15346 | εκτύλιξη | [ἐκτύλιξη] ε-κτύ-λι-ξη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ξετύλιγμα: ~ του ιμάντα/της ταινίας. Πβ. ξεδίπλωμα.|| (μτφ.) ~ της αφήγησης/δράσης/ιστορίας/πλοκής/υπόθεσης. [< γαλλ. déroulage] | |
| 15347 | εκτυλίσσω | [ἐκτυλίσσω] ε-κτυ-λίσ-σω ρ. (μτβ.) {εκτυλί-χτηκε (λόγ.) -χθηκε} (λόγ.) 1. (μτφ.) διηγούμαι ή αναπτύσσω τις απόψεις μου: ~ει την ιστορία. ~ουν τις ιδέες/τη συλλογιστική τους. ΣΥΝ. ξεδιπλώνω (2) 2. (σπάν.) ξετυλίγω. ● Παθ.: εκτυλίσσεται: διαδραματίζεται, εξελίσσεται: Το έργο/η υπόθεση ~ στη μεταπολεμική Ελλάδα. ~χθηκαν σκηνές απείρου κάλλους/συγκινητικές σκηνές. Τα γεγονότα/πράγματα ~χθηκαν με ταχύτατους ρυθμούς. Βλ. ξετυλίγεται. [< γαλλ. se dérouler] [< μτγν. ἐκτυλίσσω] | |
| 15348 | έκτυπος | , η, ο [ἔκτυπος] έ-κτυ-πος επίθ. (λόγ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ανάγλυφος: ~η: παράσταση. ~ και διάτρητος διάκοσμος. Βλ. ανθίβολα.|| (ως ουσ., ΑΡΧΑΙΟΛ.) Τα ~α των επιγραφών. Βλ. -τυπος2. ΣΥΝ. έξεργος ΑΝΤ. πρόστυπος 2. (μτφ.) ολοφάνερος, προφανής: ~ο: χαρακτηριστικό. Το κείμενο φέρει ~η τη σφραγίδα του συγγραφέα. [< 1: αρχ. ἔκτυπος] | |
| 15349 | εκτυπώνω | [ἐκτυπώνω] ε-κτυ-πώ-νω ρ. (μτβ.) {εκτύπω-σα, εκτυπώ-θηκε, -μένος}: κάνω εκτύπωση: ~ουν αφίσες/εφημερίδες/σημειώσεις/ψηφιακές φωτογραφίες. Το μυθιστόρημα ~θηκε σε ... αντίτυπα. ~μένες: σελίδες. Βλ. επαν~. || (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχεία/ιστοσελίδες. Η παρουσίαση μπορεί να ~θεί σε διαφάνειες. Εργασία ~μένη σε χαρτί Α4. Βλ. φωτοτυπώ. ΣΥΝ. τυπώνω (1) [< πβ. αρχ. ἐκτυπῶ ‘αποτυπώνω ή απεικονίζω σε ανάγλυφο’, γαλλ. imprimer, αγγλ. print] | |
| 15350 | εκτύπωση | [ἐκτύπωση] ε-κτύ-πω-ση ουσ. (θηλ.): τυπογραφική μεταφορά κειμένου, εικόνας, γραφημάτων σε χαρτί ή άλλο υλικό· συνεκδ. η αντίστοιχη διαδικασία και το αποτέλεσμά της: αυτόματη ~. ~ άρθρου/περιοδικού. Εμφάνιση και ~ φιλμ. ~ διπλής όψης/λέιζερ/υψηλής ποιότητας. Ανάλυση/χαρτί ~ης. Έγχρωμες/ψηφιακές ~ώσεις. Το βιβλίο βρίσκεται στο στάδιο της ~ης. Πβ. τύπωμα. Βλ. όφσετ, φωτοχαρακτική.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείων (φακέλου)/ιστοσελίδων. Ακύρωση/επιλογές/ρυθμίσεις ~ης. Βλ. επαν~, προ~, προεπισκόπηση. [< πβ. μτγν. ἐκτύπωσις ‘απεικόνιση σε ανάγλυγο’, γαλλ. impression, αγγλ. printing] | |
