| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 15366 | εκφοβιστικός | , ή, ό [ἐκφοβιστικός] εκ-φο-βι-στι-κός επίθ.: που αποσκοπεί στον εκφοβισμό ή τον προκαλεί: ~ή: συμπεριφορά/τακτική. ~ό: κλίμα/μέσο. ~ές: επιστολές/βολές. ~ά: διλήμματα/μηνύματα/πυρά. Πβ. απειλητικός. ● επίρρ.: εκφοβιστικά [< γαλλ. intimidateur] | |
| 15367 | εκφορά | [ἐκφορά] εκ-φο-ρά ουσ. (θηλ.) 1. (απαιτ. λεξιλόγ.) διατύπωση γνώμης: ~ θέσεων/κρίσης/σκέψεων (= έκφραση). Πβ. απόφανση. 2. ΓΛΩΣΣ. άρθρωση, παραγωγή ομιλίας: σωστή ~ των λέξεων. ~ συμφώνων/φωνηέντων. Άτομα με δυσκολίες στην ~ του λόγου. Πβ. προφορά. 3. ΓΡΑΜΜ. τρόπος σύνταξης: ~ προτάσεων. 4. (λόγ.) μεταφορά του νεκρού με πομπή στον τόπο ταφής. Βλ. πρόθεση. [< αρχ. ἐκφορά] | |
| 15368 | εκφορητικός | , ή, ό [ἐκφορητικός] εκ-φο-ρη-τι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που αποβάλλει υγρά ή εκκρίματα: ~ή οδός του ήπατος/του σπέρματος. Ο ~ πόρος της παρωτίδας. [< γαλλ. déférent, excréteur] | |
| 15369 | εκφορτίζω | [ἐκφορτίζω] εκ-φορ-τί-ζω ρ. (μτβ.) {εκφόρτι-σε, εκφορτί-στηκε, -σμένος} 1. ΗΛΕΚΤΡ. αποβάλλω ή μεταφέρω αλλού ηλεκτρικό φορτίο: Η μπαταρία/ο πυκνωτής έχει ~στεί. Πβ. αποφορτίζω. Βλ. εκκενώνω. ΑΝΤ. φορτίζω (1) 2. ΨΥΧΟΛ. εκτονώνω συσσωρευμένη ψυχική ενέργεια, απελευθερώνω συναισθήματα έντασης. [< μτγν. ἐκφορτίζομαι, γαλλ. décharger] | |
| 15370 | εκφόρτιση | [ἐκφόρτιση] εκ-φόρ-τι-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΗΛΕΚΤΡ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκφορτίζω: ηλεκτροστατική ~. Μερική/πλήρης/ταχεία ~ μπαταρίας/πυκνωτή. Συσσωρευτές βαθιάς ~ης. Πβ. άδειασμα, αποφόρτιση, εκκένωση. ΑΝΤ. φόρτιση (1) 2. ΨΥΧΟΛ. εκτόνωση της εσωτερικής έντασης: συγκινησιακή/συναισθηματική/ψυχική ~. ~ άγχους. Τεχνικές ~ης. Πβ. αποφόρτιση. Βλ. κάθαρση. 3. (σπάν.-επιστ.) απώλεια ή εκροή υδάτων: ~ των πηγών/του υδροφορέα. Φυσική/τεχνητή ~ (βλ. υδρογεώτρηση). Επιφανειακές/υποθαλάσσιες ~ίσεις. [< γαλλ. décharge] | |
| 15371 | εκφορτώνω | [ἐκφορτώνω] εκ-φορ-τώ-νω ρ. (μτβ.) {εκφόρτω-σε, εκφορτώ-θηκε, -θεί, -μένος, συνηθέστ. στο γ΄πρόσ.} (λόγ.): αφαιρώ φορτίο από αποθηκευτικό χώρο ή μέσο μεταφοράς: Πλοίο που ~ει ξυλεία στο λιμάνι. Τα εμπορεύματα ~θηκαν. Πβ. ξεφορτώνω. ΑΝΤ. φορτώνω (1) [< μεσν. εκφορτώ] | |