| 15351 | εκτυπώσιμος | , η, ο [ἐκτυπώσιμος] ε-κτυ-πώ-σι-μος επίθ.: που μπορεί να εκτυπωθεί: ~η: έκδοση (βλ. τυπωθήτω)/σελίδα. Άρθρο σε ~η μορφή. Μη ~οι χαρακτήρες. [< αγγλ. printable] | |
| 15352 | εκτυπωτήριο | [ἐκτυπωτήριο] ε-κτυ-πω-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): μηχάνημα ή επιχείρηση που κάνει εκτυπώσεις: ψηφιακά ~α. Πβ. εκτυπωτής.|| Εταιρείες γραφικών τεχνών και ~α. Πβ. τυπογραφείο. Βλ. -τήριο, τυπωτήριο. | |
| 15353 | εκτυπωτής | [ἐκτυπωτής] ε-κτυ-πω-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. -ΠΛΗΡΟΦ. περιφερειακή συσκευή που εκτυπώνει αρχεία κειμένου ή εικόνας· γενικότ. κάθε εκτυπωτικό μηχάνημα: ασπρόμαυρος/έγχρωμος/επαγγελματικός/θερμικός (: μη κρουστικός ~ που λειτουργεί με θερμότητα· βλ. θερμικό χαρτί)/φορητός/ψηφιακός ~. ~ ακίδων/ψεκασμού (μελάνης. ΣΥΝ. ίνκτζετ). Κεφαλή/μελάνι ~ή. Αναλώσιμα για ~ές. Ο ~ χρειάζεται τόνερ/χαρτί. Βλ. σκάνερ.|| ~ φωτογραφιών. ~ υφασμάτων/φιλμ. ΣΥΝ. πρίντερ 2. τεχνίτης ειδικός σε εκτυπώσεις. Πβ. τυπωτής. ● ΣΥΜΠΛ.: εκτυπωτής λέιζερ: ΤΕΧΝΟΛ. -ΠΛΗΡΟΦ. που χρησιμοποιεί λέιζερ, για να τυπώσει κείμενο, σχέδιο ή εικόνα πάνω σ' ένα φωτοευαίσθητο περιστρεφόμενο τύμπανο, προτού μεταφερθεί στο χαρτί: διαφάνειες για ~ή ~. Βλ. μελανωτής., κρουστικός εκτυπωτής βλ. κρουστικός [< αγγλ. printer, 1946, thermal printer, 1966] | |
| 15354 | εκτυπωτικός | , ή, ό [ἐκτυπωτικός] ε-κτυ-πω-τι-κός επίθ.: που έχει σχέση με την εκτύπωση: ~ή: εταιρεία/μηχανή. ~ό: χαρτί. ~ές: ανάγκες/εργασίες. Πβ. τυπωτικός. ● Ουσ.: εκτυπωτικά (τα) 1. έξοδα εκτύπωσης. 2. ενν. μηχανήματα. ΣΥΝ. εκτυπωτές. | |
| 15355 | εκτυφλωτικός | , ή, ό [ἐκτυφλωτικός] ε-κτυ-φλω-τι-κός επίθ. ΣΥΝ. εκθαμβωτικός 1. (τόσο δυνατός) που τυφλώνει: ~ός: ήλιος. ~ή: λάμψη. ~ό: φως. ~οί: προβολείς. ~ές: ακτίνες. 2. (μτφ.) εντυπωσιακός: ~ή: ομορφιά. ~ά: χρώματα. ● επίρρ.: εκτυφλωτικά [< μτγν. ἐκτυφλωτικός, γαλλ. aveuglant] | |
| 15356 | ΕΚΥΟ | (η): Εκκλησιαστική Κεντρική Υπηρεσία Οικονομικών. Βλ. ΟΔΕΠ. | |
| 15357 | έκφανση | [ἔκφανση] έκ-φαν-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): ο τρόπος και η μορφή με την οποία εμφανίζεται ή εκδηλώνεται κάτι: ραγδαίες εξελίξεις σε κάθε ~ της ανθρώπινης δραστηριότητας. Οι (ποικίλες) ~άνσεις του δημόσιου βίου/της ζωής. Ανάπτυξη του πολιτισμού σε όλες τις ~άνσεις του. Πβ. εκδοχή, έκφραση. [< μτγν. ἔκφανσις] | |
| 15358 | εκφασισμός | [ἐκφασισμός] εκ-φα-σι-σμός ουσ. (αρσ.): σταδιακή επικράτηση φασιστικών αντιλήψεων και τάσεων στον κοινωνικό και πολιτικό βίο. ΣΥΝ. φασιστικοποίηση ΑΝΤ. εκδημοκρατισμός (1 | |