| 15372 | εκφόρτωση | [ἐκφόρτωση] εκ-φόρ-τω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκφορτώνω: ~ ανθρωπιστικής βοήθειας/καυσίμων/οχημάτων. Πλατφόρμα για την ~ των αποσκευών. Λιμάνι/ράμπα ~ης. Φορτώσεις και ~ώσεις πλοίων. Πβ. ξεφόρτωμα. ΑΝΤ. φόρτωμα (1) [< γαλλ. déchargement] | |
| 15373 | εκφορτωτής | [ἐκφορτωτής] εκ-φορ-τω-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα εκφόρτωσης: αυτόματος ~. ~ές-τροφοδότες. 2. εργάτης που πραγματοποιεί εκφορτώσεις: φορτωτές και ~ές. Πβ. αχθοφόρος, φορτο~. [< γαλλ. déchargeur, αγγλ. unloader] | |
| 15374 | εκφράζω | [ἐκφράζω] εκ-φρά-ζω ρ. (μτβ.) {εξέφρα-σα, εκφρά-σει, -στηκα (σπάν.) -σθηκα, -στεί (σπανιότ.) -σθεί, -σμένος, εκφράζ-οντας} 1. εξωτερικεύω σκέψεις, συναισθήματα, καθιστώ κάτι φανερό (με τον λόγο, τη συμπεριφορά, την τέχνη): ~ την αγάπη/τις ανησυχίες/την απογοήτευσή/τις επιφυλάξεις/την ευγνωμοσύνη/την ευχή/τον θαυμασμό μου (πβ. εκδηλώνω). ~ει παραστατικά την απογοήτευσή της. ~ουν την αντίθεσή/τις (θερμές) ευχαριστίες/την ικανοποίησή/την προτίμησή/τα (ειλικρινή) συλλυπητήριά τους. ~οντας την οργή τους. ~σε τις απόψεις/ιδέες του. ~σαν την ελπίδα ότι ... ~ονται φόβοι ότι/για/μήπως ... Πβ. δηλώνω, διατυπώνω, εκφέρω.|| ~εται με άνεση/δυσκολία (πβ. κομπιάζω)/σαφήνεια. ~εται μέσα από τη μουσική/μέσω της γραφής. ~σου ελεύθερα! ~στηκε δημιουργικά/δημόσια/προφορικά. ~στηκαν με τα καλύτερα λόγια για σένα (πβ. λέω). ~στηκε αρνητικά/θετικά για ... 2. {κυρ. στο γ' πρόσ.} (μτφ.) αντιπροσωπεύω, ανταποκρίνομαι στις ιδέες, επιθυμίες κάποιου: Το τραγούδι αυτό με ~ει. Πολιτική που ~ει τους πολίτες. Πβ. εκπροσωπώ.|| Δεν ~ει το πνεύμα της εποχής (: αντικατοπτρίζει, απηχεί, αποτυπώνει). ● βλ. εκφρασμένος [< αρχ. ἐκφράζω 'περιγράφω', γαλλ. exprimer] | |
| 15375 | έκφραση | [ἔκφραση] έκ-φρα-ση ουσ. (θηλ.) 1. εξωτερίκευση σκέψεων ή συναισθημάτων με τον λόγο, με καλλιτεχνικά μέσα, χειρονομίες, τη γενικότερη συμπεριφορά και συνεκδ. οτιδήποτε τα αποκαλύπτει: ατομική/γλωσσική/δημιουργική/εικαστική/εικονιστική/λογοτεχνική/μουσική/ποιητική/πολιτική/συλλογική/σωματική/χορευτική ~. ~ αγανάκτησης/διαφορετικής άποψης/της λαϊκής βούλησης/δυσαρέσκειας/πάθους/συμπάθειας. Ανάγκη/μέσο ~ης. Δημοκρατική ~ των πολιτών. Το δικαίωμα της ελεύθερης ~ης (του ατόμου). Χώρος πολιτιστικής ~ης. Συναυλία ως ~ συμπαράστασης (στους ...).|| Καλλιτεχνικές ~άσεις (π.χ. γλυπτική, ζωγραφική, φωτογραφία). Πβ. εκδήλωση. Βλ. αυτο~. 