| 15359 | εκφαυλίζω | [ἐκφαυλίζω] εκ-φαυ-λί-ζω ρ. (μτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): κάνω κάποιον ή κάτι φαύλο, το(ν) ωθώ στην ηθική κατάπτωση και διαφθορά. Πβ. διαφθείρω, εκμαυλίζω, εξαθλιώνω, εξαχρειώνω. [< μτγν. ἐκφαυλίζω ‘περιφρονώ, απαξιώνω’] | |
| 15360 | εκφαυλισμός | [ἐκφαυλισμός] εκ-φαυ-λι-σμός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκφαυλίζω: φαινόμενα ~ού στον δημόσιο και ιδιωτικό βίο. Πβ. εκμαυλισμός, εξαθλίωση, εξαχρείωση. Βλ. -ισμός. [< μτγν. ἐκφαυλισμός ‘υποτίμηση, περιφρόνηση’] | |
| 15361 | ΕΚΦΕ | (τα): Εργαστηριακά Κέντρα Φυσικών Επιστημών. | |
| 15362 | εκφέρω | [ἐκφέρω] εκ-φέ-ρω ρ. (μτβ.) {παρατ. κ. αόρ. εξέφερε, εκφέρει, εκφέρ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. διατυπώνω, λέω κάτι: ~ει (= εκφράζει) μια άποψη/γνώμη. Αινιγματική δήλωση που ~εται ως αστεϊσμός. Η αφήγηση ~εται σε πρώτο πρόσωπο. 2. ΓΛΩΣΣ. αρθρώνω, προφέρω: Αναγνωρίζει, ~ει και γράφει τα φωνήεντα. Βλ. συν~. ● Παθ.: εκφέρεται: ΓΡΑΜΜ. έχει ως έγκλιση: Η πρόταση ~ με/σε οριστική ενεστώτα. [< αρχ. ἐκφέρω] | |
| 15363 | εκφεύγω | [ἐκφεύγω] εκ-φεύ-γω ρ. (μτβ.) {εξέφυγε, εκφύγει} (+ γεν./από) (λόγ.): ξεφεύγω, ξεπερνώ: Κάτι ~ει της αρμοδιότητας (του υπουργείου)/των ορίων (της ευπρέπειας)/της προσοχής μας. Η κατάσταση έχει εκφύγει από κάθε έλεγχο. Πβ. διαφεύγω. [< αρχ. ἐκφεύγω] | |
| 15364 | εκφοβίζω | [ἐκφοβίζω] εκ-φο-βί-ζω ρ. (μτβ.) {εκφόβι-σε, εκφοβί-σει, -στηκε, -στεί, εκφοβίζ-οντας, εκφοβι-σμένος} (λόγ.): προκαλώ φόβο σε κάποιον: Προσπαθεί να ~σει τους αντιπάλους του/τους εργαζόμενους/την κοινή γνώμη. ~ουν με αγωγές/απειλές. Πβ. τρομάζω, τρομοκρατώ, φοβερίζω. [< αρχ. ἐκφοβῶ, γαλλ. intimider] | |
| 15365 | εκφοβισμός | [ἐκφοβισμός] εκ-φο-βι-σμός ουσ. (αρσ.) & εκφόβιση (η) (λόγ.): σκόπιμη πρόκληση φόβου: εργασιακός/ηθικός/ηλεκτρονικός/λεκτικός/σεξουαλικός/σχολικός (πβ. μπούλινγκ)/σωματικός/ψυχικός ~. ~ κρατουμένων/μαρτύρων. Θύμα ~ού. ~ και βία/τρομοκρατία. ~ μέσω διαδικτύου (: διαδικτυακός ~). Πυροβολούν στον αέρα για/προς ~ό. Έχουν δεχθεί/υποστεί ~ό. Απειλές και ~οί. Πβ. τρομοκράτηση, φοβέρα, φοβέρισμα. Βλ. θυματοποίηση, κακόβουλη κλήση, παρενόχληση, -ισμός. [< γαλλ. intimidation, αγγλ. cyberbullying, 1998] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