2. διατύπωση με λέξεις ή σύμβολα· ειδικότ. σταθερό λεκτικό σύνολο με ορισμένη σημασία ή ύφος· κατ' επέκτ. ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεται κάποιος και η αντίστοιχη ικανότητα: βαρύγδουπη/ποιητική ~ (πβ. εκφορά).|| Ακατονόμαστες/απαξιωτικές/απαρχαιωμένες/απρεπείς/αχαρακτήριστες/καθημερινές/λαϊκές/λόγιες/παγιωμένες/παροιμιακές (= παροιμίες)/υβριστικές (= βρισιές) ~άσεις. ~άσεις του τύπου ... Φράσεις, ~άσεις, σύμπλοκα. Ξέσπασε εναντίον του με βαριές/σκληρές ~άσεις. Βλ. ιδιωτισμός, κλισέ.|| Το μάθημα της ~ης-έκθεσης. Βελτίωση της γραπτής/προφορικής ~ης. Πρόσεξε τις ~άσεις σου!|| (ΜΑΘ.) Αριθμητική ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ. σε γλώσσα προγραμματισμού) Αληθής/λογική/ψευδής ~. 3. αποτύπωση στο πρόσωπο κάποιου της ψυχικής ή/και σωματικής του κατάστασης: αστεία/αυστηρή/ήρεμη/θυμωμένη/μελαγχολική/χαρούμενη ~. Είχε/πήρε μια παράξενη ~. Κατάλαβα ότι είναι λυπημένος από την ~ή (: όψη) του. Μια ~ ανακούφισης/ανησυχίας/απελπισίας/θαυμασμού/ικανοποίησης/πόνου ήταν ζωγραφισμένη/καθρεφτισμένη στο πρόσωπό της. 4. ΦΙΛΟΛ. (στη βυζαντινή γραμματεία) περιγραφικό ρητορικό λογοτεχνικό είδος: ~άσεις έργων τέχνης/πόλεων. 5. ΜΟΥΣ. τρόπος μουσικής εκτέλεσης που δεν προσδιορίζεται με νότες ούτε με σημεία ή σύμβολα, αλλά περιλαμβάνει όλες τις αποχρώσεις του ρυθμού και της έντασης, τους τονισμούς, τις δοξαριές: πρωτότυπη ~. ● ΣΥΜΠΛ.: απρόσωπη έκφραση: ΓΡΑΜΜ. που δέχεται ως υποκείμενο δευτερεύουσα πρόταση η οποία εισάγεται με το ότι ή το να: π.χ. Είναι βέβαιο ότι ... Είναι ανάγκη να ..., κανονική έκφραση: ΠΛΗΡΟΦ. ακολουθία χαρακτήρων, με ειδική σύνταξη, που χρησιμοποιείται σε προγράμματα, συνήθ. για να ανιχνεύσει ή να μεταβάλει περιεχόμενα αρχείων: χρήση ~ών ~άσεων (σε μηχανές αναζήτησης). Πεπερασμένα αυτόματα και ~ές ~άσεις. Βλ. συμβολοσειρά. [< αγγλ. regular expression] , γονιδιακή έκφραση βλ. γονιδιακός, ελευθερία (της) γνώμης/(της) έκφρασης/(των) ιδεών/(του) λόγου βλ. ελευθερία, στερεότυπη/παγιωμένη φράση/έκφραση & ιδιωματική έκφραση βλ. στερεότυπος [< μτγν. ἔκφρασις ‘περιγραφή, έκθεση’, γαλλ.-αγγλ. expression] | |
| 15966 | έκφραση | [ἔμφαση] έμ-φα-ση ουσ. (θηλ.) 1. σπουδαιότητα, βαρύτητα που αποδίδεται σε κάτι: αποκλειστική/ιδιαίτερη ~. Νέα μέτρα με ~ στην ανάπτυξη/ασφάλεια. 2. (συνεκδ.) κάθε εκφραστικός τρόπος που χρησιμοποιείται για να τονιστεί η σημασία μιας λέξης ή φράσης, π.χ. με πρόταξή της στον γραπτό λόγο ή με επιτονισμό της στον προφορικό: Δήλωσε με ~ ότι ... Πβ. έξαρση, υπογράμμιση. ● ΦΡ.: δίνω έμφαση & αποδίδω έμφαση: δίνω σημασία, εστιάζω: Δίνουν μεγάλη ~ στην πολιτιστική κληρονομιά. ~εται ~ στις νέες τεχνολογίες/στο περιβάλλον. Πβ. επικεντρώνω. [< μτγν. ἔμφασις ‘εμφάνιση, εκφραστικότητα, επανάληψη’, γαλλ. emphase, αγγλ. emphasis] | |
| 15376 | εκφρασμένος | , η, ο [ἐκφρασμένος] εκ-φρα-σμέ-νος επίθ. & (αρχαιοπρ.) εκπεφρασμένος : (για κάτι) που έχει διατυπωθεί, δηλωθεί, φανερωθεί: ~ος: στόχος. ~η: αντίθεση/άποψη/θέση (της κυβέρνησης). ~ο: ενδιαφέρον. ~ες: επιφυλάξεις. Αξίες/αποδόσεις ~ες σε ευρώ. Χρόνος ~ σε δευτερόλεπτα. Υπονοούμενα ή και ~α σχόλια. Η εκπεφρασμένη βούληση/~η θέληση του λαού. Πβ. (δε)δηλωμένος. ● βλ. εκφράζω | |
| 15377 | εκφραστής | [ἐκφραστής] εκ-φρα-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που εκπροσωπεί και διατυπώνει τις αρχές, αντιλήψεις και αξίες συνόλου ή ιδεολογικού, καλλιτεχνικού, φιλοσοφικού ρεύματος: γνήσιος/κύριος ~. ~ μιας εποχής/του σουρεαλισμού/της τοπικής κοινωνίας. Πολιτικοί ~ές. ~ές των αλλαγών/της αντίδρασης. Πβ. εκπρόσωπος. Βλ. φορέας.|| (ΑΘΛ.) ~ της επίθεσης. Βλ. εκτελεστής. [< αγγλ. expresser] | |
| 15378 | εκφραστική | [ἐκφραστική] εκ-φρα-στι-κή ουσ. (θηλ.): το σύνολο των τρόπων και μέσων που χρησιμοποιεί κάποιος, συνήθ. καλλιτέχνης, για να εξωτερικεύσει ιδέες, σκέψεις, συναισθήματα: ~ του σώματος (πβ. κινησιολογία). Η προσωπική ~ του ζωγράφου/ηθοποιού/ποιητή. Πβ. ύφος. | |
| 15379 | εκφραστικός | , ή, ό [ἐκφραστικός] εκ-φρα-στι-κός επίθ. 1. που εξωτερικεύει συναισθήματα με ένταση και παραστατικότητα: ~ός: ερμηνευτής/χορός. ~ή: ανάγνωση/ειλικρίνεια/ερμηνεία/κίνηση/μουσική/φωνή. ~ό: βλέμμα/πρόσωπο/ύφος (πβ. γλαφυρό)/χαμόγελο. ~ά: μάτια. ΑΝΤ. ανέκφραστος (1) 2. που αναφέρεται στην έκφραση, που χρησιμοποιείται για να δηλώσει ή να εκδηλώσει κάτι: ~ή: άνεση (= ευφράδεια)/δεινότητα/δύναμη/ικανότητα. ~ό: όργανο (: κυρ. η γλώσσα ή εφημερίδα με σαφή ιδεολογικό προσανατολισμό). ~οί: τρόποι. ~ά: λάθη/μέσα. ● επίρρ.: εκφραστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. ἐκφραστικός ‘περιγραφικός’, γαλλ. expressif] | |
| 15380 | εκφραστικότητα | [ἐκφραστικότητα] εκ-φρα-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ικανότητα κάποιου να εκφράζει με τρόπο κατανοητό και έντονο συναισθήματα, σκέψεις, ιδέες: η ~ του προσώπου/σώματος. Ερμηνεύει με ~ τον ρόλο της (βλ. παραστατικότητα). Απεικονίζει το θέμα του με ζωντάνια και ~. Ανάπτυξη της ~ας και δημιουργικότητας των μαθητών. Βλ. -ότητα. [πβ. γαλλ. expressivité, 1910] | |
| 15381 | εκφύεται | [ἐκφύεται] εκ-φύ-ε-ται ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (+ από) (επιστ.): φυτρώνει: Ο μασητήριος μυς ~ από το ζυγωματικό οστό (ΑΝΤ. καταφύεται). Άνθη που ~ονται από τις μασχάλες των φύλλων (πβ. ξεφυτρώνει). [< αρχ. ἐκφύομαι] | |
| 15382 | εκφυλίζω | [ἐκφυλίζω] εκ-φυ-λί-ζω ρ. (μτβ.) {εκφύλι-σε, εκφυλί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, εκφυλίζ-οντας, (σπάν.) -όμενος, εκφυλι-σμένος} : κάνω κάτι (έμψυχο ή άψυχο) να χάσει εν μέρει ή ολοκληρωτικά τις ιδιότητές του, τα γνωρίσματά του: Η νόσος ~ει τους μυς.|| (μτφ.) Εξαγοράζει συνειδήσεις και ~ει την ανθρώπινη ύπαρξη. Πβ. αλλοιώνω, διαφθείρω. ● Παθ.: εκφυλίζομαι: χάνω τα χαρακτηριστικά μου, την ποιότητά μου και μεταβάλλομαι σε κάτι κατώτερο: Τα κύτταρα ~ονται με την πάροδο του χρόνου. ~σμένες νευρικές απολήξεις.|| (μτφ.) Η επανάσταση/το κίνημα ~στηκε (πβ. ατονώ, εξασθενώ). Η δημοκρατία παρήκμασε και ~στηκε σε δημαγωγία (πβ. διαστρεβλώνω, παραμορφώνω). ~σμένες: αξίες (= ξεπεσμένες)/ηγεσίες/ιδέες. [< γαλλ. dégénérer] | |
| 15383 | εκφυλισμός | [ἐκφυλισμός] εκ-φυ-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) (δια)φθορά, κατάπτωση, ξεπεσμός: ~ της κοινωνίας/της πολιτικής. ~ (= έκλυση) των ηθών/των θεσμών. Με τον πόλεμο οδηγούμαστε σε ~ό της διεθνούς νομιμότητας (πβ. εξαθλίωση, εξασθένηση, εξαχρείωση, μαρασμός). 2. ΙΑΤΡ. & εκφύλιση (η): αλλοίωση κυττάρων, ιστών, οργάνων και άλλων τμημάτων οργανισμού, με αποτέλεσμα να μην επιτελούν κανονικά τις λειτουργίες τους: ~ του γενετικού κώδικα/των μυών/της ωχράς κηλίδας. Λιπώδης ~ του ήπατος (= ηπατική στεάτωση). Βλ. -ισμός, νευρο~. [< γαλλ. dégénérescence] | |
| 15384 | εκφυλιστικός | , ή, ό [ἐκφυλιστικός] εκ-φυ-λι-στι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που οδηγεί στον εκφυλισμό, που αποτελεί σύμπτωμα ή ένδειξή του: ~ή: άνοια (βλ. Αλτσχάιμερ)/αρθρίτιδα. ~ές: αλλοιώσεις. Χρόνια ~ά νοσήματα. Βλ. νευρο~. 2. (μτφ.) που προκαλεί ηθική φθορά ή είναι αποτέλεσμά της: ~ά φαινόμενα διαφθοράς. Πβ. νοσηρός. ● επίρρ.: εκφυλιστικά [< γαλλ. dégénératif] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